Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Φράγκοι στην Πελοπόννησο

 
 
 
 
                                                   Φράγκοι στην Πελοπόννησο
         Η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους -Το Πριγκιπάτο της Αχαΐας 1205-1432
           
           Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Σταυροφόρους, πρώτο μέλημα των κατακτητών ήταν να μοιράσουν τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας με βάση την partitio Romanieae (διαμελισμός της Ρωμανίας), την προκαταρκτική συμφωνία που είχαν συνάψει ήδη από το 1202.          
            Αυτοκράτορας της λατινικής αυτοκρατορίας της Πόλης στέφτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας με επικράτεια τη Θράκη, μέρος της Μικράς Ασίας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου(Λέσβο, Χίο και Σάμο). Ο άλλος ισχυρός άνδρας, ο Βονιφάτιος Μομφερατικός, ονομάστηκε βασιλιάς της Θεσσαλονίκης και τα εδάφη του περιλάμβαναν τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ανατολική Στερεά και μέρος της Πελοποννήσου. Οι Βενετοί, που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάληψη της Πόλης, με την καθοδήγηση του Ερρίκου Δάνδολου έπαιρναν τα νησιά, παράλιες περιοχές της Πελοποννήσου, τα μέρη δηλαδή εκείνα που τους ενδιέφεραν για τις εμπορικές τους δραστηριότητες.
              Οι μοιρασιές και οι συμφωνίες έπρεπε να επιβεβαιωθούν με την κατάκτηση όλων αυτών των περιοχών, κάτι που τελικά θα γίνει χωρίς μεγάλα προβλήματα. Οι τοπικοί πληθυσμοί δέχτηκαν κατά κανόνα τους Φράγκους χωρίς αντίσταση και μερικές φορές με ανακούφιση.  Και αυτό συνέβη γιατί ήταν εξαθλιωμένοι από τους συνεχείς πολέμους, τις επιδρομές και την πειρατία, ασφυκτιώντας από την υπερφορολόγηση και τις αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, που όσο αδυνάτιζε η κεντρική εξουσία της Βασιλεύουσας τόσο ισχυροποιούνταν η δική τους.
             Το  Βονιφάτιο Μομφερατικό ακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός ιπποτών με την ελπίδα απόκτησης ενός φέουδου. Η επικράτεια που είχε συμφωνηθεί, κατελήφθη χωρίς δυσκολίες. Ο μόνος βυζαντινός αξιωματούχος που πρόβαλλε αντίσταση ήταν ο Λέων Σγουρός, άρχοντας του Ναυπλίου και του Άργους, ο οποίος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση της αυτοκρατορικής εξουσίας και να δημιουργήσει τη δική του ηγεμονία. Έχοντας κυριαρχήσει στην Αργολίδα και στην Κορινθία, προσπάθησε να επεκτείνει την ηγεμονία του και πέρα από την Πελοπόννησο.
            Στις αρχές του 1204 εισέβαλε στην Αττική, δεν μπόρεσε όμως να κυριεύσει την Ακρόπολη, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης, αδερφός του βυζαντινού ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη. Εξοργισμένος ο Σγουρός από την αποτυχία του αυτή, λεηλάτησε την πόλη της Αθήνας και κατόπιν κατέλαβε τη Βοιωτία την Εύβοια, φτάνοντας ως τη Λάρισα, όπου συνάντησε τον πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ και παντρεύτηκε την κόρη του Ευδοκία. Με το γάμο αυτό ο φιλόδοξος Λέων ήθελε να νομιμοποιήσει την εξουσία του, διεκδικώντας ίσως κάποια στιγμή και τον αυτοκρατορικό τίτλο.
           Τα σχέδια του θα ανατραπούν σχετικά γρήγορα. Λίγο μετά το γάμο θα εισβάλουν στη Θεσσαλία οι ιππότες του Βονιφάτιου, ο Σγουρός θα υποχωρήσει και θα προσπαθήσει αρχικά να αμυνθεί στο στενό των Θερμοπυλών. Οι Λατίνοι θα κατακτήσουν εύκολα τη Θεσσαλία που θα διανεμηθεί από τον Βονιφάτιο στους άρχοντες που τον ακολουθουσαν.
               Ο Σγουρός, κάτω από την πίεση των σιδερόφραχτων ιπποτών, θα εγκαταλείψει τις Θερμοπύλες, η Βοιωτία και η Αττική θα κατακτηθεί εύκολα από τους Φράγκους, ο μητροπολίτης της Αθήνας θα αναγκαστεί να καταφύγει στην Κέα. Οι κατακτητές απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς από τις περιοχές τους, ίδρυσαν καθολικές εκκλησίες, επέτρεψαν όμως στον ντόπιο πληθυσμό να διατηρήσει το δόγμα του, έχοντας μόνο απλούς ιερείς. Η Αττική, η Βοιωτία και τα Μέγαρα δόθηκαν στον Βουργουνδό  Όθωνα Γκυ ντε Λα Ρός, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του μεγάλου κύρη των Αθηνών. Οι Βενετοί φρόντισαν να κρατήσουν στον έλεγχό τους το λιμάνι της Χαλκίδας.
           Στην Πελοπόννησο ο Σγουρός θα αντισταθεί με πείσμα, έχοντας ως προπύργια τα τρία κάστρα του, τον Ακροκόρινθο, την Ακροναυπλία και τη Λάρισα του Άργους. Τα κάστρα αυτά, κτισμένα σε οχυρά υψώματα, θα αποδειχτούν ισχυρότερα από την δύναμη των Φράγκων κατακτητών. Καθώς οι τελευταίοι δεν διέθεταν πολιορκητικές μηχανές, θα περιοριστούν αρχικά στον αποκλεισμό τους, περιμένοντας να κουραστούν και να παραδοθούν οι αμυνόμενοι.
          Την κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Βονιφάτιος με τους ιππότες του πολιορκούσαν τα κάστρα του Σγουρού, θα εμφανιστεί ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ο τυχοδιωκτισμός του και η τύχη θα τον καταστήσουν το νέο ισχυρό άνδρα της Πελοποννήσου. Ο Γάλλος αυτός σταυροφόρος, ανιψιός του συνονόματού του χρονικογράφου που επίσης συμμετείχε στη σταυροφορία και κατέγραψε την άλωση της Πόλης, δεν ακολούθησε την εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη, αλλά προτίμησε να κατευθυνθεί κατευθείαν στους Αγίους Τόπους. Όταν πληροφορήθηκε όμως την κατάληψη της Πόλης, έσπευσε σε αναζήτηση των δυτικών ηγετών, για να λάβει κι αυτός μερίδιο από τα λάφυρα. Προσορμίστηκε όμως μετά από ναυάγιο στη Μεθώνη, κατέλαβε ορισμένες περιοχές και κινήθηκε προς το πολιορκημένο Ναύπλιο,για να συναντήσει το Βονιφάτιο, ο οποίος τον δέχτηκε σαν συνεργάτη του. Εκεί επίσης συνάντησε τον φίλο του Γουλιέλμο Σαμπλίτη, εγγονό του κόμη της Καμπανίας.
           Όταν ο  Βονιφάτιος αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη εξαιτίας βουλγαρικής επίθεσης, οι δυο φίλοι,  την άνοιξη του 1204, ανέλαβαν με τις ευλογίες του το εύκολο έργο της κατάκτησης της Πελοποννήσου. Οι μικρές ( 100 τοξότες και 400 ιππείς) αλλά ευέλικτες δυνάμεις τους, θα αποδειχτούν ικανές για να πετύχουν το σκοπό τους. Μόνο ένας τοπικός άρχοντας, ονόματι Μιχαήλ, προέβαλε αντίσταση. Ο στρατός του όμως, που τον αποτελούσαν Έλληνες και Σλάβοι του Ταΰγετου, απόγονοι των σλαβικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στον ελληνικό χώρο στη διάρκεια του 6ου -7ου αιώνα, ηττήθηκε στη Μεσσηνία.
             Μέχρι τους τελευταίους μήνες του 1205 το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου βρισκόταν στα χέρια των Λατίνων. Δεν είχαν υποταχτεί τα κάστρα του Σγουρού και η δυσπρόσιτη Μονεμβασία με τις γειτονικές της περιοχές. Στη κατάληψη της Πελοποννήσου ασφαλώς εμπλέκονταν και οι Βενετοί, αφού στη συμφωνία της διανομής αναγνωρίζονταν τα δικαιώματά τους στην περιοχή. Δεν ενδιαφέρονταν όμως να την καταλάβουν ολόκληρη, αλλά μόνο ορισμένα σημαντικά λιμάνια της και συγκεκριμένα τη Μεθώνη και την Κορώνη, τα οποία παρέμειναν βάσεις των Βενετών επί αιώνες.Τα πλοία τους που έρχονταν από την Ιταλία στάθμευαν στα λιμάνια αυτά που δίκαια αποκλήθηκαν << μάτια και αυτιά της Γαληνοτάτης στην Ανατολή>>.
           Το 1208 ο Γουλιέλμος εξαιτίας του θανάτου του αδερφού του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, επέστρεψε στη Γαλλία και έτσι ο Βιλλεαρδουίνος έμεινε απόλυτος κυρίαρχος της Πελοποννήσου.
           Το νέο κράτος, πριγκιπάτο τη Αχαΐας όπως ονομάστηκε, με πρωτεύουσα την Ανδραβίδα, έμελλε να επιβιώσει για πάνω από δυο αιώνες, ως το 1432. Το καθεστώς του ήταν ιδιότυπο: τυπικά η Πελοπόννησος ανήκε στους Βενετούς, ο Βιλλεαρδουίνος  όμως την κατέκτησε μόνος του, παίρνοντας την άδεια του Βονιφάτιου. Όταν ο τελευταίος πέθανε, το κρατίδιο πέρασε στην επικράτεια του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Ο Βιλλεαρδουίνος απέκτησε σχέση τυπικής υποτέλειας έναντι του αυτοκράτορα, ενώ φρόντισε να ρυθμίσει τις σχέσεις του με τους Βενετούς με μια συνθήκη ( 1209) επωφελή και για τα δυο μέρη: Οι Βενετοί παραχωρούσαν ως φέουδο την Πελοπόννησο και κρατούσαν τη Μεθώνη και Κορώνη, ενώ είχαν το δικαίωμα να εμπορεύονται παντού ελεύθερα και χωρίς δασμούς.
            Όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, η κατάκτηση της Πελοποννήσου συνεχιζόταν με την πολιορκία των κάστρων του Σγουρού. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Ακροκόρινθο που έλεγχε τον Ισθμό της Κορίνθου. Το 1208 ο Λέων Σγουρός, κουρασμένος και απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και θέλοντας να αποφύγει την παράδοση, αυτοκτόνησε πηδώντας, όπως λέγεται, με το άλογό του από τον Ακροκόρινθο. Κατά μια άλλη εκδοχή σκοτώθηκε σε μάχη έξω από το Ναύπλιο.
           Η αντίσταση συνεχίστηκε ως το 1210,  οπότε ο Βιλλεαρδουίνος με τη συνεργασία του Όθωνα Γκυ ντε Λα Ρος, κατόρθωσε να καταλάβει και τα τρία κάστρα. Ως ανταμοιβή για τη βοήθεια, ο Όθων Γκυ ντε λα Ρος έλαβε το Άργος και το Ναύπλιο. Η Μονεμβασία θα κατακτηθεί αργότερα, γύρω στο 1250, από τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου