Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Ο βυζαντινός Ιππόδρομος -- β΄μέρος--

            
 
 
 
 
 
 
            Από τα σπουδαιότερα μέρη τού Ιπποδρόμου τής Πρωτευούσης, ήταν το «κάθισμα», ή «σέντζον» το οποίο ίδρυσε ό Μέγας Κωνσταντίνος, για να παρακολουθή από εκεί τούς αγώνες ό βασιλεύς. Το βασιλικό κάθισμα δεν επικοινωνούσε με τον στίβο και τις κερκίδες, προκειμένου ό αυτοκράτωρ να προστατεύεται από τις επιθέσεις τού όχλου, πράγμα όχι σπάνιο κατά την τέλεσι των ιπποδρομιών. Στο χαμηλότερο σημείο τού «καθίσματος» εκάθηντο οι αξιωματούχοι τής ανακτορικής φρουράς με τα λάβαρα και τις βασιλικές σημαίες. Σε διάφορα σημεία τού Ιπποδρόμου ευρίσκοντο έξη θύρες. Μιά από αυτές την ονόμασαν «νεκρά», γιατί εκεί κατά τον Σκαρλάτο, ετάφησαν οι νεκροί τής «Στάσεως τού Νίκα».
            Ο Ιππόδρομος, όπως και τα αρχαία ελληνικά στάδια είχε σχήμα πεταλοειδές. Στα καθίσματα, τα βάθρα, όπως ελέγοντο, εκάθηντο οι θεαταί. Πολλοί από αυτούς τοποθετούσαν στα μαρμάρινα εδώλια μαξιλάρια γεμισμένα με άχυρα, ή φύλλα καλάμου. Ο στίβος περιεβάλλετο από τον «εύριπον», βαθύ χαντάκι πλάτους τριών μέτρων. Το χαντάκι αυτό γεμάτο νερό, εμπόδιζε τούς φιλάθλους να φθάσουν στον στίβο, για να βοηθήσουν ή να ενθαρρύνουν τούς δικούς των. Παλαιότερα και όταν στον Ιππόδρομο εγίνοντο θεατροκυνήγια, ό «εύριπος» προεφύλασσε το κοινό από τα άγρια θηρία.
             Όπως στον ρωμαϊκό Ιππόδρομο, έτσι και σε εκείνον τής Κωνσταντινουπόλεως, υπήρχε ή λεγομένη spina, στην οποίαν ευρίσκοντο διάφορα μνημεία. Μεταξύ αυτών διεκρίνετο ό Οβελίσκος τού Μεγάλου Θεοδοσίου, ό Οβελίσκος τού Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου και ή περίφημη χάλκινη στήλη τού τριελίκτου όφεως, ή οποία, υποβαστάζουσα χρυσούν τρίποδα, είχε αφιερωθή στο Μαντείο των Δελφών από τις ελληνικές πόλεις, οι οποίες έλαβαν μέρος στην μάχη των Πλαταιών. Την στήλη μετέφερε και έστησε στον Ιππόδρομο ό Μέγας Κωνσταντίνος.
              Ως προς την έκτασι και την χωρητικότητα τού Ιπποδρόμου τής πρωτευούσης υπάρχουν διαφωνίες. Από τις ανασκαφές όμως μπορούμε κατά προσέγγισι να υπολογίσωμε το πλάτος σε 110 μέτρα, το μήκος σε 400 και την χωρητικότητα σε εκατό χιλιάδες άτομα. Μεταξύ τούτων βεβαίως ευρίσκοντο ό βασιλεύς και τα μέλη τής βασιλικής οικογενείας. Ο βασιλεύς παρακολουθούσε, όπως προαναφέραμε, τούς αγώνες από το «σέντζο» φορών την επίσημη στολή του, δηλαδή το κόκκινο διβητήσιο, την χλαμύδα και το στέμμα. Κοντά του ήσαν οι πρίγκιπες και οι σπουδαιότεροι άρχοντες, μεταξύ των οποίων ό μάγιστρος, ό κοιαίστωρ, ό πραιπόσιτος και ό καστρήτσιος. Η βασίλισσα, οι πριγκίπισσες και οι αρχόντισσες, παρακολουθούσαν διακριτικά τις ιπποδρομίες και τα άλλα θεάματα, από το κατηχουμενείο τού ναού τού Αγίου Στεφάνου, το οποίο ευρίσκετο εντός τού Ιπποδρόμου, και κρυμμένες πίσω από λεπτά παραπετάσματα.
             Οι προαναφερθέντες θεαταί, μηδέ τού βασιλέως εξαιρουμένου, ανήκαν στην μία, ή την άλλη ομάδα, είτε δηλαδή στους Βενέτους, είτε στους Πρασίνους. Την συμπεριφορά τους κατόπιν τούτου μπορεί ό καθένας να φαντασθή. Αρκεί, και δεν είναι άτυχής ό παραλληλισμός, να αναλογισθή τι γίνεται σήμερα στα γήπεδα, κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνος. Κατ’ αρχάς και οι δύο παρατάξεις προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ενθαρρύνουν τούς ηνιόχους τής ομάδος των. Έτσι, άλλοι τούς ηύχοντο «καλόν αγώνα», άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι παρακαλούσαν τον Θεό και την Παναγία: «Όλους τούτους βοήθησον, τούς πρώτους βοήθησον νικήσουσι πρεσβείαις σου, Θεοτόκε, χαροποιούντες την βασιλείαν, την πολιτείαν. Ο Θεός ό Άγιος, νίκην αυτοίς παράσχου». Μετά τις ευχές ακολουθούσαν οι κατάρες εναντίον αλλήλων, οι ύβρεις, οι βλασφημίες και τα συρίγματα, για να φθάση κάποτε ή αγρία συμπλοκή, ή οποία πολλές φορές στοίχιζε χιλιάδες θύματα και από τις δύο πλευρές.
               Συνήθως οι θεαταί, όταν οι αγώνες συνεχίζοντο και το απόγευμα, έφεραν μαζί και την τροφή τους μέσα σε μικρά κάνιστρα, στα οποία όμως πολλές φορές έκρυβαν πέτρες, εγχειρίδια σιδηράς ράβδους και άλλα φονικά όργανα, προορισμένα να χρησιμοποιηθούν εν περιπτώσει ανάγκης, Οι επιθέσεις δεν εστρέφοντο μόνο εναντίον αλλήλων, αλλά και εναντίον των αρχόντων και τού αυτοκράτορος ακόμη.
                Γνωστή είναι βεβαίως ή «Στάσις τού Νίκα», ή οποία, αν και στο βάθος είχε κίνητρα πολιτικά, εν τούτοις υπήρξε αποτέλεσμα τού φανατισμού τού όχλου, τον οποίο επιτήδειοι δημαγωγοί εξήγειραν εναντίον τού Ιουστινιανού. Χωρίς να αναφερθούμε στο Ιστορικό τής «Στάσεως», πού είναι σε όλους γνωστό, είναι νομίζομε ενδιαφέρον να παραθέσωμε μερικές άγνωστες πτυχές της και κυρίως τον διάλογο ό οποίος διεξήχθη μεταξύ τού Ιουστινιανού και τού πλήθους, ως και άλλα τραγικά περιστατικά τα οποία αναφέρουν Βυζαντινοί Ιστοριογράφοι. Διάλογο αυτού τού είδους μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του πρώτη φορά αναφέρει ή παγκόσμιος ιστορία. Ο διάλογος, όπως τον διέσωσε ό χρονογράφος Θεοφάνης (Θεοφάν. Χρονογρ. 1. 278) και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διεξήχθη έχουν ως εξής: Την 13ην  Ιανουαρίου τού 532 ό Ιουστινιανός τελούσε την εορτή των Ειδών τού Ιανουαρίου και διέταξε, όπως εσυνηθίζετο, την τέλεσι ιππικού αγώνος. Τον αγώνα αυτόν εξεμεταλλεύθησαν οι Πράσινοι, για να δείξουν την μεγάλη προς τον αυτοκράτορα δυσαρέσκεια, επειδή ό τελευταίος συμπαθούσε τούς Βενέτους. Άρχισαν λοιπόν να θορυβούν μέχρι σημείου, ώστε να είναι αδύνατη ή τέλεσις τού ιππικού αγώνος. Ο Ιουστινιανός συγκρατηθείς έπ’ αρκετόν, διέταξε τέλος τον διαγγελέα του, τον μανδάτορα, όπως ελέγετο, να παραγγείλη στα πλήθη να ησυχάσουν. Στην αρχή και σε ερώτησι τού Ιουστινιανού γιατί θορυβούν, οι Πράσινοι εφάνησαν διαλλακτικοί και θέλοντας να κολακεύσουν τον αυτοκράτορα ανεφώνησαν. «Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, tu vincas (ευχή στην λατινική)• αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ό Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι, μή πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν». Τότε ό Ιουστινιανός ερώτησε: «Τίς έστιν; ούκ οίδα».
Πράσινοι: «Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται».
Μανδάτωρ: «Ουδείς υμάς αδικεί».
Πράσινοι: «Εις και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μή ανακεφαλώσοι».
Μανδάτωρ: «Τίς έστιν εκείνος; ούκ οίδαμεν».
Πράσινο;: «Σύ και μόνος οίδας, Τρισαύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον».
Μανδάτωρ: «Εί τις αν έστιν, ούκ οίδαμεν».
Πράσινοι: «Καλαπόδιος, ό Σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων».
Μανδάτωρ: «Ούκ έχει πράγμα Καλαπόδιος».
Πράσινο;: «Εί τις ποτέ έστιν τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα. Ο Θεός ανταποδώσει αυτώ αδικούντι με διά τάχους».
Μανδάτωρ: «Υμείς ούκ ανέρχεσθε εις το θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τούς άρχοντας».
Πράσινοι: «Εί τις δήποτε αδικεί με, τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα».
Στο σημείο αυτό ό αυτοκράτωρ ερεθισθείς ακόμη περισσότερο από το θράσος των Πρασίνων, άρχισε να τούς βρίζη και να τούς απειλή.
Μανδάτωρ: «Ησυχάσατε, Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρείται».
Πράσινοι: «Ιουδαίους και Σαμαρείτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μεθ’ όλων».
Μανδάτωρ: «Έως πότε εαυτούς καταράσθε; Όντως ει μή ησυχάσητε αποκεφαλίζω υμάς». Με την φοβερή απειλή οι Πράσινοι αντέδρασαν ηπιώτερα, αλλά συνέχισαν να παραπονούνται:
«Επαρθήτω το χρώμα τούτο. Και ή δίκη ου χρηματίζει. Άνες το φονεύεσθαι και άφες κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε. Αληθώς δύο ταύτα ου φέρει ανδρωπίνη φύσις (την αδικίαν δηλαδή και την ωμότητα)• είθε Σαββάτιος μή εγεννήθη, ίνα μή έσχεν υιόν φονέα» (Σαββάτιος ήτο ό πατέρας τού Ιουστινιανού).
Μετά την βαρυτάτη αυτή προσβολή κατά τού βασιλέως εξανέστησαν οι Βένετοι και έκραξαν οργισμένοι:
Βένετοι: «Τούς φονείς όλου τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Πότε ου σφάζεις και αποδημείς; »
Βένετοι: «Σύ δε σφάζεις και διακινείς. Τούς φονείς γάρ τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Δέσποτα Ιουστινιανέ αυτοί, αυτοί προκαλούσι και ουδείς αυτούς φονεύει. Νοήσοι ό μή θέλων. Τον ξυλοπώλην τον εις το ζεύγμα τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ;»
Μανδάτωρ: «Υμείς αυτόν εφονεύσατε».
Πράσινοι: «Τον υιόν τού Επαγάθου τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ; »
Μανδάτωρ: «Και αυτόν υμείς εφονεύσατε, και τούς Βενέτους πλέκετε».
Πράσινο;: «Άρτι, Κύριε, ελέησον• τυραννείται ή αλήθεια. Ήθελον αντιβάλαι τοις λέγουσιν εκ
Θεού διοικείσθαι τα πράγματα.
Πόθεν αύτη ή δυστυχία;»
Μανδάτωρ: «Βλάσφημοι και θεοχόλητοι, ως πότε ούκ ησυχάζετε;»
               Μετά την φράσι αυτή οι Πράσινοι εσηκώθησαν και ομοφώνως απείλησαν: «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων». Εν συνεχεία εγκατέλειψαν τον Ιππόδρομο, για να προετοιμάσουν την επανάστασι τής επομένης, πράγμα πού έγινε με τα γνωστά καταστροφικά για το Βυζάντιο αποτελέσματα. Σε μία κρίσιμη καμπή τής στάσεως ό Ιουστινιανός, αφού ικανοποίησε τα αιτήματα των Πρασίνων απομακρύνας μερικούς από τούς αμέσους συνεργάτες του, προσπάθησε με μιά νέα θεαματική χειρονομία να καταπραϋνη τα πνεύματα. Πήρε το Ευαγγέλιο και, όταν έφθασε στον Ιππόδρομο, με φωνή παλλομένη από συγκίνησι, αφού προηγουμένως υπεσχέθη γενική αμνηστία, υπεκρίθη, ότι όλα όσα έγιναν οφείλονται στις δικές του αμαρτίες, Η στάσις αυτή τού αυτοκράτορος μερικούς ικανοποίησε. Οι περισσότεροι όμως τον ύβρισαν με τις λέξεις «Επιορκείς, γάδαρε... Επιορκείς, γάδαρε..». Κατόπιν τούτου ό Ιουστινιανός απεσύρθη στα ανάκτορα και έδιωξε τούς συγκλητικούς λέγων: «απέλθετε, έκαστος φυλάξει τον οίκον αυτού».
              Η συνέχεια είναι γνωστή με την απόφασι τού αυτοκράτορος να εγκαταλείψη την πόλι και την σθεναρή στάσι τής Θεοδώρας, χάρις στην οποία εσώθη στην κυριολεξία ή αυτοκρατορία. Ο δραματικός επίλογος τής στάσεως, με θύματα τριάντα χιλιάδες νεκρούς και από τις δύο παρατάξεις, υπήρξε, από το άλλο μέρος, για τούς κυβερνήτες και τούς ιθύνοντες των πολιτειών, τρανό παράδειγμα τού πόσο επικίνδυνος γίνεται ό συγκεντρωμένος όχλος, έστω και αν αυτοί πού τον αποτελούν είναι ειρηνικοί φίλαθλοι, όταν ευρεθούν οι κατάλληλοι δημαγωγοί να ερεθίσουν τα κατώτερα τού ανθρώπου ένστικτα. Οι φατρίες τού βυζαντινού Ιπποδρόμου, γίνονταν πολλάκις συμμορίες κακοποιών, οι οποίοι δεν εδυσκολεύοντο να διαπράττουν τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα.
               Τον φανατισμό των φιλάθλων τού Ιπποδρόμου υπέθαλπε, εκτός των άλλων, και ή στάσις τού εκάστοτε αυτοκράτορος, ό οποίος ανήκε στην μία ή την άλλη παράταξι. Αιτία αυτής τής συμπαθείας υπήρξαν εκτός από την «Στάσι τού Νίκα» και δύο άλλες μικρότερες, επί βασιλείας τού Αναστασίου και τού διαδόχου του Ιουστίνου. Κατά μαρτυρίαν τού Μαλάλα κατά το δέκατο τέταρτο έτος τής βασιλείας τού Αναστασίου (513) οι Πράσινοι, κινούμενοι και από θρησκευτικό φανατισμό, έφεραν στον Ιππόδρομο καλάθια με φρούτα και μαζί κρυμμένα μικρά εγχειρίδια. Την ώρα πού ό αγώνας ευρίσκετο στο πιο ενδιαφέρον σημείο του, όρμησαν αιφνιδίως κατά των πλησίον ευρισκομένων Βενέτων και έσφαξαν περίπου τρεις χιλιάδες. Ο Αναστάσιος θέλων να τιμωρήση το έγκλημα, διέταξε τον έπαρχον να συλλάβη και να τιμωρήση τούς πρωταιτίους τής στάσεως Πρασίνους. Η φυλάκισις των Πρασίνων έδωσε αφορμή σε νέα αιματοχυσία. Στην επόμενη ιπποδρομία οι οπαδοί των απήτησαν από τον Αναστάσιο να ελευθερώση τούς φυλακισμένους. Ο αυτοκράτωρ αγανακτήσας για την θρασύτατη απαίτησι, διέταξε τούς εσκουβίτορες, δηλαδή τούς σωματοφύλακές του, να επιτεθούν εναντίον των ταραξιών. Η συμπλοκή εγενικεύθη. Εκατοντάδες και από τα δύο μέρη έχασαν την ζωή τους. Μεταξύ αυτών, ήταν και ένας γιος τού αυτοκράτορος, από παλλακίδα. Την ανθρωποσφαγή ακολούθησε ολική σχεδόν καταστροφή του Ιπποδρόμου. Ο όχλος επυρπόλησε την λεγομένη Χαλκή Πύλη και τον Έμβολο, μέχρι του βασιλικού καθίσματος και τού Κωνσταντινίου φόρου. Προ τής δημιουργηθείσης καταστάσεως ό Αναστάσιος υπεχώρησε και για να καταπραΰνη τους Πρασίνους αναγκάσθηκε να διορίση έπαρχο τον πάτρωνά των Πλάτωνα.
             Ο διάδοχος τού Αναστασίου Ιουστίνος ευνοούσε τούς Βενέτους. Την εύνοια αυτή εκμεταλλευθέντες εκείνοι, μέχρι τού έκτου έτους τής βασιλείας του, διέπραξαν παντός είδους κακουργήματα εις βάρος των Πρασίνων. «...Έσφαζον τοις ξίφεσι (οι Βένετοι) τούς απαντώντας Πρασίνους και τούς κατ’ οίκον κρυπτομένους• ανεόντες δε εφόνευον, μή τολμώντων των αρχόντων εκδίκησιν των φόνων ποιήσαι». Μερικοί αυτοκράτορες, όχι μόνο απλώς συμπαθούσαν και εμφανώς μεροληπτούσαν υπέρ τής μιάς παρατάξεως, αλλά ήσαν και οι ίδιοι ηνίοχοι, όπως λόγου χάριν ό Μιχαήλ, τού οποίου ό βίος κατά τον Ανώνυμον ήταν «πλήρης πράξεων ασελγών», αφού είχε μανία διά τα θέατρα και τα Ιπποδρόμια.



ΣΑΡ. Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ  Ύπαστυνόμος Α’

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 67, Ιανουάριος 1974.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου