Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Παλάτι Ρωμανού Λεκαπηνού

 
 
 
 
                                                      Παλάτι Ρωμανού Λεκαπηνού

             Στην περιοχή της Μονής Μυρελαίου (που σήμερα λειτουργεί ως τζαμί), μετά από ανασκαφές που ξεκίνησαν πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και  ολοκληρώθηκαν τη δεκαετία του   1960, αποκαλύφθηκε η ύπαρξη  μιας  τεράστιας ροτόντας. Το κεντρικό κτήριο που ήρθε στο φως  ήταν πιθανόν του 5ου αιώνα και στεγαζόταν αρχικά με έναν τεράστιο θόλο. Το κτήριο έχει εξωτερική διάμετρο 41,80 μ., γεγονός που το καθιστά το δεύτερο μεγαλύτερο κυκλικό οικοδόμημα της Ρωμαιοβυζαντινής περιόδου (μόνο το Πάνθεον στη Ρώμη το ξεπερνά).
            Η αρχική λειτουργία και η ταυτότητα της ροτόντας δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Μια από τις πιθανότητες, λαμβάνοντας υπόψη την πιθανή χρονολόγηση του συγκροτήματος τον 5ο αιώνα, είναι ότι αποτελούσε το ανάκτορο της πριγκίπισσας Αρκαδίας, μέλους της Θεοδοσιανής δυναστείας.  Υποστηρίζεται επίσης  ότι πιθανόν ταυτίζεται με τον Αμαστριανό, που σύμφωνα με τις βυζαντινές πηγές, ήταν υπαίθριος χώρος που οριοθετούνταν από ημικυκλικό προστώο και συνδεόταν με τη Μέση οδό, περίπου στην τοποθεσία της ροτόντας του Μυρελαίου.
            Η κατεστραμμένη ροτόντα επαναχρησιμοποιήθηκε, όταν ένα νέο παλατινό οικοδόμημα ανεγέρθηκε ακριβώς πάνω στα ερείπιά της,  στα χρόνια του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού (920 -944). Σε κάποια προγενέστερη φάση –πριν από τις εργασίες ανέγερσης του νέου παλατιού– οι τοίχοι της ροτόντας είχαν ενισχυθεί και οι δύο είσοδοι είχαν χτιστεί. Ο αυτοκράτορας με την προσθήκη 74 κιόνων, σε δεύτερη χρήση, μετέτρεψε ένα μέρος του εσωτερικού οικοδομήματος στην 8η πιο σημαντική κινστέρνα -δεξαμενή  της Πόλης.
            Πάνω στην υπερυψωμένη κρηπίδα που δημιουργήθηκε  χτίστηκε το μεσαιωνικό παλάτι. Το παλάτι ήταν σαφώς μικρότερο από τη ροτόντα και κάλυπτε μόνο το ανατολικό τμήμα της κρηπίδας. Αποτελούνταν από έναν ορθογώνιας κάτοψης χώρο (21,75 x 7,80 μ.) με δύο γωνιακές πυργοειδείς κατασκευές που συνδέονταν με ένα προστώο.Έτσι, το κτήριο θύμιζε το ρωμαϊκό τύπο της έπαυλης με διάδρομο.
              Το κτήριο θεωρείται ότι ήταν το παλάτι του αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ Λεκαπηνού (920-944), που μετατράπηκε από τον ίδιο σε γυναικείο μοναστήρι, όπως μας είναι γνωστό από τις πηγές, αυτό βρισκόταν κοντά στην εκκλησία του Μυρελαίου (επίσης έργο του Ρωμανού), που σώζεται, αφού μετατράπηκε σε τζαμί (το Bodrum Camii).
              Πάντως, δεν είναι σίγουρο κατά πόσο ο Ρωμανός έχτισε αυτό το παλάτι. Σχετικά με αυτό το θέμα έχει προταθεί η άποψη ότι το παλάτι ίσως ταυτιζόταν με την Οικία του Κρατερού, η οποία ήταν προσαρτημένη στην ημικυκλική αυλή του Αμαστριανού: είτε του στρατηγού Θεοδώρου Κρατερού, που υπηρέτησε επί του αυτοκράτορα Θεοφίλου (πρώτο ήμισυ του 9ου αιώνα), είτε του Ανδρέα Κρατερού, που ήταν δομέστικος επί Βασιλείου Α΄ και Λέοντος Στ΄ (δεύτερο ήμισυ του 9ου αιώνα).
               Σήμερα στη περιοχή λειτουργεί υπαίθρια αγορά…
                                                
                                                    πηγή Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη

Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

Η παράλληλη πορεία της πριγκίπισσας Ισαβέλλας με την τύχη του πριγκιπάτου της Αχαΐας

Η σφραγίδα της πριγκίπισσας Ισαβέλλας και το οικόσημο των Βιλλεαρδουίνων
 
     Η παράλληλη πορεία της πριγκίπισσας Ισαβέλλας με την τύχη του πριγκιπάτου της Αχαΐας
 
             Η Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνου, γνωστή και ως Ιζαμπώ ή Ζαμπέα, όπως την αναφέρει το Χρονικόν του Μορέως, (γεννήθηκε 1260/63, πέθανε στις 23 Ιανουαρίου 1312) ήταν η μεγαλύτερη κόρη του πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου  και κύριος κληρονόμος του. Από τη μεριά της μητέρας της είχε βυζαντινή καταγωγή, μια και ήταν κόρη της Άννας Δούκαινας, κόρη του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ. Η ζωή της θα μπλεχτεί μέσα στα γρανάζια της πολιτικής, οι γάμοι της θα υπαγορευτούν από τη διπλωματία, η ίδια της η μοίρα θα ταυτιστεί με αυτήν του πριγκιπάτου της Αχαΐας.
                 Μετά τη μάχη του Μακρυπλαγίου  που έλαβε χώρα το 1264 (ή το 1265) ανάμεσα στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την νίκη των Φράγκων, φαίνεται να παγιώνεται  η κατάσταση στην Πελοπόννησο με τους Βυζαντινούς να κατέχουν  τα τρία ισχυρά κάστρα του Μυστρά, της Μάνης και της Μονεμβασιάς και τους Φράγκους να μη μπορούν να τα ανακαταλάβουν. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος, βλέποντας από τη μεριά του ότι δεν μπορούσε να καταλάβει ολόκληρη τη Πελοπόννησο, προτείνει στον πρίγκιπα Γουλιέλμο να παντρευτεί η κόρη του Ισαβέλλα με τον διάδοχο του θρόνου της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικο Παλαιολόγο. Ο γάμος αυτός θα έδινε τη δυνατότητα μελλοντικά στην αυτοκρατορία να προσαρτήσει το πριγκιπάτο. Οι Φράγκοι προφανώς θα αρνηθούν και ο Γουλιέλμος θα επιλέξει άλλον υψηλό γαμπρό, Φράγκο στην καταγωγή,για την κόρη του: τον Φίλιππο της Σικελίας, γιο του Καρόλου του Ανδεγαυικού, βασιλιά της Σικελίας και της Νάπολης. Ουσιαστικά το πριγκιπάτο επρόκειτο να περάσει στα χέρια του βασιλείου της Σικελίας, ο ίδιος ο Φίλιππος γινόταν ο διάδοχος του πριγκιπάτου. Σε περίπτωση χηρείας οριζόταν ότι η Ισαβέλλα δε θα είχε δικαίωμα να παντρευτεί χωρίς την άδεια του βασιλιά Καρόλου.
                Ο Κάρολος, αδερφός του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου, είχε καταλάβει τη Σικελία και τη Νάπολη, και μέσω αυτού του γάμου θα επιχειρούσε να ελέγξει τις λατινικές κτήσεις στην Ελλάδα. Στις 28 Μαΐου 1271  η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Φίλιππο, ο οποίος όμως λίγα χρόνια αργότερα, το 1277 θα πεθάνει. Η Ισαβέλλα θα παραμείνει μόνη στη βασιλική αυλή της Νεάπολης, δεσμευμένη από τον όρο του γάμου. Το 1278 θα πεθάνει και ο πατέρας της Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος, ολόκληρο το πριγκιπάτο θα περάσει στα χέρια του βασιλιά της Σικελίας.
          Είναι η περίοδος που το πριγκιπάτο της Αχαΐας, χωρίς ουσιαστικό ηγέτη θα αρχίσει να παρακμάζει, με τους κατά τόπους βαρόνους, ελλείψει αρχηγίας, να αυθαιρετούν και το βασιλιά Κάρολο να μην πολυενδιαφέρεται για το κρατίδιό του.
           Η κατάσταση θα αλλάξει το 1278, όταν ο νέος βασιλιάς της Σικελίας Κάρολος ο Β΄, θα επιτρέψει στην Ισαβέλλα που είχε κληρονομικά δικαιώματα στο πριγκιπάτο, να παντρευτεί για δεύτερη φορά τον Φίλιππο του Αινώ, εγγονό του Λατίνου αυτοκράτορα Βαλδουίνου. Ο όρος που θα μπει και πάλι θα είναι πάλι ο ίδιος, απαγόρευση  νέου γάμου αυτής ή και των απογόνων της χωρίς την άδεια των Φράγκων, προκειμένου το πριγκιπάτο να είναι πάντα υπό λατινικό έλεγχο.
          Η Ισαβέλλα με το νέο της σύζυγο Φίλιππο, έρχονται στην Πελοπόννησο και γίνονται δεκτοί  με θετικό τρόπο από το λαό του πριγκιπάτου. Στη διάρκεια της διακυβέρνησης του θα συμβούν σημαντικά γεγονότα που θα έχουν να κάνουν με την αυτοκρατορία. Συγκεκριμένα οι σλαβόφωνοι της Γιάννιτσας, κοντά στην Καλαμάτα, θα καταλάβουν την Καλαμάτα (1283) και θα υψώσουν τα βυζαντινά σύμβολα.
             Θα υπάρξει εμπλοκή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου Παλαιολόγου. Μετά όμως  την προδοσία του στρατιωτικού διοικητή του Μιστρά Γ. Σγουρομάλλη,  η πόλη θα παραδοθεί και πάλι στους Φράγκους. Ο Σγουρομάλλης θα τιμωρηθεί, γιατί έδρασε χωρίς να υπολογίσει τις εντολές του αυτοκράτορα, το Βυζάντιο θα χάσει την ευκαιρία να επεκτείνει την κυριαρχία του στην περιοχή.
              Η Ισαβέλλα απέκτησε το πρώτο της παιδί, την Ματθίλδη, η οποία αρραβωνιάστηκε με το Δούκα των Αθηνών Γκυ ντε Λα Ρός. Λίγο αργότερα (1297) θα πεθάνουν και ο Δουκας και ο Φίλιππος. Έτσι η Ισαβέλλα μαζί με την κόρη της, θα βρεθεί για δεύτερη φορά δεσμευμένη από το όρο του γάμου και εξαρτημένη από το βασιλιά της Σικελίας.
             Η Ισαβέλλα πραγματοποίησε τρίτο γάμο με τον Φίλιππο της Σαβοίας λόρδο του Πεδεμοντίου, αυτή τη φορά χωρίς να πάρει την επίσημη άδεια από τους Φράγκους. Ο βασιλιάς Κάρολος β΄, μετά από μεσολαβηση του πάπα Βονιφάτιου, συναίνεσε στο γάμο. Ο Φίλιππος είχε επεκτατικά σχέδια και δρούσε ανεξάρτητα από το βασίλειο της Σικελίας. Ήταν αυταρχικός κυβερνήτης, βάζοντας υπό την κηδεμονία του όλους τους βαρόνους,  επέβαλε μεγάλους φόρους και προκάλεσε την εξέγερση των Ελλήνων στην περιοχή της Αρκαδίας..
           Ο βασιλιάς της Νάπολης Κάρολος Β΄ κάλεσε (1306) το πριγκιπικό ζεύγος στην αυλή του και κατηγόρησε τον μεν Φίλιππο για απιστία, την δε Ισαβέλλα ότι προχώρησε σε τρίτο γάμο χωρίς την συγκατάθεση του. Έτσι τους στέρησε το Πριγκιπάτο της Αχαΐας που το παραχώρησε στον γιο του Φίλιππο του Τάραντα. Η Ισαβέλλα χώρισε τον Φίλιππο και κατέφυγε στο Αινώ, στη σημερινή Ολλανδία, όπου μέχρι τον θάνατο της (1311) προσπαθούσε να διεκδικήσει τα δικαιώματα της στο πριγκιπάτο.
            Κι ενώ θα ενισχύεται η βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο, το πριγκιπάτο μετά την οικογένεια των Βιλλεαρδουίνων θα πάψει να αποτελεί πόλο έλξης για τους Γάλλους. Θα το επισκέπτονται τυχοδιώκτες Ιταλοί, που θα αναζητούν γη και εξουσία και ποτέ μέχρι την κατάλυσή του (1430) και την ενσωμάτωσή του στα βυζαντινά εδάφη, δε θα αποκτήσει μια ισχυρή ηγεσία.
 
 


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Η μάχη της Πελαγονίας- Καστοριάς (1259)

 
 
 
                                      Η μάχη της Πελαγονίας- Καστοριάς (1259)

             Μέσα στο διπλωματικό πλαίσιο των συμμαχιών και της εξυπηρέτησης των συμφερόντων, όπως η κάθε πλευρά τα εννοούσε, ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος παντρεύτηκε, όπως ευρέως συνηθιζόταν στο Μεσαίωνα, την Άννα Δούκαινα, κόρη του Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ της Ηπείρου. Η άλλη κόρη του Δεσπότη, Ελένη, παντρεύτηκε τον Μαμφρέδο, βασιλιά της Σικελίας που επιθυμούσε την επέκταση της κυριαρχίας του προ την Ανατολή. Με τους διπλωματικούς αυτούς γάμους προέκυψε μια τριπλή συμμαχία ( Δεσποτάτο Ηπείρου-Βασίλειο Σικελίας-Πριγκιπάτο Αχαΐας) που στρεφόταν εναντίον  της ισχυρής αυτοκρατορίας της Νίκαιας.
           Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος, που μόλις είχε ανέλθει στο θρόνο, έστειλε έναν ισχυρό στρατό που περιλάμβανε αρκετούς μισθοφόρους, Τούρκους, Κουμάνους, Σλάβους. Τη διοίκησή του ανέλαβαν ο αδελφός του αυτοκράτορα, Ιωάννης Παλαιολόγος και ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος. Ο δεσπότης Μιχαήλ ζήτησε βοήθεια από τους γαμπρούς του, όμως ο Μαμφρέδος που είχε εμπλακεί σε πόλεμο με τους Ιταλούς έστειλε μόνο 400 ιππότες, ενώ ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος έσπευσε στην περιοχή με το σύνολο των ιπποτών του πριγκιπάτου του αλλά και με Έλληνες της Πελοποννήσου.
            Η τελική μάχη μεταξύ των δύο Ελλήνων βασιλέων και των συμμάχων τους δόθηκε κάπου πολύ κοντά στην Καστοριά, στην ονομαζόμενη τότε πεδιάδα της Πελαγονίας. Η πεδιάδα αυτή με το αλλότριο όνομα, ήταν το σημερινό οροπέδιο Άργους Ορεστικού - Μεσοποταμίας.
              Στο οροπέδιο της Ορεστίδας λοιπόν και στην απροσδιόριστη σήμερα τοποθεσία "Βορίλα λόγγος", λίγο έξω απ’ την Καστοριά, η οποία αποτελούσε το ορμητήριο των Ηπειρωτών, παρατάχτηκαν οι δύο αντίπαλοι στρατοί. Στο στρατόπεδο του Δεσποτάτου της Ηπείρου υπήρχε ένταση και καχυποψία ανάμεσα στους Έλληνες της Ηπείρου και στους Λατίνους του Πριγκιπάτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στρατοπέδευαν σε διαφορετικά μέρη, η ένταση μεταξύ τους αυξήθηκε όταν ο  γιος του Δεσπότη, Ιωάννης, σύμφωνα με τον Γεώργιο Παχυμέρη, εξοργίστηκε από την προσοχή που έδειχναν κάποιοι Φράγκοι ευγενείς στην όμορφη Βλάχα γυναίκα του. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος όχι μόνο δεν τιμώρησε τους υπαίτιους, αλλά και προσέβαλε τον Ιωάννη, ο οποίος, μετά από αυτό το επεισόδιο εγκατέλειψε το στρατόπεδο και ενώθηκε με τους Νικαιάτες.
           Και ο δεσπότης Μιχαήλ, αντιλαμβανόμενος την κατάρρευση της συμμαχίας, απεσύρθη, ο στρατός των Ηπειρωτών διαλύθηκε. Οι δυνάμεις του Γουλιέλμου και του Μαμφρέδου δέχθηκαν απροετοίμαστες την επίθεση των Νικαιατών. Ο καλά οπλισμένος στρατός των ιπποτών της Δύσης, υποχώρησε μπροστά στον ελαφρά οπλισμένο στρατό της Ανατολής. Ο Γεώργιος Ακροπολιτης, ιστοριογράφος της εποχής, γράφει: << Με τις οδηγίες του αυτοκράτορα, τα στρατεύματά μας γνώρισαν μια τόσο μεγάλη νίκη που η φήμη της ξεπέρασε τα άκρα της γης. Λίγες τέτοιες νίκες έχει δει ο ήλιος...>>
         Οι Ούγγροι τοξότες της Νίκαιας σκότωσαν τα άλογα των Φράγκων ιπποτών αφήνοντάς τους ουσιαστικά ανυπεράσπιστους. Πολλοί ιππότες σκοτώθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Γουλιέλμος στην προσπάθειά του να ξεφύγει κρύφτηκε σε μία θημωνιά, αλλά βρέθηκε λίγο αργότερα και αναγνωρίστηκε από το χαρακτηριστικό προτεταμένο δόντι του και  οδηγήθηκε στο στρατόπεδο των νικητών μαζί με τους υπόλοιπους Λατίνους ευγενείς που είχαν συλληφθεί. Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διαφύγουν και να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο. 
         Η μάχη ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος για την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Με την αιχμαλωσία του Γουλιέλμου εξουδετερωνόταν το πριγκιπάτο της Αχαΐας, που ήταν το ισχυρότερο φραγκικό κράτος στον ελλαδικό χώρο. Η απειλή για τη Θεσσαλονίκη είχε εκλείψει και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μπορούσε να στρέψει την προσοχή του στην ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα η ήττα θα αποδειχτεί καθοριστική για το μέλλον του πριγκιπάτου της Αχαΐας, αν και οι συνέπειές της θα αποδειχτούν σταδιακά.
          Ο πρίγκιπας με τους υπόλοιπους αιχμαλώτους παρέμειναν για τρία περίπου χρόνια αιχμάλωτοι. Στις προτάσεις του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου που ζητούσε την Πελοπόννησο για να απελευθερώσει τους υψηλούς κρατούμενους, ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος απαντούσε αρνητικά. Τελικά κάτω από την πίεση του χρόνου, αποφασίστηκε η απελευθέρωση του ίδιου και των υπολοίπων με αντάλλαγμα τα ισχυρά κάστρα του Μυστρά, της Μάνης και της Μονεμβασιάς. Η συμφωνία θα έπρεπε να επικυρωθεί από τη μεγάλη κούρτη ( σύνοδο) των βαρόνων. Παρά την αντίδραση του δούκα των Αθηνών Γκυ ντα λα Ρος, κάτω από την πίεση των συζύγων των αιχμαλώτων, η συμφωνία επικυρώθηκε. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος επέστρεψε στην Πελοπόννησο το 1261.
           Μια νέα πραγματικότητα διαγράφεται  στην Πελοπόννησο. Τα τρία ισχυρά κάστρα περνούν σε βυζαντινά χέρια, από την Πόλη φτάνει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, αδελφός του Μιχαήλ,  με στρατιωτική δύναμη για να εδραιώσει την ελληνική παρουσία στην περιοχή…


 

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

<< Το Χρονικόν του Μορέως>>

 
 
 
 
                                              << Το Χρονικόν του Μορέως>>
 
                     Aπό τους Φράγκους που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, πολλοί στη δεύτερη ιδίως και στην τρίτη γενιά, αφομοιώθηκαν γλωσσικά. Άλλοι πάλι ήταν <<γασμούλοι>>, γιοι Φράγκων από μητέρες Ελληνίδες. Ένας από τους γλωσσικά εξελληνισμένους αυτούς Φράγκους (όχι απαραίτητα γασμούλος), έγραψε γύρω στο 1300 ένα χρονικά στα ελληνικά σε 10.000 περίπου δεκαπεντασύλλαβους στίχους, το <<Χρονικόν του Μορέως>>.
                 Είναι η εξιστόρηση από τη μεριά των κατακτητών, και με πνεύμα σαφώς ανθελληνικό και αντιορθόδοξο, της κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Φράγκους και της κατοχής της χερσονήσου από τους διάφορους αφέντες ή πρίγκιπες. Το μεγαλύτερο μέρος το καταλαμβάνει η αφήγηση στα χρόνια όπου κυβερνά ο Γουλιέλμος Β΄ ο Βιλλεαρδουίνος, που ο συγγραφέας τον θαυμάζει και τον παρουσιάζει ως πρότυπο της ιπποτικής αρετής. Η εξιστόρηση φτάνει ως το 1292.
                  Το έργο μας έχει σωθεί σε αρκετά ελληνικά χειρόγραφα και σε τρεις ξενόγλωσσες διασκευές, μία ιταλική, μία γαλλική και μια αραγωνική. Αυτό και μερικές άλλες πετυχημένες παρατηρήσεις, έκαναν τον εκδότη του έργου JOHN SCHMITH (1904) να θεωρήσει ως αρχικό πρωτότυπο κείμενο την ελληνική έκδοση, από την οποία προήλθαν οι ξενόγλωσσες.
                 Το έργο είναι ένα πρώτης τάξεως ιστορικό, γεωγραφικό αλλά και γλωσσικό μνημείο, καθώς μάλιστα ο εξελληνισμένος αυτός Φράγκος είναι τελείως ανεπηρέαστος από την κλασσική και την εκκλησιαστική ελληνική παράδοση και γράφει γνησιότερα την ομιλούμενη του καιρού του. Λογοτεχνικές ή ποιητικές αρετές δεν είναι βέβαια δυνατό να περιμένουμε, αλλά δεν είναι αυτές μονάχα που δίνουν το ενδιαφέρον σε ένα παλιότερο φιλολογικό έργο.
                                                          Λίνος Πολίτης, Ιστορία Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
 Ακολουθεί η αρχή του έργου:
 
  Θέλω νὰ σὲ ἀφηγηθῶ ἀφήγησιν μεγάλην·
 κι ἂν θέλῃς νὰ μὲ ἀκροαστῇς, ὀλπίζω νὰ σ᾿ ἀρέσῃ.
 [` 2]. Ὅταν τὸ ἔτος ἤτονε, ἀπὸ κτίσεως κόσμου,
 ἑξάκις χιλιάδες δὲ κ᾿ ἑξάκις ἑκατοντάδες
 καὶ δώδεκα ἐνιαυτούς, τόσον καὶ οὐχὶ πλέον,
 διὰ συνεργίας καὶ προθυμίας, μόχθου πολλοῦ καὶ κόπου
 τοῦ μακαρίου ἐκεινοῦ φρὲ Πιέρου ἐρημίτου,
 ὅστις ἀπῆλθε στήν Συρίαν, νὰ ἔχῃ προσκυνήσει
 ἔσω εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφο.
 Κι ὡς ηὗρε τοὺς χριστιανούς, ὁμοίως τὸν πατριάρχην,
 οἵτινες ἐδουλεύασιν ἐκεῖ τὸν ἅγιον τάφον,
 τὸ πῶς τοὺς ἀτιμώνασιν τὸ ἀβάφτιστον τὸ ἔθνος,
 ἐκεῖνοι οἱ Σαρεκηνοὶ ὅπου τὸν ἀφεντεῦαν·

ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ

ὅταν ἐλειτούργα κ᾿ ὕψωνεν τὰ ἅγια ὁ πατριάρχης,
 μὲ δύναμης τὰ ἅρπαζαν κ᾿ ἐρρίχτασίν τα κάτω,
 κι ἂν ἦτον τόσα ἀπότολμος νὰ τοὺς ἀντιμιλήσῃ,
 εὐτὺς χάμω τὸν ἔρριπταν, πολλὰ τὸν τιμωροῦσαν.
 Ἰδόντας τοῦτο ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ὁ ἐρημίτης,
 μεγάλως ἐβαρέθηκεν, ἔκλαψεν ἐλυπήθην,
 καὶ εἶπεν πρὸς τοὺς χριστιανοὺς καὶ πρὸς τὸν πατριάρχην.
 «Ὡς χριστιανὸς ὀρθόδοξος ὀμνύω σας καὶ λέγω·
 ἂν δώσῃ ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ δόξα του ν᾿ ἀποστραφῶ στὴν Δύση,
 στὸν Πάπα τὸν ἁγιώτατον κ᾿ εἰς ὅλους τοὺς ρηγᾶδες
 βούλομαι ἐλθεῖν σωματικῶς νὰ τοὺς εἰπῶ τὰ βλέπω,
 κι ὀλπίζω εἰς ἔλεος Χριστοῦ νὰ τοὺς παρακινήσω,
 νὰ ἔλθουν μὲ τὰ φουσσᾶτα τους ἐδῶ στὸ μέρος τοῦτο,
 νὰ ἐβγάλουν τοὺς Σαρεκηνοὺς ἐκ τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφον».
 Λοιπὸν θρηνῶντας ἐστράφηκεν καὶ εἰς τὴν Ρώμην ἦλθεν.
 Τοῦ Πάπα ἀφηγήσετον τὰ ἤκουσεν καὶ εἶδεν.
 Κι ὁ Πάπας, ὡς τὸ ἤκουσεν τὸ πῶς τὸν ἀφηγᾶτον,
 ἔκλαψεν σφόδρα, λυπηρά, μεγάλως ἐλυπήθην·
 εὐτὺς ὁρίζει, γράφουσιν εἰς ὅλα τὰ ρηγᾶτα·
 γαρδιναλέους ἀπέστειλεν, λεγάτους κ᾿ ἐπισκόπους,
 εἰς τὸ ρηγᾶτο Φράντσας τε καὶ τόπους τοὺς ἑτέρους,
 ἔνθα ἦσαν οἱ Χριστιανοί, ὅπου καὶ ἀφεντεῦαν·
 εὐχὴν καὶ παρακάλεσιν εἰς αὔτους ἀποστείλει·
 εἴτις ἀπέλθῃ στὴ Συρίαν εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸν τάφον,
 ὅσα καὶ ἂν ἁμάρτεσεν ἀφότου ἐγεννήθη,
 νὰ ἔχῃ τὴν συμπάθειον εὐτὺς τῶνε φταισμάτων.
 Ὡς τὸ ἤκουσαν οἱ ἅπαντες οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Δύσης,
 εὐτὺς ἐπῆραν τὸν σταυρὸν κ᾿ εἰς τὸν Χριστὸν ὠμόσαν
 νὰ ἀπέλθουν νὰ ἐβγάλουσιν τὸ γένος τῶν βαρβάρων.
 Τῶν χριστιανῶν ἡ ἕνωσις ἐγίνοτον μεγάλη·
 ὀγδοῆντα ὀχτὼ εὑρέθησαν χιλιάδες καβαλλάροι...
 
                    Μια πολύ ενδιαφέρουσα συσχέτιση του << Χρονικού του Μορέως>> με το <<Φάουστ>> του Γκαίτε κάνουν αρκετοί μελετητές. Στην ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας του Α.Α. Βασίλιεφ διαβάζουμε:

            <<Mερικοί μελετητές υποθέτουν ότι ασφαλώς η διοίκηση των Φράγκων στον Μορέα και πιθανόν το ίδιο το Χρονικόν του Μορέως επηρέασαν τον Γκαίτε, που στην Τρίτη πράξη του δεύτερου μέρους της τραγωδίας του Φάουστ τοποθετεί την σκηνή στην Ελλάδα, στη Σπάρτη, όπου εκτυλίσσεται η ερωτική σκηνή του Φάουστ και της ωραίας Ελένης. Ο ίδιος  ο Φάουστ παρουσιάζεται εκεί ως πρίγκιπας της κατεχόμενης Πελοποννήσου, περικυκλωμένος από φεουδάρχες, ενώ ο χαρακτήρας της διοίκησής τους μας θυμίζει έναν από τους Βιλλεαρδουίνους, όπως αυτός παρουσιάζεται στο Χρονικόν του Μορέως. Σε μια συζήτηση του Μεφιστοδελή και της Ελένης, ο Σμιτ πιστεύει ότι μπορούμε μα διακρίνουμε την περιγραφή του Μυστρά, που κτίστηκε την εποχή της λατινικής κυριαρχίας στον Μορέα.
             Κατόπιν εμφανίζεται μια περιγραφή του κάστρου αυτού, που έχει στύλους, παραστάδες, αψίδες, εξώστες, στοές, θυρεούς, κ.λπ. όπως κάθε μεσαιωνικό κάστρο. Όλο αυτό το μέρος της τραγωδίας φαίνεται ότι γράφτηκε υπό την επιρροή του Χρονικού του Μορέως και επομένως ο Φάουστ περιέχει υλικό που προέρχεται από την κατάκτηση του Μορέως από του Φράγκους>>.
                                 
                                                 Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, Α.Α. Βασίλιεφ


Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Οι Φραγκοι στην Πελοπόννησο - Πριγκιπάτο της Αχαΐας - μέρος β΄

             
 
 
 

                 Οι τοπικοί πληθυσμοί δέχτηκαν κατά κανόνα τους Φράγκους χωρίς αντίσταση και μερικές φορές με ανακούφιση. Και αυτό συνέβη, γιατί ήταν εξαθλιωμένοι από τους συνεχείς πολέμους, τις επιδρομές και την πειρατεία, ασφυκτιώντας από την υπερφορολόγηση και τις αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, που όσο αδυνάτιζε η κεντρική εξουσία της Βασιλεύουσας τόσο ισχυροποιούνταν η δική τους.
             Οι περισσότεροι Έλληνες άρχοντες της Πελοποννήσου προτίμησαν να συμβιβασθούν με τους κατακτητές, οι Λατίνοι, λίγοι καθώς ήταν, θα χρειαστούν ντόπιους για να αποκτήσουν στρατό και να παγιώσουν την κυριαρχία τους. Από την επιμειξία των Λατίνων με τους ντόπιους θα προκύψουν οι γασμούλοι, παιδιά Λατίνων με Ελληνίδες, οι οποίοι θα αντιμετωπίζονται υποτιμητικά και από τους Λατίνους και από τους Έλληνες. Οι γασμούλοι θα χρησιμοποιηθούν κυρίως στο στρατό και θα είναι περισσότερο προσκολλημένοι στην άρχουσα τάξη, στους Λατίνους.
             Οι περισσότεροι Έλληνες θα γίνουν δουλοπάροικοι των νέων αφεντικών της χώρας τους. Οι κατακτητές απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς από τις περιοχές τους, ίδρυσαν καθολικές εκκλησίες, επέτρεψαν όμως στον ντόπιο πληθυσμό να διατηρήσει το δόγμα του, έχοντας μόνο απλούς ιερείς.
            Tο Πριγκιπάτο της Αχαΐας κατέχει ιδιαίτερη θέση μεταξύ των φράγκικων κρατών στη μεσαιωνική Ελλάδα. Ο πρώτος πρίγκιπας της Πελοποννησου προσπάθησε να οργανωσει το κράτος του, να αποφύγει τις εντάσεις με τους ντόπιους, στους οποίους έπρεπε να στηριχτεί, ενώ δεν δίστασε να συγκρουστεί με την καθολική εκκλησία.
           Στη δυτική πλευρά της χερσονήσου κτίστηκε από το Γοδεφρείδο το κάστρο Χελμούτσι κοντά στη Κυλήνη. Ήταν το ισχυρότερο τότε οχυρό του πριγκιπάτου, οι Φράγκοι το αποκαλούσαν Κλερμόν και στα ιταλικά Καστέλ Τορνέζε. Εκεί υπήρχε και νομισματικοπείο και τα νομίσματα που κόβονταν ονομάζονταν τορνέζια. Τα νομίσματα αύτά χεησιμοποιήθηκαν ευρύτατα στις εμπορικές συναλλαγές στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.
            Το 1228 ο Γοδεφρείδος Α΄ πέθανε και τον διαδέχτηκε ο γιος του Γοδεφρείδος ο Β΄. Προσπάθησε να αποφύγει τις πολεμικές συγκρούσεις, ακολουθώντας μετριοπαθή πολιτική. Από το 1231 ο πρίγκιπας της Αχαίας έστελνε στην Πόλη 22.000 υπέρπυρα κάθε χρόνο, για να ενισχύσει την άμυνά της εναντίον της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ουσιαστικά το πριγκιπάτο της Αχαίας με τα χρήματα αυτά συντηρούσε το λατίνο αυτοκράτορα.
            Ο Γοδεφρείδος πέθανε το 1246 και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Γουλιέλμος.
            Τα χρόνια του Γουλιέλμου, που ήταν ο πρώτος ηγεμόνας του πριγκιπάτου που γεννήθηκε σε ελληνικό έδαφος, αποτελούν την περίοδο ακμής του. Ο Γουλιέλμος, φιλόδοξος και ριψοκίνδυνος, θα διοικήσει με διαφορετικό τρόπο το πριγκιπάτο.Το 1248 με την κατάληψη της Μονεμβασιάς και την καθυπόταξη των Σλάβων του Ταύγετου, θα ολοκληρώσει την  κατάκτηση της Πελοποννήσου.
           Η εποχή του Γουλιέλμου χαρακτηρίζεται από την ειρηνική συνύπαρξη Λατίνων και Ελλήνων μέσα στην επικράτειά του, τις συγκρούσεις του με άλλους Φράγκους ηγεμόνες και την ανάμειξή του στον πόλεμο μεταξύ των δυο βυζαντινών κρατών, της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου, την άριστη οργάνωση του στρατού του αλλά και την πολυτέλεια και τη λαμπρότητα που χαρακτήριζε την αυλή του.
             Στην Πελοπόννησο άρχισαν να συρρέουν επισκέπτες από την υπόλοιπη λατινοκρατούμενη Ελλάδα αλλά και από τη Δύση, πολλοί νεαροί Ευρωπαίοι έρχονταν να διδαχτούν τις αρχές της ιπποσύνης. Σύμφωνα με το Μαρίνο Σανούδο, Βενετό χρονικογράφο, τα γαλλικά που μιλούσαν οι Φράγκοι της Πελοποννήσου στα χρόνια του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου ήταν εφάμιλλα  με εκείνα των κατοίκων του Παρισιού. Ο πάπας Ονώριος Γ΄ απευθυνόμενος στη Μπλανς, βασίλισσα της Γαλλίας, μιλάει για τη δημιουργία στην περιοχή <<ενός είδους νέας Γαλλίας>>.
              Στις διαταγές του Γουλιέλμου βρίσκονταν συνεχώς 1000 ιππότες, φτιάχτηκε και ναυτικό και η φήμη του άρχισε να απλώνεται  σε όλη τη Δύση. Το 1249 ο πρίγκιπας Γουλιέλμος συμμετείχε στην Ζ΄ σταυροφορία με τους ιππότες και τα καράβια του, κάνοντας ιδιαίτερη εντύπωση στο βασιλιά της Γαλλίας  Λουδοβίκο Θ΄.
           Την ίδια χρονιά 1249, αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική σημασία  του λόφου του Μυστρά, κτίζει στην κορυφή του το φρούριο που σώζεται ως σήμερα. Το κάστρο αυτό θα αποτελέσει τον πυρήνα της μετέπειτα καστροπολιτείας του Μυστρά, μιας από τις σημαντικότερες υστεροβυζαντινές πόλεις. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή από το << Χρονικό του Μορέως>>:
 
 ...κι όσον εγύρεψεν καλά τα μέρη εκείνα όλα , ηύρεν βουνί παράξενον, απόκομμα εις όρος. . . και Μυζηθράν τ` ωνόμασεν, διατί το εκράζαν ούτως λαμπρόν κάστρον το έποικεν και μέγα  δυναμάριν...                                                   {Χρονικό του Μορέως, στ. 2985-86, 2990-91).
             
             Έτσι κτίστηκε το κάστρο του Μυστρά στην τοποθεσία που ονομαζόταν Μηζυθράς από τον ιδιοκτήτη του τόπου που θα λεγόταν έτσι ή θα είχε το ανάλογο επάγγελμα...
             Τα επεκτατικά  σχέδια και οι μεγάλες φιλοδοξίες θα κοστίσουν στον Γουλιέλμο. Οι βλέψεις προς την Εύβοια και την κεντρική Ελλάδα τού στοίχισαν τη συμμαχία των Βενετών, ενώ η ανάμειξή του στη σύγκρουση μεταξύ της αυτοκρατορίας της Νικαιας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου και η ήττα στη μάχη της Πελαγονίας (1259), θα έχουν αποτέλεσμα την σύλληψή του από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Θα παραμείνει αιχμάλωτος για περισσότερο από δύο χρόνια και θα απελευθερωθεί μόνο μετά την ανακατάληψη της Πόλης (1261) από την αυτοκρατορία της Νίκαιας, πληρώνοντας όμως το βαρύ τίμημα των τριών σημαντικών κάστρων του πριγκιπάτου: της Μονεμβασίας, της Μάνης και του Μυστρά, τα οποία θα περάσουν στον έλεγχο των Βυζαντινών. Τα κάστρα αυτά αποτέλεσαν τον πυρήνα του Δεσποτάτου του Μορέως και σταθερή βάση των Ελλήνων στην Πελοπόννησο.
            Θα ακολουθήσουν και άλλες συγκρούσεις και οι Βυζαντινοί, παρά τις πρόσκαιρες ήττες τους, θα κατορθώσουν να επιβάλλουν την παρουσία τους στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου, με επίκεντρο και πρωτεύουσα το Μυστρά, που θα αναδειχτεί σε σπουδαίο πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο.


 

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Φράγκοι στην Πελοπόννησο

 
 
 
 
                                                   Φράγκοι στην Πελοπόννησο
         Η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους -Το Πριγκιπάτο της Αχαΐας 1205-1432
           
           Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Σταυροφόρους, πρώτο μέλημα των κατακτητών ήταν να μοιράσουν τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας με βάση την partitio Romanieae (διαμελισμός της Ρωμανίας), την προκαταρκτική συμφωνία που είχαν συνάψει ήδη από το 1202.          
            Αυτοκράτορας της λατινικής αυτοκρατορίας της Πόλης στέφτηκε ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας με επικράτεια τη Θράκη, μέρος της Μικράς Ασίας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου(Λέσβο, Χίο και Σάμο). Ο άλλος ισχυρός άνδρας, ο Βονιφάτιος Μομφερατικός, ονομάστηκε βασιλιάς της Θεσσαλονίκης και τα εδάφη του περιλάμβαναν τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, την Ανατολική Στερεά και μέρος της Πελοποννήσου. Οι Βενετοί, που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάληψη της Πόλης, με την καθοδήγηση του Ερρίκου Δάνδολου έπαιρναν τα νησιά, παράλιες περιοχές της Πελοποννήσου, τα μέρη δηλαδή εκείνα που τους ενδιέφεραν για τις εμπορικές τους δραστηριότητες.
              Οι μοιρασιές και οι συμφωνίες έπρεπε να επιβεβαιωθούν με την κατάκτηση όλων αυτών των περιοχών, κάτι που τελικά θα γίνει χωρίς μεγάλα προβλήματα. Οι τοπικοί πληθυσμοί δέχτηκαν κατά κανόνα τους Φράγκους χωρίς αντίσταση και μερικές φορές με ανακούφιση.  Και αυτό συνέβη γιατί ήταν εξαθλιωμένοι από τους συνεχείς πολέμους, τις επιδρομές και την πειρατία, ασφυκτιώντας από την υπερφορολόγηση και τις αυθαιρεσίες των τοπικών αρχόντων, που όσο αδυνάτιζε η κεντρική εξουσία της Βασιλεύουσας τόσο ισχυροποιούνταν η δική τους.
             Το  Βονιφάτιο Μομφερατικό ακολούθησε ένας μεγάλος αριθμός ιπποτών με την ελπίδα απόκτησης ενός φέουδου. Η επικράτεια που είχε συμφωνηθεί, κατελήφθη χωρίς δυσκολίες. Ο μόνος βυζαντινός αξιωματούχος που πρόβαλλε αντίσταση ήταν ο Λέων Σγουρός, άρχοντας του Ναυπλίου και του Άργους, ο οποίος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση της αυτοκρατορικής εξουσίας και να δημιουργήσει τη δική του ηγεμονία. Έχοντας κυριαρχήσει στην Αργολίδα και στην Κορινθία, προσπάθησε να επεκτείνει την ηγεμονία του και πέρα από την Πελοπόννησο.
            Στις αρχές του 1204 εισέβαλε στην Αττική, δεν μπόρεσε όμως να κυριεύσει την Ακρόπολη, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης, αδερφός του βυζαντινού ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη. Εξοργισμένος ο Σγουρός από την αποτυχία του αυτή, λεηλάτησε την πόλη της Αθήνας και κατόπιν κατέλαβε τη Βοιωτία την Εύβοια, φτάνοντας ως τη Λάρισα, όπου συνάντησε τον πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ και παντρεύτηκε την κόρη του Ευδοκία. Με το γάμο αυτό ο φιλόδοξος Λέων ήθελε να νομιμοποιήσει την εξουσία του, διεκδικώντας ίσως κάποια στιγμή και τον αυτοκρατορικό τίτλο.
           Τα σχέδια του θα ανατραπούν σχετικά γρήγορα. Λίγο μετά το γάμο θα εισβάλουν στη Θεσσαλία οι ιππότες του Βονιφάτιου, ο Σγουρός θα υποχωρήσει και θα προσπαθήσει αρχικά να αμυνθεί στο στενό των Θερμοπυλών. Οι Λατίνοι θα κατακτήσουν εύκολα τη Θεσσαλία που θα διανεμηθεί από τον Βονιφάτιο στους άρχοντες που τον ακολουθουσαν.
               Ο Σγουρός, κάτω από την πίεση των σιδερόφραχτων ιπποτών, θα εγκαταλείψει τις Θερμοπύλες, η Βοιωτία και η Αττική θα κατακτηθεί εύκολα από τους Φράγκους, ο μητροπολίτης της Αθήνας θα αναγκαστεί να καταφύγει στην Κέα. Οι κατακτητές απομάκρυναν τους Ορθόδοξους αρχιερείς από τις περιοχές τους, ίδρυσαν καθολικές εκκλησίες, επέτρεψαν όμως στον ντόπιο πληθυσμό να διατηρήσει το δόγμα του, έχοντας μόνο απλούς ιερείς. Η Αττική, η Βοιωτία και τα Μέγαρα δόθηκαν στον Βουργουνδό  Όθωνα Γκυ ντε Λα Ρός, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του μεγάλου κύρη των Αθηνών. Οι Βενετοί φρόντισαν να κρατήσουν στον έλεγχό τους το λιμάνι της Χαλκίδας.
           Στην Πελοπόννησο ο Σγουρός θα αντισταθεί με πείσμα, έχοντας ως προπύργια τα τρία κάστρα του, τον Ακροκόρινθο, την Ακροναυπλία και τη Λάρισα του Άργους. Τα κάστρα αυτά, κτισμένα σε οχυρά υψώματα, θα αποδειχτούν ισχυρότερα από την δύναμη των Φράγκων κατακτητών. Καθώς οι τελευταίοι δεν διέθεταν πολιορκητικές μηχανές, θα περιοριστούν αρχικά στον αποκλεισμό τους, περιμένοντας να κουραστούν και να παραδοθούν οι αμυνόμενοι.
          Την κρίσιμη εκείνη στιγμή που ο Βονιφάτιος με τους ιππότες του πολιορκούσαν τα κάστρα του Σγουρού, θα εμφανιστεί ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, που ο τυχοδιωκτισμός του και η τύχη θα τον καταστήσουν το νέο ισχυρό άνδρα της Πελοποννήσου. Ο Γάλλος αυτός σταυροφόρος, ανιψιός του συνονόματού του χρονικογράφου που επίσης συμμετείχε στη σταυροφορία και κατέγραψε την άλωση της Πόλης, δεν ακολούθησε την εκστρατεία στην Κωνσταντινούπολη, αλλά προτίμησε να κατευθυνθεί κατευθείαν στους Αγίους Τόπους. Όταν πληροφορήθηκε όμως την κατάληψη της Πόλης, έσπευσε σε αναζήτηση των δυτικών ηγετών, για να λάβει κι αυτός μερίδιο από τα λάφυρα. Προσορμίστηκε όμως μετά από ναυάγιο στη Μεθώνη, κατέλαβε ορισμένες περιοχές και κινήθηκε προς το πολιορκημένο Ναύπλιο,για να συναντήσει το Βονιφάτιο, ο οποίος τον δέχτηκε σαν συνεργάτη του. Εκεί επίσης συνάντησε τον φίλο του Γουλιέλμο Σαμπλίτη, εγγονό του κόμη της Καμπανίας.
           Όταν ο  Βονιφάτιος αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη εξαιτίας βουλγαρικής επίθεσης, οι δυο φίλοι,  την άνοιξη του 1204, ανέλαβαν με τις ευλογίες του το εύκολο έργο της κατάκτησης της Πελοποννήσου. Οι μικρές ( 100 τοξότες και 400 ιππείς) αλλά ευέλικτες δυνάμεις τους, θα αποδειχτούν ικανές για να πετύχουν το σκοπό τους. Μόνο ένας τοπικός άρχοντας, ονόματι Μιχαήλ, προέβαλε αντίσταση. Ο στρατός του όμως, που τον αποτελούσαν Έλληνες και Σλάβοι του Ταΰγετου, απόγονοι των σλαβικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στον ελληνικό χώρο στη διάρκεια του 6ου -7ου αιώνα, ηττήθηκε στη Μεσσηνία.
             Μέχρι τους τελευταίους μήνες του 1205 το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου βρισκόταν στα χέρια των Λατίνων. Δεν είχαν υποταχτεί τα κάστρα του Σγουρού και η δυσπρόσιτη Μονεμβασία με τις γειτονικές της περιοχές. Στη κατάληψη της Πελοποννήσου ασφαλώς εμπλέκονταν και οι Βενετοί, αφού στη συμφωνία της διανομής αναγνωρίζονταν τα δικαιώματά τους στην περιοχή. Δεν ενδιαφέρονταν όμως να την καταλάβουν ολόκληρη, αλλά μόνο ορισμένα σημαντικά λιμάνια της και συγκεκριμένα τη Μεθώνη και την Κορώνη, τα οποία παρέμειναν βάσεις των Βενετών επί αιώνες.Τα πλοία τους που έρχονταν από την Ιταλία στάθμευαν στα λιμάνια αυτά που δίκαια αποκλήθηκαν << μάτια και αυτιά της Γαληνοτάτης στην Ανατολή>>.
           Το 1208 ο Γουλιέλμος εξαιτίας του θανάτου του αδερφού του Λουδοβίκου της Βουργουνδίας, επέστρεψε στη Γαλλία και έτσι ο Βιλλεαρδουίνος έμεινε απόλυτος κυρίαρχος της Πελοποννήσου.
           Το νέο κράτος, πριγκιπάτο τη Αχαΐας όπως ονομάστηκε, με πρωτεύουσα την Ανδραβίδα, έμελλε να επιβιώσει για πάνω από δυο αιώνες, ως το 1432. Το καθεστώς του ήταν ιδιότυπο: τυπικά η Πελοπόννησος ανήκε στους Βενετούς, ο Βιλλεαρδουίνος  όμως την κατέκτησε μόνος του, παίρνοντας την άδεια του Βονιφάτιου. Όταν ο τελευταίος πέθανε, το κρατίδιο πέρασε στην επικράτεια του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Ο Βιλλεαρδουίνος απέκτησε σχέση τυπικής υποτέλειας έναντι του αυτοκράτορα, ενώ φρόντισε να ρυθμίσει τις σχέσεις του με τους Βενετούς με μια συνθήκη ( 1209) επωφελή και για τα δυο μέρη: Οι Βενετοί παραχωρούσαν ως φέουδο την Πελοπόννησο και κρατούσαν τη Μεθώνη και Κορώνη, ενώ είχαν το δικαίωμα να εμπορεύονται παντού ελεύθερα και χωρίς δασμούς.
            Όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, η κατάκτηση της Πελοποννήσου συνεχιζόταν με την πολιορκία των κάστρων του Σγουρού. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στον Ακροκόρινθο που έλεγχε τον Ισθμό της Κορίνθου. Το 1208 ο Λέων Σγουρός, κουρασμένος και απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και θέλοντας να αποφύγει την παράδοση, αυτοκτόνησε πηδώντας, όπως λέγεται, με το άλογό του από τον Ακροκόρινθο. Κατά μια άλλη εκδοχή σκοτώθηκε σε μάχη έξω από το Ναύπλιο.
           Η αντίσταση συνεχίστηκε ως το 1210,  οπότε ο Βιλλεαρδουίνος με τη συνεργασία του Όθωνα Γκυ ντε Λα Ρος, κατόρθωσε να καταλάβει και τα τρία κάστρα. Ως ανταμοιβή για τη βοήθεια, ο Όθων Γκυ ντε λα Ρος έλαβε το Άργος και το Ναύπλιο. Η Μονεμβασία θα κατακτηθεί αργότερα, γύρω στο 1250, από τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο.


Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Λεξικό της «Σούδας» ή της «Σουίδας»

 
 
 
 
 
                 Λεξικό της «Σούδας» ή της «Σουίδας» :Το σπουδαιότερο πνευματικό έργο του 10ου αιώνα, η πρώτη ολοκληρωμένη, αλφαβητικά  διαρθρωμένη εγκυκλοπαίδεια – λεξικό στον κόσμο, με εκατοντάδες χιλιάδες λήμματα, που καλύπτουν το σύνολο σχεδόν των φιλολογικών, φιλοσοφικών και επιστημονικών γνώσεων της εποχής.Πρόκειται για το περίφημο λεξικό «Σουίδα» ή της «Σούδας», που γράφτηκε το β΄ μισό του 10ου αι.
              Το έργο, που σώζεται ακέραιο, λόγω των συνεχών μέχρι σήμερα εκδόσεών του, έχει ανυπολόγιστη επιστημονική αξία. Περιέχει 30.000 λήμματα, πολλά από τα οποία περιέχουν στοιχεία από πηγές που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στον καιρό μας. Το λεξικό αυτό είναι ένα από τα πολυτιμότερα έγγραφα για την ελληνική φιλολογία, την γραμματική και την ιστορία.
             Μεγάλο σε έκταση, πολυσυλλεκτικό, αποτέλεσε ένα μεγαλόπνοο έργο που φιλοδοξούσε να περιλάβει "πάντας τους αιώνας και πάντα τα γένη της φιλολογίας",ένα σωστό χρυσωρυχείο. Ο συντάκτης της εγκυκλοπαίδειας ή οι συντάκτες της,  χωρίς να κάνουν καμία διάκριση ανάμεσα στην αρχαία και στη μεσαιωνική ελληνική γλώσσα, ανάμεσα σε λέξεις σπάνιες και φράσεις λόγιες και σε λέξεις και εκφράσεις δημώδεις, πάνω απ' όλα ενδιαφέρθηκαν  να την εμπλουτίσουν με μεγάλο αριθμό λημμάτων, αντλώντας από προγενέσταρα λεξικογραφικά έργα, με στόχο να καλύψει τα εγκυκλοπαιδικά ενδιαφέροντα των αναγνωστών της.
              Συνδέεται   με το όνομα του  Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, του λόγιου αυτοκράτορα   (905 – 959)  και με δική του- πιθανότατα- πρωτοβουλία γράφτηκε το σπουδαίο αυτό έργο.
              Νεότερες θεωρίες αναφέρουν ότι πιθανόν   πρόκειται για συλλογικό έργο και η λέξη  <<Σούδα>> προέρχεται από λατινική λέξη που σημαίνει αποχετευτικό χαντάκι ή τάφρος που μαζεύει όλα τα νερά, Βλ. Πάπυρος- Larousse- Britannica.
           Το λεξικό είναι ταξινομημένο, όχι ακριβώς αλφαβητικά, αλλά σύμφωνα με ένα σύστημα (στο παρελθόν κοινό σε πολλές γλώσσες) που λέγεται «αντιστοιχία», δηλαδή τα γράμματα ακολουθούν φωνητική σειρά, κατά τον ήχο (φυσικά με την προφορά των χρόνων του Σουίδα, η οποία είναι η ίδια με τα σύγχρονα ελληνικά). Έτσι για παράδειγμα το άλφα-γιώτα έρχεται μετά από το έψιλον,έψιλον-γιώτα, ήτα-γιώτα έρχονται μετά από το ζήτα, το ωμέγα μετά από το όμικρον, κλπ. Το σύστημα δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί και να απομνημονευθεί, αλλά σε μερικές σύγχρονες εκδόσεις το έργο αναταξινομήθηκε εκ νέου αλφαβητικά.