Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

 
 
 
 
                                         Άγγελος Τερζάκης     <<Το καντήλι που αγρυπνά>>


          Την Κυριακή που μας πέρασε, θα άξιζε ίσως ανάμεσα στα τόσα άλλα ζητήματα της ημέρας, θέματα γενικά και ειδικά, φροντίδες και έγνοιες μας προσωπικές ή μόνιμες, να στραφεί ο νους μας και σε ένα ζήτημα που ορθώνεται όλο και πιο κάθετο,  κατηγορηματικό στον καιρό που ζούμε. Πρέπει να θυμόμαστε; Να έχουμε μνήμη ή να μην έχουμε; Και τι λογής μνήμη;
         Αλλά, γιατί ειδικά την Κυριακή που πέρασε σκεφτήκαμε αυτό το θέμα, θα πει κανένας. Γιατί ήταν μέρα μνήμης όσο λίγες, τουλάχιστον για τις γενιές που φτάνουν ως του υποφραφόμενου. 29 Μαΐου, η άλωση της Πόλης. Το γκρέμισμα ενός ολόκληρου κόσμου. Μια στροφή από τις αποφασιστικότερες και τις πιο δραματικές στην πορεία της Ιστορίας. Ορόσημο για ολόκληρη τη φυλή των ανθρώπων που έλκει την πνευματική καταγωγή της από τον ελληνολατινικό πολιτισμό.
           Δε θα εξάρω εδώ τη σημασία του γεγονότος, τέτοιοι σχολιασμοί, όταν δεν υποβαστάζονται από μια σοφία έγκυρη κι όταν δεν προσκομίζουν κάτι ουσιαστικό και νέο, ξεπέφτουν στην ανίερη φιλολογία ή στο συμβατικότερο σχολικό λόγο, είτε επικήδειος είναι είτε πανηγυρικός. Προτιμότερο τότε να ανοίξουμε και να διαβάσουμε από μέσα μας, ευλαβικά, μια σελίδα αυθεντική, που να έχει το παλμό της προσωπικής μαρτυρίας. Αυτό κι έκανα από μέρους μου, για να τελέσω το μνημόσυνο που μου υπαγορευόταν από τη συναισθηματική μου κλίση. Άνοιξα τις πολύτιμες πηγές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού του Απ. Βακαλόπουλου και διάβασα από κει τις δυο σελίδες του Κριτόβουλου που περιγράφουν τις τραγικές στιγμές της Άλωσης. Με τα κουτσά, μονόφθαλμα λατινικά μου, διάβασα  και τις άλλες δυο σελίδες του Λεονάρδου του Χίου, του καθολικού επισκόπου, που είχε πάει τότε στην Πόλη με τον καρδινάλιο Ισίδωρο και διακόσιους άνδρες για να ενισχύσει την άμυνά της. Είδα μέσα μου έτσι αρκετά, άκουσα αρκετά, στοχάστηκα τα απλά εκείνα πράγματα που είναι ο σταθερός σχολιασμός όλων των πολύ μεγάλων γεγονότων. Ύστερα έκλεισα το βιβλίο με βαριά καρδιά. Μεταφέρω εδώ τη συνέχεια από τον εσωτερικό μονόλογό μου.
           Να θυμόμαστε λοιπόν ή να μην θυμόμαστε; Λυπάμαι για την αμλέτεια αυτή διατύπωση, αλλά τώρα που την κοιτάζω γραμμένη, συλλογίζομαι πως θέτει ένα ερώτημα όχι λιγότερο αδυσώπητο από του Δανού πρίγκιπα. Γιατί το να υπάρχει ή να μην υπάρχεις , ελάχιστα διαφέρει από το να θυμάσαι ή να μην θυμάσαι. Ύπαρξη δίχως μνήμη, ίσον  πρόσωπο χωρίς ταυτότητα, άρα χωρίς αυτοσυνείδηση. Αν καταργήσω τη μνήμη μου, καταργώ το εγώ μου. Το θέμα είναι τι περιεχόμενο πρέπει να έχει αυτό το <<εγώ>>. Από κει αρχίζει όλη η ιστορία.
           Το ένα <<εγώ>> μου, το καθαρά προσωπικό, το διαπλάθει αυτόματα η προσωπική μου ζωή, οι σχέσεις μου με το στενό και ευρύτερο περίγυρο, οι αντιστάσεις που συναντώ, οι σχέσεις που δημιουργώ, τα κάθε λογής συναπαντήματά μου, με τις αντιδράσεις που μου προκαλούν. Το άλλο <<εγώ>> μου το έχουν διαμορφώσει έννοιες και πληροφορίες που μου μεταδόθηκαν θέλεις με την οργανωμένη παιδεία, θέλεις με την προφορική παράδοση. Κατασταλαγμένο σε ένα στρώμα όχι λιγότερο βαθύ από το πρώτο, ιδίως όταν η διεργασία αυτή έγινε στα πολύ χλωρά χρόνια, μετουσιώθηκε γρήγορα σ΄ απόθεμα συναισθηματικό κι έτσι είναι που ζυμώθηκε, έκανε το ένα με τ΄ άλλο, το θεμελιακό << εγώ>> μας. Τώρα σε ώριμη ηλικία, τα δυο μαζί αποτελούν ένα. Αντιδρώ με τις ιδέες μου και για τις ιδέες μου τόσο άμεσα, τόσο ζωηρά, όσο και για τα στοιχειώδη ζωικά συμφέροντά μου. Μια τάξη πραγμάτων νέα που θα ήθελε να με στρατολογήσει στις αντιλήψεις της, θα έπρεπε να επέμβει σ΄ αυτό το αφομοιωμένο ιδεολογικό απόθεμά μου. Να επέμβει δραστικά, όχι απλώς βίαια, γιατί αν εκδηλωθεί βάναυσα, δεν θα πετύχει άλλο παρά να με εξαγριώσει ή να με εξουδετερώσει. Είναι η περίπτωση των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που πηγαίνουν να στρεβλώσουν διαμορφωμένες πια, συγκροτημένες ανθρώπινες συνειδήσεις.
           Μου λένε λοιπόν ότι δεν πρέπει να διατηρώ τη μνήμη καταστάσεων που υποβάλλουν το μίσος, που διαιωνίζουν την αντιδικία, ιδίως την εθνική, και βρίσκω αυτό τον ισχυρισμό λογικό, ευθυγραμμισμένο με το πνεύμα του καιρού μου. Δεν εξετάζω εδώ, αν συχνότατα, μου ζητάνε ένα τέτοιο ψυχολογικό μου αφοπλισμό, για να τον αντικαταστήσουν αμέσως με έναν άλλον ψυχολογικό μου εξοπλισμό, άλλα μίση και άλλες αντιδικίες. Παραδέχομαι ότι τα δεύτερα είναι γόνιμα, ενώ τα πρώτα άγονα, τα δεύτερα συγχρονισμένα, τα πρώτα ξεπερασμένα. Τα δεύτερα διεκπεραιωτικά  μιας πορείας προς την οριστική κατάργηση κάθε ανταγωνισμού. Εκεί που σκοντάφτω είναι στην έμμεση αμφισβήτηση που γίνεται έτσι του ιδεολογικοσυναισθηματικού μου υπόβαθρου. Ένα άτομο αναπτύσσεται κανονικά, οργανικά, μέσα σε ένα κόσμο που έχει βάθος χρόνου, προσωπικότητα, ιστορική συνέχεια. Η διάσταση τούτη, μια συντεταγμένη μέσα στο χρόνο δεν προσδιορίζει απλώς: ορίζει την ανθρωπιά. Αλίμονο σε εκείνους που μπορούν με ένα τίναγμα των ώμων τους να πετάνε από πάνω τους όλο το συναισθηματικό φορτίο του ιστορικού χρόνου κι αλίμονο στις κοινωνίες που τους περιέχουν. Πρόσωπα τέτοια είναι τέρατα εγκεφαλισμού επικίνδυνα, ακόμα κι όταν προβάλλουν τον ισχυρισμό της ιδεολογίας για όπλο. Πρόσωπα με τόσο εύκολα αντικαταστατή ταυτότητα δεν έχουν την ικανότητα να συλλάβουν, να σεβαστούν τις αξίες των αποχρώσεων, την ανιούσα των ημιτονίων, δηλαδή εκείνα ακριβώς που υφαίνουν την ανθρώπινη θερμοκρασία. Βλέπουν τον κόσμο σαν ένα συγκρότημα οικοδομικό από κύβους, σχήματα γεωμετρικά, όγκους στερεομετρικούς, υλικά που μπορείς να τα μετακινείς όπως θέλεις, βάσει σχεδίου.
          Oι άνθρωποι της ηλικίας μου ζήσανε περίεργες και ακραίες μεταβάσεις. Γεννηθήκαμε κάτω από τον αστερισμό της Μεγάλης Ιδέας με το θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά χρωματισμένο ζεστά από τα μητρικά χείλη. Ύστερα, την επομένη ακριβώς μιας μεγάλης εθνικής συμφοράς, που περισσότερο από καταστροφή ήταν ταπείνωση, μας είπανε να ανοίξουμε την αγκαλιά μας στους εχθρούς μας. Την ανοίξαμε, έστω και καταπίνοντας με κόπο τα πικρά δάκρυά μας. Μας είπανε να λησμονήσουμε, να ξεγράψουμε, ό,τι μας είχε γαλουχήσει. Πετύχαμε κάτι που, για όποιον ξέρει την ανθρώπινη ψυχή, ήταν ένας πραγματικός άθλος. Ξαρματώσαμε από κάθε επιθετική διάθεση  και κάθε μνησικακία τις παραδόσεις μας, χωρίς να ασεβήσουμε, να τις απαρνηθούμε. Παρέμειναν έτσι ευλαβικές μνήμες, καντήλια αναμμένα μπροστά στο φτωχικό τέμπλο μιας εκκλησιάς που δε λειτουργιέται πια. Η φιλική μας διάθεση απέναντι στο γειτονικό λαό που μας είχε αδικήσει, που εισέβαλε στον τόπο μας και μας κράτησε σκλάβους για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, ήταν ειλικρινής. Πετύχαμε να ξεχάσουμε όλα τα αδικήματα, να στρέψουμε τη προσοχή μας στις όποιες ανθρώπινες αρετές του γείτονά μας. Αλλά η περιπέτεια δεν είχε τελειώσει εδώ. Το ξύπνημα ήταν ξαφνικό-κάτι χειρότερο: βάναυσο. Όχλοι εξαπολυμένοι μια μέρα, πρωτόγονα στίφη, ποδοπάτησαν, λέρωσαν, βρώμισαν χώρους και σύμβολα που ήταν για μας ιερά. Ξερίζωσαν καθετί ελληνικό, για να κορέσουν έτσι έναν εθνικισμό τους όψιμο και με χυδαία όψη. Και δεν ήταν καν αυτοδύναμος εθνικισμός, ήταν υποκινημένος, γαλβανισμένος από άλλους, από υπολογιστές των παρασκηνίων, ένα πάθος μισθοφορικό. Καταμεσής στον εικοστό αιώνα κι ενώ εμάς μας ζητούσαν τη μεγαλοψυχία του οικουμενισμού, μας αντέτασσαν έναν ολάκερο βρικολακιασμένο μεσαίωνα.
           Δεν τα σημειώνω εδώ, για να υποδαυλίσω αντιδικίες. Τα θυμίζω για να εξηγήσω πως όλα σ΄ αυτόν τον κόσμο δε ρυθμίζονται με παραγγέλματα. Να ξεχνάμε είναι ένα πράγμα, να απαρνιόμαστε τον εαυτό μας είναι ένα άλλο πράγμα. Εκείνοι, στον αιώνας μας, που ισχυρίστηκαν πως έκαναν πλήρη κι οριστική στροφή, όταν σήμανε η ώρα του κινδύνου, επιστράτευσαν ξανά τα πιο βαθιά ιερά τους για ν΄ αγωνιστούν υπέρ βωμών και εστιών, να περισώσουν όχι την εδαφική τους μόνο ακεραιότητα, αλλά τον ίδιο τον ηθικό τους εαυτό. Ενόσω η ζωή θα ξετυλίγεται, καθώς λέει ο Χέγκελ για το δραματικό έργο, μέσα σε ένα κλίμα συγκρούσεων,  ο καθένας θα έχει χρέος να μην απαρνιέται τη ταυτότητά του, να μην προδίδει την ιστορία του, να μην απιστεί στην προέλευσή του.
           Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει μόνο βάθος χρόνου ατομικό. Όλο το νόημα της Ιστορίας κρύβεται σε τούτο ακριβώς: στο ότι αποτελεί μια συντεταγμένη του χρόνου που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα έμβια όντα και του προσδιορίζει την ανθρωπιά. Αν δεν υπήρχε αυτό, η Ιστορία, η πάντοτε πιτσιλισμένη από αίματα, θα ήταν μόνον ό,τι είπε ο Νίτσε, ένα απέραντο αίσχος. Και οι ιδεολογίες μαζί, που έρχονται και παρέρχονται.
                                                                                                 Αθήνα  1-9- 1966


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου