Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Πανδιδακτήριο-Μαγναύρα






                                                     Πανδιδακτήριο-Μαγναύρα


                Το Πανδιδακτήριο ήταν εκπαιδευτικό ίδρυμα (σχολή) ανώτατης εκπαίδευσης, θεωρούμενο με σημερινούς όρους Πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' το 425 και έκτοτε τελούσε υπό την αιγίδα των Αυτοκρατόρων. Κατά τον 9ο αιώνα εγκαταστάθηκε στον περίβολο του παλατιού, στη Μαγναύρα( μεγάλη αυλή),σε μια από τις πολυτελέστατες οικοδομές των βασιλικών παλατιών του Βυζαντίου, γι αυτό και αναφερόταν ως Πανδιδακτήριο της Μαγναύρας. Η λειτουργία του σταμάτησε οριστικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.

                        Μέσα από το αυτό το πανεπιστήμιο της αυτοκρατορίας αναδείχτηκαν πολλοί πνευματικοί άνθρωποι από τον χώρο των επιστημών αλλά και της θεολογίας. Ένας από τους ανθρώπους που συντέλεσε στην ίδρυση του ήταν η Πουλχερία, αδελφή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, μια ευσεβής  γυναίκα καθώς και η Ευδοκία, (Αθηναΐς), σύζυγός του αυτοκράτορα, μαζί με τον έπαρχο του Πραιτορίου, Κύρο Πανοπολίτη, γνωστό τότε Έλληνα ποιητή και φιλόσοφο. Στις 27 Φεβρουαρίου του 425, εκδόθηκε το πρώτο σχετικό διάταγμα από τον Θεοδόσιο το Β' που ρύθμιζε τις λεπτομέρειες λειτουργίας της Σχολής.

                    Τα πρώτα μαθήματα που διδάσκονταν στο Πανδιδακτήριο, που λειτουργούσε  σαν ανεξάρτητο πνευματικό ίδρυμα ήταν γραμματική, ρητορική, φιλοσοφία, διαλεκτική, δίκαιο, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική. Την ίδια περίοδο στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπήρχε ουσιαστικά καμία πνευματική αλλά και συγγραφική δραστηριότητα, (ευρωπαϊκός μεσαίωνας). Στην εποχή του Ιουστινιανού αναβαθμίστηκε η Νομική Σχολή, η οποία απέκτησε πενταετή διάρκεια σπουδών και ανεξαρτητοποιήθηκε, ενώ την ίδια περίοδο στην Πατριαρχική Σχολή διδασκόταν η θεολογία. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Φωκά, (602-610), το Πανδιδακτήριο διέκοψε τη λειτουργία του αλλά γρήγορα επαναλειτούργησε υπό τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, (610-641), ο οποίος μετά το 610 είχε καλέσει στην Κωνσταντινούπολη τον Στέφανο τον Αλεξανδρέα για να εποπτεύσει στην αναδιοργάνωση του πανεπιστημίου. 
                   
                   Ο 9ος αιώνας είναι εποχή μεγάλης ακμής στην οικονομία, τερματίζεται η εικονομαχική περίοδος, αντιμετωπίζονται οι εχθρικές επιθέσεις. Με την καλυτέρευση λοιπόν αυτών των συνθηκών, δίνεται βάρος στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.  Ο Βάρδας (842-867), θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' και Καίσαρας μετά το 862,  προχωρεί στην αναδιοργάνωση του Πανδιδακτηρίου και στην μετεγκατάσταση  στο ανάκτορο της Μαγναύρας. Η Ανώτατη Σχολή Μαγναύρας   ήταν  ήταν υπό τη διεύθυνση του Μαθηματικού Λέοντα που δίδασκε φιλοσοφία και
μαθηματικά, γεωμετρία δίδασκε ο μαθητής του Θεόδωρος,  αστρονομία ο Θεοδήγιος και  γραμμα-
τική ο Κομητάς. Σημαντική θέση στην Ανώτατη Σχολή είχαν επίσης ο Μέγας Φώτιος και  ο διαφωτιστής των Σλάβων Κύριλλος. Και οι δύο μαζί με τον καίσαρα  Βάρδα διαμόρφωσαν την πολιτική του εκχριστιανισμού των Σλάβων και επεξεργάστηκαν την δημιουργία ενός Σλάβικου αλφαβήτου.

                 Η ανώτατη αυτή σχολή έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διατήρηση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και των επιστημών και βοήθησε την μεταπήδηση του πνεύματος και  της γνώσης στην Δυτική Ευρώπη, κάτι  που τελικά οδήγησε στην Αναγέννηση.

                Όλοι αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι  του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας συνδέονταν μεταξύ τους με στενούς προσωπικούς δεσμούς. Συναντιόντουσαν στη βιβλιοθήκη του Μεγάλου Φώτιου,όπου συζητούσαν θέματα θρησκευτικά, φιλοσοφία,ποίηση έργα του Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Λογική, Μαθηματικά, Φυσική και Αστρονομία, δηλαδή όλο το φάσμα του πολιτισμου της αρχαίας Ελλάδας. Μέσω της Σχολής και ιδιαίτερα μέσω του  Φώτιου και του Αρέθα οφείλουμε την διάσωση πολλών κειμένων με την συγκέντρωση στις βιβλιοθήκες τους έργων της αρχαίας Εληνικής περιόδου.Μαζί με τον  πατριάρχη Φώτιο στη Σχολή δίδασκε και ο Αρέθας, μαθητής και συνεχιστής του έργου του.

                Το πανεπιστήμιο της Μαγνάυρας βελτιώθηκε τον 10ο αιώνα με πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, ο οποίος ενίσχυσε ηθικά αλλά και υλικά τους διδάσκοντες και τους σπουδαστές. Αναφέρεται ότι την εποχή εκείνη δίδασκαν τριάντα καθηγητές, δεκαπέντε στην ελληνική γλώσσα, γραμματική και φιλολογία, ενώ άλλοι δεκαπέντε δίδασκαν στη λατινική γλώσσα, ρωμαϊκή φιλολογία, φιλοσοφία και νομικά. Τον 11ο αιώνα ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ενδιαφέρθηκε για την διεύρυνση των σπουδών στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και ίδρυσε δυο σχολές, το «Διδασκαλείον των Νόμων» και το «Γυμνάσιον», (φιλοσοφική). Στο Γυμνάσιον διδάσκονταν όλες οι επιστήμες, εκτός από τα νομικά που σπούδαζαν οι μελλοντικοί νομικοί, δικαστές και υπάλληλοι στο «Διδασκαλείο των Νόμων». Στο Γυμνάσιο, δηλαδή στη φιλοσοφική σχολή, διευθυντής, («Ύπατος των Φιλοσόφων»), τοποθετήθηκε ο Μιχαήλ Ψελλός και μετέπειτα ο Ιωάννης ο Ιταλός. Στο Διδασκαλείο των Νόμων διευθυντής έγινε ο Ιωάννης Ξιφιλίνος, Νομοφύλαξ του κράτους. Μετά τηνπερίοδο της φραγκοκρατίας και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς, το 1261, ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, (1261-1282), ανέθεσε την διεύθυνση του πανεπιστημίου της Μαγναύρας στο Γεώργιο Ακροπολίτη, μεγάλο Λογοθέτη, ως καθηγητή της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη, τη διδασκαλία της λεγόμενης «τετρακτύος», (δηλαδή αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική) στο αποκαλούμενο «Οικουμενικόν Διδασκαλείον»

1 σχόλιο:

  1. συγχαρητήρια για την ανάρτησή σας και τη συστηματική γνώση που εμπνέετε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή