Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Τεχνολογίες και μηχανικές εφευρέσεις

              




           Το 1983, εντοπίστηκε από το Βρετανικό Μουσείο ένας μηχανισμός από τον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., με προέλευση από τον «ελληνόφωνο χώρο» του Βυζαντίου ή από ελληνόφωνους τεχνικούς και επιστήμονες, ο οποίος αποτελεί φορητό ρολόι/ημερολόγιο. Πρόκειται για ένα μηχανισμό σημαντικά απλούστερο από εκείνο των Αντικυθήρων, ο οποίος είχε κατασκευαστεί περί τά 600 χρόνια νωρίτερα, κατά την ελληνιστική εποχή.
          Αποτελούνταν από ένα σύστημα τροχών που ήταν χειροκίνητο και έδειχνε τις ημέρες της εβδομάδας, τις θέσεις ήλιου και σελήνης στο ζωδιακό κύκλο, καθώς και το σεληνιακό χρόνο. Οι τροχοί αυτοί συνιστούσαν το μηχανικό ημερολόγιο. Αν και απόγονος του υπολογιστή των Αντικυθήρων, κατασκευαστικά είναι κατώτερος από το δεύτερο.
        Πιο συγκεκριμένα τέσσερα τμήματα είναι αυτά που διασώθηκαν. Μια μεγάλη επιφάνεια σε σχήμα κύκλου η οποία έχει διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν στους διάφορους μήνες του χρόνου και βοηθούσαν στους υπολογισμούς που γίνονταν με το γνώμονα που όμως, δε διασώθηκε. Ήταν κινητός και βοηθούσε στον προσδιορισμό της ώρας, εξαιτίας της σκιάς που έριχνε στον ηλιακό δίσκο. Ένας βραχίονας αναρτήσεως, ο οποίος μαζί με την κυκλική επιφάνεια αποτελούν τμήματα ενός ηλιακού ρολογιού. Ένας άξονας με αναστολέα που έχει επτά λοβούς και στην κάτω πλευρά έχει δύο γρανάζια, από τα οποία το ένα έχει επτά δόντια και το άλλο δέκα και τέλος ένας δίσκος, ο σεληνιακός δίσκος που έχει 59 δόντια και στην κάτω πλευρά του έχει ένα γρανάζι με 19 δόντια.

         Σχετικά με τις  αυτόματες μηχανές, οι πρώτες προσπάθειες πραγματοποίησής τους ανάγονται σε χιλιάδες χρόνια πριν και με αυτή την έννοια έχουμε αρχαίες μαρτυρίες κινεζικών και ινδικών επινοήσεων. Από την κλασική Ελλάδα είναι γνωστό το μηχανικό περιστέρι που κατασκευάστηκε από τον Αρχύτα, φίλο του Πλάτωνα, αλλά η μεγάλη πρόοδος έγινε κατά την ελληνιστική εποχή. Τότε έζησε και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς, μαθηματικός, φυσικός, μηχανικός και συγγραφέας πολυάριθμων έργων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένα σύγγραμμα μηχανικής με τον τίτλο Αυτοματοποιητική, στο οποίο μεταξύ άλλων περιγράφονται σχέδια για τη δημιουργία «ειδικών κατασκευών» στους ναούς, όπως πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν αυτόματα ή αγάλματα που σερβίρουν κρασί.
         Η παράδοση διατηρήθηκε στο Βυζάντιο, όπου ήταν γνωστό το μεγαλόπρεπο υδραυλικό ρολόι της Γάζας (500 μ.Χ.), με τον Ηρακλή να χτυπά τις ώρες με το ρόπαλό του, ενώ ο χρυσός θρόνος του αυτοκράτορα Θεόφιλου στηριζόταν πάνω σε μηχανικά λιοντάρια που βρυχιούνταν όταν τα μηχανικά πουλιά κελαϊδούσαν πάνω σε ψεύτικα κλαδιά δεξιά και αριστερά. Στο μεταξύ, τα έργα του Ήρωνα είχαν μεταφραστεί στα αραβικά και είχαν διαδοθεί μέχρι τις Ινδίες.
          Από τον 8ο αιώνα και μετά, οι Άραβες θα αναδειχτούν σε πρωτοπόροι σχεδιαστές  μηχανών σύνθετης τεχνολογίας. Ακολουθώντας τη γραμμή των ελληνικών μελετών, άνθισε στον αραβικό κόσμο η δημιουργία αυτομάτων κάθε είδους, όπως υδραυλικά ρολόγια, μηχανικά πουλιά και μοντέλα ανθρωπόμορφων μηχανών που ήταν σε θέση να βγάζουν ήχους ή ακόμα και να πλένουν τα χέρια. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τα έργα των αδελφών Μπανού Μουζά (9ος αιώνας) και του μηχανικού Αλ-Τζαζάρι (συγγραφέα του έργου Βιβλίο γνώσεων των μηχανικών επινοήσεων, που γράφτηκε μεταξύ του 1204 και του 1206). Στη συνέχεια η τεχνογνωσία έφτασε στη δύση και αναπτύχτηκε με τη δημιουργία εντυπωσιακών κατασκευών.
          Στο «Παλάτι της Μαγναύρας» εγκατέστησε ο Θεόφιλος «μηχανικές κατασκευές», με εντυπωσιακά διακοσμητικά και λειτουργικά στοιχεία. (Norwich J.: «Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου», εκδ. «Γκοβόστης», Αθήνα 1999). Σε περιγραφές πρεσβευτών αναφέρεται ότι, ο αυτοκρατορικός θρόνος στη Μαγναύρα βρισκόταν στη σκιά ενός ολόχρυσου πλάτανου, τα κλαδιά του οποίου ήταν γεμάτα από μηχανικά πουλιά, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Αυτά τα πουλιά κελαηδούσαν και έδιναν στον παρατηρητή την εντύπωση ότι πηδάνε από τον πλάτανο στο θρόνο και πάλι πίσω. Γύρω δε από τον κορμό του πλάτανου υπήρχαν ολόχρυσοι γρύπες και λιοντάρια που βρυχιόνταν. Με ένα νεύμα του αυτοκράτορα έμοιαζαν τα τεχνητά ζώα να «ζωντανεύουν» και να προκαλούν ήχους, συνοδευόμενα από μουσική οργάνων. Με ένα δεύτερο νεύμα ακολουθούσε σιωπή. Την ώρα που οι επισκέπτες αποχωρούσαν, άρχιζαν πάλι οι κινήσεις των ζώων, οι βρυχηθμοί των αρπακτικών και τα κελαηδήματα των πτηνών.
           Ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμόνας, περιγράφει σε αναφορά του, μετά την πρώτη διπλωματική αποστολή του στην Κων/πολη, τους μηχανισμούς στο παλάτι της Μαγναύρας, μεταξύ άλλων, ως εξής:
                «Παρόλο που με την άφιξή μου τα δύο λιοντάρια βρυχήθηκαν και τα πουλιά κελάηδησαν, το καθένα ανάλογα με το είδος του, δεν με κατέλαβε φόβος ούτε θαυμασμός, διότι μου τα είχε προαναγγείλει κάποιος... Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα. Σήκωσα μετά το κεφάλι μου κι εκείνος που είχα δει πριν να κάθεται λίγο υπερυψωμένα από το δάπεδο, φάνηκε τώρα να φορά άλλα ρούχα και να βρίσκεται κοντά στο ταβάνι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς συνέβη αυτό, παρά μόνο πως τον ανύψωσε μέχρι εκεί κάποιο  εργαλείο» («Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, Πρεσβεία στην Κων/πολη του Νικηφόρου Φωκά», εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 1997-98.)
           Οι μηχανισμοί αυτοί  από χρυσό, τοποθετημένοι στην αίθουσα της εθιμοτυπίας του βυζαντινού παλατιού, δεν είχαν καμία πρακτική χρησιμότητα. Εντάσσονταν μέσα στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας και σκοπός τους ήταν να  εντυπωσιάζουν τους επίσημους επισκέπτες προκαλώντας τους δέος και να τους πείθουν για τη δύναμη της αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Γ' αναγκάστηκε να λιώσει  μέρος αυτού του ολόχρυσου μηχανισμού  εξαιτίας μηχανικών προβλημάτων, ενώ αργότερα ο Κωνσταντίνος Ζ' διέταξε και πάλι την κατασκευή του από χρυσό και ο πιθανός κατασκευαστής του ήταν  ο Ήρωνας ο βυζαντινός. Δεν ξέρουμε αν λειτουργούσε ο μηχανισμός με ατμό ή νερό.





 

1 σχόλιο: