Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Το Θέατρο στο Βυζάντιο




                                                    Το Θέατρο στο Βυζάντιο       

             Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα για την κατανόηση και μελέτη του Βυζαντινού ανθρώπου και της κοινωνίας είναι το θέατρο και γενικότερα η διασκέδαση και η ψυχαγωγία στο Βυζάντιο.
             Συχνά έχουμε την λανθασμένη εντύπωση πως οι Βυζαντινοί ήταν λαός ασκητών, που μόνη τους ενασχόληση είχαν την προσευχή, τη νηστεία και την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Οπωσδήποτε οι Βυζαντινοί ήταν βαθιά θρησκευόμενοι ή και θρησκόληπτοι ακόμα, και πολλές φορές έφταναν στα όρια του θρησκευτικού φανατισμού.  Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν αγαπούσαν τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, ήταν ιδιαίτερα φιλοθεάμονες, κληρονόμοι του ρωμαϊκού "δήμου" αλλά και των ελληνικών εθίμων.
             Η αρχαία Ελληνική σκηνή επί Βυζαντινής εποχής φαίνεται πως είχε εκλείψει. Αυτό συμβαίνει, γιατί είχε επέλθει η παρακμή της τραγικής τέχνης και ακόμα περισσότερο της κωμωδίας, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και γιατί ιδιαίτερα στη πρωτοβυζαντινή εποχή, όπως προσδιορίζεται από το χριστιανισμό, ό,τι θύμιζε τον παλιό κόσμο και τον παγανισμό θα έπρεπε να εξοβελιστεί. Οι παραστάσεις με τον καιρό αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν, γιατί η Εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να αντιδρά στην παράσταση αρχαίων δραμάτων, τα οποία εξυμνούσαν τους θεούς των εθνικών και τις καταπολεμούσε. Έτσι την θέση τους πήραν τα λαϊκά θεάματα, τα μιμοδράματα. 
            Τα μόνα σκηνικά είδη που επιζούσαν ήταν ο παμπάλαιος Μίμος και το πολύ νεώτερο παρακλάδι του, ο Παντόμιμος, όπως είχαν διαμορφωθεί στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια .Μάλιστα ο Παντόμιμος, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο λαϊκό κοινό  του Βυζαντίου. Οι θεατές αποστήθιζαν τα επικολυρικά άσματα που συνόδευαν την όρχηση και τα τραγουδούσαν στους δρόμους, στα σπίτια τους, στις διασκεδάσεις τους.
         Από το κλασσικό ελληνικό Δράμα δεν είχαν απομείνει παρά μερικές σποραδικές εκτελέσεις μονολόγων-μονωδιών απ' τις αθηναϊκές τραγωδίες (παρακαταλογαί ), που τις ερμήνευαν οι λιγοστοί τραγωδοί-συνεχιστές της διονυσιακής παράδοσης, φορώντας τα προσωπεία και τους κοθόρνους, με συνοδεία αυλού και μικρής χορωδίας. Πολλές παραστάσεις σε ανάγλυφα, του 5ου και 6ου αιώνα, μας μαρτυρούν την επιβίωση των θεατρικών αυτών σπαραγμάτων, που παρουσιάζονταν ακόμα και στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, μαζί με τις ιπποδρομίες, τα "κυνηγέσια", τις θηριομαχίες, όπως απεικονίζει και το δίπτυχο του Αναστασίου (517 μ.Χ.).
          Η πορεία του  θεάτρου, καθορίστηκε μέσα από τη σύγκρουση αυτών των δυο αντίθετων τάσεων. Από τη μία η αγάπη και η ανάγκη του κόσμου για θέαμα και από την άλλη η εχθρική στάση της εκκλησίας .Παρ όλα αυτά υπερίσχυε η ανάγκη του κόσμου για θέατρο και έτσι άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει στη ζωή των Βυζαντινών σαν τρόπος διασκέδασης.
         Το είδος θεάτρου που  αγαπούσε πολύ ο κόσμος και διασκέδαζε με αυτό ήταν  το λαϊκό μιμοθέατρο. Μίμος αρχικά σήμαινε το θεατρικό κείμενο, ένα διάλογο από τη μυθολογία ή την καθημερινή ζωή. Αγαπημένο θέμα σάτιρας των μίμων στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν τα μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας. Το μιμοθέατρο αξιοποιούσε συγκεκριμένους τύπους (ο φαλακρός γέρος, ο θηλυπρεπής νέος, η φανταχτερή γυναίκα), δεν χρησιμοποιούσε μάσκες και συνδύαζε τον θεατρικό διάλογο με μουσική, χορό και τολμηρά τραγούδια .Ο παντομίμος ήταν ένα θεατρικό είδος όπου ο χειροσοφιστής, ένας χορευτής με μάσκα, χόρευε ένα μυθολογικό θέμα με συνοδεία μουσικής και χορωδίας.
          Σχετικά, ο Φαίδων Κουκούλες, στο κορυφαίο σύγγραμμα του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», μας πληροφορεί: «Αρχαία δράματα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εξακολουθούσαν να παριστάνουν οι ορχήστρες, οι και θαυματοποιοί καλούμενοι, μη ομιλώντας, αλλά μόνον δια των κινήσεων των μελών του σώματος και του χορού. Αυτοί, κατ’ αντίθεσιν προς τους μίμους, λάμβαναν τις υποθέσεις των παραστάσεων των εκ της μυθολογίας ή εκ των ομηρικών επών, παριστάνοντας εκ παραλλήλου βασιλείς και ιατρούς και φιλοσόφους και ρήτορας. Εννοείται ότι κατά των ορχηστρών τούτων, των οποίων οι παραστάσεις άρεσαν στον λαό, υπήρχε μεγάλη κατακραυγή εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών, οι όποιοι τους θεωρούσαν ως λύμη της κοινωνίας, προτρέποντες τους νέους ν’ απέχουν των άτοπων των θαυματοποιών επιδείξεων. Όταν στα βυζαντινά κέντρα άρχισαν να ατονούν οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων και κωμωδιών, και τούτο γίνονταν στην Ανατολή από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Πέρσες άρχισαν να δηώνουν τις ελληνικές επαρχίες, και έπειτα μετά την κατά το 526 περικοπή υπό του Ιουστινιανού των θεατρικών δαπανών, προς δε και του πολέμου της Εκκλησίας, επικράτησαν επί της σκηνής και έτερπαν οι από της Ρωμαϊκής εποχής γνωστοί μίμοι, παίζοντας και των αρχαίων κωμικών έργα, αλλά και κωμικές σκηνές εκ του καθ’ ημέρα βίου αναπαριστώντες, με κύρια πρόσωπα ιατρούς, ρήτορες, υπηρέτες, καπήλους και, πλην άλλων, συνήθως τον μοιχόν».
             Οι  πληροφορίες που έχουμε για τη βυζαντινή θεατρική δραστηριότητα συχνά προέρχονται από τους ασπονδότερους πολεμίους του λαϊκού θεάτρου, τους Πατέρες της Εκκλησίας.
              Ο  Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάλιστα,αφιέρωσε ολόκληρη ομιλία "προς τους καταλείψαντας την εκκλησίαν και αυτομολήσαντας προς τας ιπποδρομίας και τα θέατρα". Τον ενοχλούσαν μάλιστα όχι μόνο οι παραστάσεις μίμων, τα θεατρικά δρώμενα και οι μουσικές παραστάσεις αλλά ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν από τη ζωή και τη μνήμη τους κάθε λαικό τραγουδι. Από τους αγωγιάτες ζητούσε να μην τραγουδούν στο κάρο, από τις κοπέλες στον αργαλειό και από τις μανάδες να σταματήσουν τα νανουρίσματα.  Άλλοι Πατέρες της εκκλησίας μέμφονταν τους πιστούς πως, ενώ αγνοούν τις Γραφές και τους ψαλμούς, ήξεραν να τραγουδούν ολημερίς τις "διαβολικές ωδές και τα πορνικά μέλη" των θεάτρων. Γι' αυτό τους συμβούλευαν, ν' αντικαταστήσουν τα θεάματα με περιπάτους στην ύπαιθρο και τα θεατρικά και ερωτικά τραγούδια, ακόμα και τα νανουρίσματα, με τους Ψαλμούς
        Οι μίμοι και οι παντόμιμοι θεωρούνταν ανήθικα πρόσωπα,πολλές θεατρίνες και θεατρίνοι συνδύαζαν τη μιμητική με την ερωτική συνεύρεση επί πληρωμή, σε σημείο μάλιστα τέτοιο που οι λέξεις "μίμος, μιμάς,σκηνικός" να γίνουν συνώνυμες με τις λέξεις "πόρνη, πόρνος,θηλυπρεπής, πορνοβοσκός, μαστροπός".  Οι μίμοι αποκαλούνταν "πολιτικοί", με την ένοια του δημόσιου, όπως οι ιερόδουλες, τα πορνεία λέγονταν και "μιμάρια" ή "μιμαρεία", το θεατρικό θέαμα ονομαζόταν και "πόρναι".
          Μικροί θίασοι  από άντρες και γυναίκες, έπαιζαν σ' ένα ξύλινο πατάρι σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, σε γιορτές και σε παραστατικά έθιμα. Ωστόσο α σκηνικά και τα κουστούμια τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν πλούσια και πολυτελη Ο Χρυσόστομος μιλάει για "πολυτέλεια της σκηνής", για "τάπητες" και "ασημοστόλιστα κρεβάτια", ενώ ο Γρηγόριος, πληροφορεί πως οι μίμοι "σχημάτιζαν ολόκληρη πόλη με παραπετάσματα". Σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες εμφανίζονταν στο κοινό χοεύονντας γυμνές σε σκηνές και πισίνες.
            Αλλά και η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, που διάνθιζαν το μιμοθέαμα, θεωρούνταν από τους ιερείς και τους λόγιους της εποχής αισχρά και διεφθαρμένα. . \
            Παρά τον σκληρό πόλεμο και τους κεραυνούς που εξαπέλυαν  οι Πατέρες της Εκκλησίας, το  λαϊκό θέατρο, στην ταπεινή αυτή μορφή που είχε ξεπέσει, εξακολουθούσε να επιζεί.  Μίμος και μάλιστα από τις πλέον διάσημες για το ταλέντο της και την ομορφιά της ήταν η γυναίκα του Ιουστινιανού και μετέπειτα αυτοκράτειρα  Θεοδώρα, που  έπαιζε και χόρευε ημίγυμνη  στον Ιππόδρομο αλλά και σε συμπόσια πλουσίων. Στον 5ο αι. ήταν ονομαστή η χορεύτρια παντομίμας Ροδόκλεια. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, έπαιζαν και χόρευαν οι μίμοι. Η αυστηρότητα των νόμων  και των απαγορεύσεων δεν κατόρθωνε να εξαλείψει τη μανία του λαού για θέαμα, ούτε ο Ιουστινιάνειος κώδιξ, που θεωρούσε το επάγγελμα του μίμου άτιμο.
        Έτσι ή αλλιώς, το θέατρο αποτελεί μια απ' τις ελάσσονες, βέβαια, αλλά όχι αμελητέες πτυχές του πολιτισμού της περίλαμπρης εκείνης, αλλά και τόσο αντιφατικής, περιόδου της Ιστορίας -και της ιστορίας μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου