Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Άγιος Γερμανός - Πρέσπες

             
 
 
 
 
 
 
                   Ο ιερός ναός του Αγίου Γερμανού κτίστηκε στις αρχές του 11ου αιώνα και αφιερώθηκε στη μνήμη του Γερμανού, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος καθαιρέθηκε στην περίοδο της εικονομαχίας και σύμφωνα με μια γραπτή μαρτυρία του 11ου αιώνα αναδείχθηκε σε τοπικό άγιο της περιοχής. Είναι πιθανό να λειτούργησε ως επισκοπικός ναός των Πρεσπών, μετά την εγκατάλειψη της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου. Το 1882 κτίστηκε μια ευμεγέθης τρίκλιτη βασιλική, αφιερωμένη στον ίδιο άγιο, η οποία προσκολλήθηκε στο δυτικό τοίχο του βυζαντινού ναού. Ο ναός πανηγυρίζει στις 12 Μαϊου. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση φιλοξενεί το σκήνωμα του αγίου Γερμανού στο χώρο της βόρειας κεραίας του σταυρού.
               Αρχιτεκτονικά αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με νάρθηκα. Ο τρούλος του έχει κυλινδρικό τύμπανο και στηρίζεται σε τέσσερις πεσσούς. Ανατολικά απολήγει σε τρεις ημικυκλικές αψίδες. Η πρόσβαση στο ναό γίνεται από δύο εισόδους. Η δυτική οδηγεί από το νάρθηκα προς το ιερό Βήμα της νεώτερης εκκλησίας, ενώ η αρχική νότια φράχθηκε το 1743 και αντί αυτής διανοίχθηκε μια δεύτερη δυτικότερα. Τα παράθυρα είναι ελάχιστα και μικρά και περιορίζονται στις δύο κεραίες του σταυρού (δύο), στον τρούλο (τέσσερα) και στην αψίδα του ιερού Βήματος (ένα).Η τοιχοποιία του ναού, που αποκαλύφθηκε το 1998, αποτελείται από ζώνες λίθων εναλλασσόμενες με ζώνες πλίνθων και ενδιάμεσα κεραμοπλαστικά γράμματα στους κατακόρυφους αρμούς. Αυτά τα στοιχεία σε συνδυασμό με την κάτοψη του ναού και τη μορφή του τρούλου παραπέμπουν σε μνημεία των αρχών του 11ου αιώνα και πιθανώς στην περίοδο ανάκτησης της περιοχής από το Βασίλειο Β΄.
                   Δύο κτητορικές επιγραφές στο εσωτερικό του ναού, οι οποίες τοποθετήθηκαν με την ανακαίνισή του το 1743, μας πληροφορούν για τις διαφορετικές φάσεις κτίσης και ιστόρησής του. Ως έτος κτίσης του δίνεται ο 8ος αιώνας και ως δεύτερη φάση τοιχογράφησης το 1006, χρονολογίες που ελέγχονται ως ανακριβείς. Το έτος ανακαίνισης του ναού, 1743, τεκμηριώνεται τόσο για τις αρχιτεκτονικές μετατροπές όσο και για την τοιχογράφησή του.
                 Ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1997 στο δάπεδο του μνημείου αποκάλυψε απλές, ελεύθερες ταφές στο μεγαλύτερο μέρος του νάρθηκα, του κυρίως ναού και του διακονικού, πιθανώς των εκκλησιαστικών προσώπων που συνδέθηκαν με τη λειτουργία του ναού στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας.


Τα βυζαντινά επαγγέλματα μέσα από τις επιγραφές α΄ μέρος

             
 
 
 
             Επιγραφική και Εικονογραφία, οι δύο αυτοί κύριοι τομείς της Χριστιανικής Τέχνης, είναι πάντοτε στενά συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Ο ένας συμπληρώνει και ερμηνεύει τον άλλο. Εικόνα και επιγραφή συμβαδίζουν και αλληλοεπηρεάζονται.
             Από τα πολύ παλαιά χρόνια οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να προσθέτουν δίπλα στην εικόνα και μια γραπτή επεξήγηση, ένα χάραγμα ή ένα σύμβολο. Η εικόνα δηλ. δεν μπορούσε να σταθεί και να κατανοηθεί μόνη της, χωρίς κάποιο υπομνηματισμό. Σπάνια συναντούμε εικόνες "χωρίς λόγια". Γενικά η εικόνα, το σύμβολο, απευθύνεται κυρίως στην ψυχή, ενώ το γραπτό κείμενο, η επιγραφή, στη λογική, στη γνώση. Τη σχετική επιγραφής και εικόνας τη βλέπομε τόσο στην Αρχαία, όσο και στη Χριστιανική Τέχνη.
 
 
                                Επαγγέλματα και Λειτουργήματα σε Επιγραφές

                              Η εργασία στην ονοματολογία επαγγελμάτων.
 
              Μεγάλη είναι η προσφορά των επιγραφών στη γνώση της πνευματικής και κοινωνικής καταστάσεως της κάθε εποχής. Στις ποικίλες χριστιανικές επιγραφές- που αποτελούν τον καθαρό καθρέπτη της εποχής τους- αντικατοπτρίζονται πολύτιμα στοιχεία: κοινωνικά, γλωσσικά, εθιμικά κ.λπ. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι επιγραφές στην ονοματολογία, δηλ. στη γνώση των ανθρωπονυμίων της εποχής του. Με τους ποικίλους όρους που αναγράφονται σ' αυτές διαφωτίζεται η κοινωνική δομή με την αναγραφή των διαφόρων επαγγελμάτων ή λειτουργημάτων, που ασκούσαν τότε οι κάτοικοι των πόλεων και των οικισμών. Εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι πολύ σπάνια ανευρίσκομε στις επιγραφές το επώνυμο του νεκρού, αλλά ανακαλύπτουμε το επάγγελμά του, με το οποίο ήταν γνωστός στο περιβάλλον του. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι τα επαγγελματικά ονόματα έγιναν πολλές φορές, και με την πάροδο του χρόνου επώνυμα.
             Από την εμφάνιση του χριστιανισμού μέχρι και σήμερα οι χριστιανοί εκτιμούσαν πολύ την εργασία, η οποία θεωρείται πάντοτε ως κοινωνικό και ηθικό καθήκον για τον κάθε άνθρωπο, που μπορεί να εργάζεται. Οι μη δυνάμενοι να εργάζονται (γέροντες, ανάπηροι, άρρωστοι) πρέπει να διατρέφονται και να βοηθούνται από τους υγιείς και δυναμένους. Την αξία και την αναγκαιότητα της εργασίας υπογραμμίζουν όλες σχεδόν οι Μεγάλες Προσωπικότητες του Χριστιανισμού (Απόστολοι, εκλησιαστικοί Συγγραφείς, Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, Άγιοι κ.λπ.). Χαρακτηριστική είναι π.χ. ή κατηγορική προτροπή του Απ. Παύλου "ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω..."
              Ήδη από τήν παλαιοχριστιανική εποχή ανευρίσκομε πολλές απεικονίσεις όχι μόνο εργαλείων αλλά και αντικειμένων, αλλά και ανθρώπων κατά την ώρα της ασκήσεως του επαγγέλματός τους. Πρόκειται για ζωγραφικές ή για γλυπτές παραστάσεις εργαζομένων είτε με τα σύνεργα της εργασίας τους, είτε με απλή αναγραφή του λειτουργήματος ή του επαγγέλματός τους. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι από τους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες διασώθηκαν ολίγες σχετικά ενδείξεις για το επάγγελμα των νεκρών. Από τα μέσα όμως του 4ου αιώνα -όταν ο Χριστιανισμός είχε διεισδύσει στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα - οι επαγγελματικές μαρτυρίες συνεχώς πολλαπλασιάζονται.Στις επιγραφές αναγράφονται τα λειτουργήματα ή και επαγγέλματα των κληρικών (όλων των βαθμών ιερωσύνης), των στρατιωτικών, των δικαστών, των ιατρών, των διαφόρων επαγγελματιών και βιοτεχνών.
               Χαρακτηριστικό είναι ότι στις διάφορες περιοχές του χριστιανικού κόσμου διαπιστώνονται προτιμήσεις ή και διαφοροποιήσεις ως προς τις επαγγελματικές μαρτυρίες. Έτσι, στις Ελληνικές και Λατινικές χώρες, καθώς και στην Αίγυπτο και την Κιλικία (κυρίως τον 6ο και 7ο αιώνα) έχομε άφθονες επαγγελματικές μαρτυρίες, ενώ αυτές σπανίζουν στην Καρχηδόνα. Στη Τύρο της Φοινίκης οι μισές σχεδόν επιγραφές αναγράφουν το επάγγελμα του πιστού. Από αυτές διαπιστώνεται ότι μερικοί χριστιανοί ασκούσαν δύο ή περισσότερα επαγγέλματα όπως π.χ. το επάγγελμα του πατέρα τους και κάποιο άλλο που άρεσε στους ίδιους. Επίσης μερικοί επαγγελματίες ή βιοτέχνες θεωρούσαν καθήκον και μεγάλη τιμή να ασκούν -παράλληλα με την κύρια εργασία τους- και διάφορα λειτουργήματα στό λαό ή στην ενορία τους, όπως του υποδιακόνου, του ψάλτη (ή υποψάλτη ), του νεωκόρου κ.ά. Γεγονός, πάντως, είναι οτι οι διάφορες ονομασίες των επαγγελμάτων στις επιγραφές είναι πολύ σημαντικές όχι μόνο από κοινωνιολογική, αλλά και από γλωσσολογική άποψη. Τα επαγγέλματα, που σταχυολογούνται στη συνέχεια, αναγράφονται σε χριστιανικές επιγραφές, κυρίως της Παλαιοχριστιανικής και της Βυζαντινής εποχής (4ος-15ος αι.).
 
 
                                                      Ανδρικά και γυναικεία επαγγέλματα.
 
              Αξίζει να συγκεντρώσουμε εδώ τα επικρατέστερα ονόματα επαγγελμάτων, επειδή πολλά από αυτά είτε σπανίζουν σήμερα, είτε συνηθίζονται και μάλιστα επιβιώνουν με μερικές παραλλαγές -και στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα.
            . Από τα ανδρικά επαγγέλματα σημειώνομε τους: 1) κογχυλείς (αλιείς κογχυλιών), 2) κογχυλοπλυτές, 3) κογχυλοκόπους (που στα βυζαντινά χρόνια ονομάζονται κογχυλάριοι), 4) σιτομέτρεις, 5) αρτοκόπους (= φουρνάρηδες^ ο όρος αυτός χρησιμοποιείται και από τους βυζαντινούς), 6) ετράριους (= ζαχαροπλάστες), 7) τυροποιούς (= τυροκόμους), 8) τέκτονες και μαϊστορες (= αρχιτέκτοντες και μαστόρους), 9) χαλκείς (= σιδηρουργούς, πρβλ. και το σημερινό διαλεκτικό χαρκιάς), 10) χρυσοχείς, 11) δακτυλιδάριους (χρυσοχόους), 12) παρατουράς - παρατουράδες (σκηνοποιός - σκηνοπώλεις), 13) μεταξάριους (το ίδιο και στους βυζαντινούς χρόνους, που σημαίνει τους πωλητές μετάξης), 14) βαρβαρικάριους (κατασκευαστές πολυτελών υφασμάτων^ ο ίδιος όρος και στους βυζαντινούς χρόνους), 15) καραβιάριους (= αλιείς καραβίδων), 16) γρυτοπώλεις ή γρυποπώλεις (= παλαιοπώλεις), 17) βαλανέους ή βαλανείς (= υπεύθυνους λουτρών-λουτράρηδες^ ο όρος λουτράρης συναντάται και στους βυζαντινούς), 18) ιππιάτρους ή και ιππιατρούς (= κτηνίατρους για άλογα), 19) ιατρούς-γιατρούς, 20) κοπιάτες (ειδικούς τεχνίτες κατακομβών, γνωστούς και ως fossores λατινιστί), 21) βυρσοδέψεις, 22) υποδηματοποιούς-τζαγγάρηδες, 23) ξυλοκόπους-ξυλουργούς--ξυλογλύπτες, 24) σχοινοποιούς, 25) γραφείς-αντιγραφείς ή και σκρινιάριους-χαρτουλάριους, 26) καμπανιστές (= ζυγιστές), 27) καμπανάδες - σημαντήρηδες (πρβλ. και το επώνυμο Σημαντήρης-Σημαντηράκης), 28) χαράκτες, 29) θεριστές, 30) μυλωνάδες, 31) σακελλάρηδες, 32) ξενοδόχους-εστιάτορες-ταβερνιάρηδες, 33) ραπτάδες, 34) ζευγάδες, 35) γαλατάδες-γαλακτοπώληδες, 36) μαρμαράδες-μαρμαράριους, 37) βουκόλους (=κτηνοτρόφους), 38) κραμβιτάδες (=κηπουρούς, λαχανοπώληδες), 39) αρωματάρηδες-φαρμακοποιούς, 40) ζωγράφους-σγουράφους, 41) ζουράρηδες (= τοκιστές ή και φιλάργυρους-τοκογλύφους) και πολλά άλλα σύγχρονα και μη επαγγέλματα.
 
                 Τα γυναικεία επαγγέλματα είναι σχετικά ολίγα αφού ως γνωστόν, στους Παλαιοχριστιανικούς και Βυζαντινούς χρόνους οι γυναίκες δεν ασκούσαν -επίσημα τουλάχιστο- πολλά βιοποριστικά επαγγέλματα. Υπάρχουν όμως και αρκετές εξαιρέσεις έτσι, από τα μαρτυρούμενα σε επιγραφές γυναικεία επαγγέλματα αναφέρομε τις: 1) ιατρίνες, 2) ναυκλήρισσες (=εφοπλίστριες), 3) πρεσβυτέρρισες-παπαδιές-αρχισυναγώγισσες (=πολύτιμοι βοηθοί ή και σύζυγοι των κληρικών), 4) διακόνισσες, 5) νεοκόρισσες, 6) κονδειτάριες (=οικοδέσποινες-νοικοκυρές), 7) ράπτριες, 8) υφάντριες - ανυφάντριες, 9) θερίστριες, 10) μαγείρισσες, 11) εργάτριες, 12) πωλήτριες (διαφόρων ειδών), 13) αστροπόλισσες (=πωλήτριες θυμιαμάτων), 14) κουβουκλάριες (=καμαριέρες το ίδιο και στους βυζαντινούς), 15) μαίες-μαμμές - κ.ά.
                  Μερικά από τα επαγγέλματα αυτά ανευρίσκονται και σε διάφορα έγγραφα (συμβόλαια κυρίως) των χρόνων της Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας της Κρήτης κ.ά., όπου προστίθενται και διάφορες άλλες γυναικείες δραστηριότητες και ιδιαίτερα της χήρας, η οποία αναγκάζεται να διαχειρίζεται την οικογενειακή περιουσία, να συνάπτει εμπορικές συμφωνίες, να εξασφαλίζει την οικονομική και κοινωνική αποκατάσταση των ανήλικων τέκνων της. Σε αρχειακό υλικό της Κρήτης μαρτυρείται επίσης κατά τους αιώνες εκείνους και η προσφορά της γυναίκας τροφού - βυζάστρας, η οποία είναι γνωστή και ως παραμάνα.
 
              Άξιο παρατηρήσεως είναι ότι πολλοί από τους παραπάνω όρους - λέξεις δεν ανευρίσκονται στα λεξικά της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας (Liddell-Scott) κ.α., όπως π.χ. είναι οι λέξεις: ναυκλήρισσα, ετράριος, κραμβιτάς, κονδειτάρια, αστροπόλισσα, παρατουράς. Στον Ησύχιο απαντά η λέξη παρατούριον (=αντίπανον -τέντα) κ.ά. Αλλες πάλι επέζησαν και στους βυζαντινούς χρόνους, όπως οι λέξεις: αρτοκόπος, μεταξάριος, δακτυλιδάριος, βαμβαρικάριος, κογχυλιάριος, γρυποπώλης, κουβουκλάρια, κ.ά. Πολλές λέξεις αντικαταστάθηκαν στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή από παρόμοιες ετυμολογικά, από τις οποίες προέρχονται αρκετά σύγχρονα επαγγέλματα. Έτσι διαπιστώνεται όχι μόνο η συνέχεια της Ελληνικής γλώσσας από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα. Αλλά και η Λατινική γλώσσα, καθώς και η Ιταλική, είναι πλούσιες σε ονομασίες επαγγελμάτων, όπως: catadromus - catadromarius, pantomimus, nutrix - baiula (= τροφός-βυζάστρα-παραμάνα), tabernaria (= ταβερνάρισσα) usurarius-usurario-ζουράρης (= τοκιστής-φιλάργυρος) κ.ά. Εξ άλλου, από το αρχαίο ελληνικό βαλανείον (= λουτρό, πρβλ. και τό λατινικό balneum) προέρχεται τo βαλανέος των επιγραφών, αντί του οποίου οι βυζαντινοί χρησιμοποίησαν αργότερα τον όρο λουτράρης.
                    Αξίζει να αναφερθούν εδώ τα επικρατέστερα βυζαντινά επαγγέλματα, τα οποία κυμαίνονται από 70 μέχρι 100, όπως: μουράρος (=κτίστης), μπαρμπέρης, ράφτης, χαλιναράς, μποτέρης, μαραγγός, σελάς, χρυσοχός, τζαγγάρης, μαρμαράς, φουρνάρης, σπαθάς, πετροκόπος, γούναρης, σκουφάς, μακελλάρης, καθεγλάς, καλαφάτης, τανιέρης, καλυκάς, χαλκάς, ζυμοπουλητής, γναφέος ή μαυριστής, δοξαράς, σκοινοπλάκος, τορνάρης, σαϊτας, κεράς, μπουμπαρδιέρος, σπλεντζέρης, χαλκωματάς, σαλουμάρος, ξεπετσοτέρης, γερακάρης, παπλωματάρης, πολβεράρος, κλειδάς, χρυσαφάς, ψαροπουλητής, ακπελλάς, περιβολάρης, σομαράς, σανσέρης (= μεσίτης), ξυγγοκεράς, τυροπουλητής. Αναφέρονται επίσης και πρωτομάστορες, κυρίως στους: χρυσοχόους, τζαγγάρηδες, μαραγγούς, μουράρους, ραφτάδες, καλαφάτες. Κάπως ευγενέστερα επαγγέλματα ήταν αρωματάρης ή σπετζιέρος ή φαρμακοπός, νοτάριος, αββοκάτος (= δικηγόρος), ιατρός τζηρόικος (= χειρούργος), ιατροφύζυκος, ζωγράφος ή σγουράφος.
 
 Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα απο την εργασία << Χριστιανικές Επιγραφές και Εικόνες>>
(Πορίσματα Ερευνών - Μηνύματα)   Γεωργίου Β. Αντουράκη
Αρχαιολόγου, Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Παμμέγιστοι Ταξιάρχες --- Ξάνθη

 
 
Τα ερείπια του κάστρου της βυζαντινής Ξάνθης, από φωτογραφία του 1905. Αριστερά διακρίνεται η μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Διακρίνονται πέντε πύργοι πού σήμερα είναι καλυμμένοι από βλάστηση.

                                         Το Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών

                  Το μοναστήρι αυτό βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλης της Ξάνθης μέσα σε δάσος από ακακίες και πεύκα, κάτω ακριβώς από την βυζαντινή ακρόπολη της πόλεως, με την οποία φαίνεται ότι ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένο.
                Πότε πρωτοκτίσθηκε μας είναι άγνωστο μια και δεν σώζεται καμιά ενεπίγραφη πλάκα αλλά ούτε καμιά άλλη μαρτυρία ή ενθύμηση. Κατά την παράδοση ιδρύθηκε  επί της βασιλείας της Ειρήνης της Αθηναίας
              Από τα τέλη του 19ου αιώνα μετατράπηκε σε ορφανοτροφείο και μετά τον πόλεμο φιλοξενεί την ιερατική σχολή Ξάνθης, στην οποία περιλαμβάνεται εκκλησιαστικό γυμνάσιο-λύκειο.
 
             Μόνο απο το καθολικό (ο Ναός) του μοναστηριού με τις τοιχογραφίες που διασώζονται στο εσωτερικό του τρούλου του μπορούμε να συναγάγουμε μερικές έμμεσες πληροφορίες για το μοναστήρι αυτό.
              Ό ναός λοιπόν του μοναστηριού απο πλευράς ρυθμού είναι βυζαντινός τρίκογχος με τρούλο και μας θυμίζει τον τρόπο της κατασκευής πολλών καθολικών των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Ο τρόπος δε της κατασκευής του τρούλου (τυφλός με μικρούς φεγγίτες αντί μεγάλων παραθύρων) μαρτυρεί ότι πρόκειται για κτίσμα των μέσων του 16ου αιώνα.
             Της ίδιας εποχής φαίνεται να είναι και οι τοιχογραφίες - αν και αλλοιωμένες και κατεστραμμένες απο την υγρασία και την πολυκαιρία - που υπάρχουν στο εσωτερικό του τρούλου.
Της ίδιας ακόμη εποχής είναι και οι διασωζόμενες στο τέμπλο του ναού φορητές εικόνες, σπάνιας βυζαντινής τέχνης, του Χριστού ως μεγάλου αρχιερέως και της Θεοτόκου που φέρνει στην αγκαλιά της τον Χριστό.Η τελευταία μάλιστα εικόνα είναι αμφιπρόσωπη, δηλ. είναι ζωγραφισμένη και από την άλλη πλευρά του ξύλου.
             Ο ναός του μοναστηριού άντεξε ακόμα και στους μεγάλους σεισμούς που συντάραξαν την Ξάνθη κατά το 1829 και είναι το μόνο κτίσμα που φαίνεται ότι διασώθηκαν από εκείνο τον εγκέλαδο σ' ολόκληρη την περιοχή.Το υπόλοιπο μοναστήρι φαίνεται ότι γκρεμίστηκε αλλά χάρη στην εργώδη προσπάθεια του τότε μητροπολίτου Ξάνθης Ευγενίου και την πρόθυμη σύμπραξη όλων των Ξανθιωτών οι ζημιές αποκαταστάθηκαν.
             Το μοναστήρι αυτό μετά την μικρασιατική καταστροφή και την συσσώρευση των προσφύγων δόθηκε απο την ιερά Μητρόπολη για να στεγάσει ορφανά του ξεριζωμού, και σαν τέτοιο παρέμεινε μέχρι το 1936.
            Τότε μετατράπηκε σε στρατώνας και σαν τέτοιο χρησιμοποιήθηκε από τον στρατό μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην πόλη (8 Απριλίου 1941).
            Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και απο το 1946 μέχρι και σήμερα στεγάζει την εκκλησιαστική Σχολή και αποδείχθηκε φυτώριο και κυψέλη, όπου γαλουχήθηκαν με τα ιερά γράμματα και αναδείχθηκαν στην ελληνική κοινωνία επιφανείς κληρικοί, καθηγητές, επιστήμονες, υπάλληλοι κ.λπ.
          

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Η κοινωνική πρόνοια-τα νοσοκομεία στο Βυζάντιο

                        






                Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, όπως και στην μεσαιωνική βυζαντινή αυτοκρατορία η πίστη και η ιατρική ήσαν ανέκαθεν στενά συνδεδεμένες.
• Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα Ασκληπιεία ή θεραπευτήρια, τα οποία είναι συγκρότημα κτιρίων με επίκεντρο τον ναό του Ασκληπιού. Από τα ερείπια δε της Επιδαύρου πληροφορούμαστε την ύπαρξη πολύπλοκων κατασκευών, που στο σύνολο τους θυμίζουν την ύπαρξη ενός νοσοκομείου, το οποίο όμως εισέπραττε υπέρογκες αμοιβές για τις υπηρεσίες του.
• Ορισμένα από αυτά τα αρχαία θεραπευτήρια μοιάζουν με τους «ξενώνες» και βοήθησαν στην μορφοποίηση των μεσαιωνικών «ξενώνων».
           
                Η οργανωμένη κοινωνική πρόνοια του Βυζαντίου κατασκεύασε φιλανθρωπικά ιδρύματα τα οποία πρώτη φορά είδε ο κόσμος.
              􀂙 Ιδρύματα όπως οι Βυζαντινοί «ξενώνες», δηλαδή αυτό που εμείς χαρακτηρίζουμε σήμερα ως νοσοκομείο, στο Βυζάντιο έλαβε συγκεκριμένη μορφή με πολλά ιερά ιδρύματα, τα οποία νοσήλευαν ασθενείς, με διαφορετικές ασθένειες και διαφορετικών κοινωνικών τάξεων.

Λέξεις όπως:
􀂙 Λοχοκομείο (μαιευτήριο),
􀂙 νοσοκομείο,
􀂙 βρεφοκομείο,
􀂙 ξενοδοχείο,
􀂙 γηροκομείο,
􀂙 πτωχοκομείο,
􀂙 ορφανοτροφείο,
􀂙 λωβοκομείο (λεπροκομείο),
πρώτη φορά δημιουργούνται στην ελληνική γλώσσα, τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
􀂙 Από ιστορικές μαρτυρίες,από αρχαιολογικά μνημεία και βυζαντινές σφραγίδες, μας είναι γνωστά πάνω από 50 τέτοια ιδρύματα.
             
                Η νοσοκομειακή περίθαλψη την οποία έδιναν τα βυζαντινά ιδρύματα δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν κάτι πρόχειρο και ανοργάνωτο. Τα «Τυπικά» (δηλαδή ο γραπτός κανονισμός), των μοναστηριών, τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα, δίνουν σαφείς πληροφορίες για την οργάνωση των νοσοκομείων.
              􀂙 Η ιστορία των βυζαντινών νοσοκομείων αποκαλύπτει καθαρά ότι η χριστιανική φιλανθρωπία και η επιστημονική ιατρική είχαν τέλεια συνδυαστεί στην ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου καθ’ όλη την διάρκεια των μέσων χρόνων το ιατρικό επάγγελμα διατήρησε την ισχύ του.
 
               
                         Μερικά από τα πιο γνωστά από τα ιδρύματα αυτά είναι:
              
                 􀂙 η Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου υπήρχε πτωχοκομείο, νοσοκομείο, ορφανοτροφείο και ξενώνας για τους ταξιδιώτες. Σε ξεχωριστό οίκημα ήταν το λεπροκομείο και σε άλλο οίκημα μακριά από τοπροηγούμενο διδακτήριο για φτωχά και ορφανά παιδιά καθώς και εργαστήριο βιοτεχνίας για να μαθαίνουν τέχνες και επαγγέλματα.
                􀂙 Πάρα πολλά άλλα ιδρύματα είναι γνωστά με το ονόματα των ιδρυτών τους π.χ. «Τα του Φλωρεντίου» (γηροκομείο που ιδρύθηκε από τον πατρίκιο Φλωρέντιο), «τα Ανθεμίου και Ισιδώρου» (γηροκομεία που ίδρυσαν οι αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας),
               􀂙 Επίσης, στην εποχή του Ιουστινιανού το Κοσμίδιο συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε μία εκκλησία, έναν ξενώνα και ένα βαλανείο (λουτρό - μπάνιο), με κατάλληλο προσωπικό. Η βυζαντινή μονή ήταν αφιερωμένη στους δύο ιατρούς Κοσμά και Δαμιανό, οι οποίοι θεράπευαν δια θαυμάτων και ονομάστηκαν « Άγιοι Ανάργυροι», γιατί δεν έπαιρναν αμοιβές για τις θεραπείες που προσεσέφεραν.
                Στην Κωνσταντινούπολη συναντούμε τον «Σαμψών τον ξενοδόχο», που ήταν ιατρός και ζούσε σε ένα φτωχικό σπίτι, το οποίο χρησιμοποιούσε σαν ιατρείο και κατάλυμα για τους φτωχούς. Σε αυτόν απευθύνθηκε κάποτε για να θεραπευθεί ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος μετά τη θεραπεία του ικανοποίησε τηνεπιθυμία του Σαμψών να κτίσει μεγαλοπρεπές νοσοκομείο σε κεντρικό σημείο της Κωνσταντινουπόλεως κοντά στην Αγία Σοφία. Σε αυτό το οποίο ανεδείχθη «περίδοξον ιατρείον», πήγαιναν ασθενείς για θεραπεία εκ «πολυειδών» νοσημάτων, ιδίως για οφθαλμικές παθήσεις.
                􀂙 Ο ξενώνας  του Παντοκράτορος (το νοσοκομείο της Μονής του Παντοκράτορος)


Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Η εξέλιξη των ιατρικών αντιλήψεων στο Βυζάντιο κατά τον 9ο αι.

Η εξέλιξη των ιατρικών αντιλήψεων στο Βυζάντιο κατά τον 9ο αι.
          Η βυζαντινή ιατρική αποτελεί τη σημαντική γέφυρα για το πέρασμα από την αρχαία ελληνική στη λαϊκή ιατρική μέχρι τον 18ο αιώνα. Πέρασε από διάφορες φάσεις και εξελίχθηκε σταδιακά από τέχνη σε επιστήμη. Οι κατεξοχήν εκπρόσωποι της ιατρικής στο Βυζάντιο (σημ. 1) είναι ο Ορειβάσιος Περγαμηνός (4oς αι.), ο Αέτιος Αμιδηνός (6ος αι.), ο Αλέξανδρος Τραλλιανός (6ος αι.), ο Παλλάδιος Αλεξανδρινός (6ος αι.), ο Παύλος Αιγινήτης (7ος αι.), ο Θεόφιλος Πρωτοσπαθάριος (7ος αι.), ο Στέφανος Αθηναίος ή Αλεξανδρεύς (7ος αι.), ο Λέων Iατροσοφιστής (9ος αι.), ο Παύλος Νικαίας (9ος αι.), ο Θεοφάνης Νόν(ν)ος (10ος αι.), ο Συμεών Σηθ (11ος αι.), ο Νικόλαος Καλλικλής (12ος αι.), ο Ιερόφιλος Φιλόσοφος (12ος αι.), ο Νικόλαος Μυρεψός (13ος αι.) και ο Ιωάννης Ζαχαρίας Ακτουάριος (14ος αι.).
              Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι υπάρχουσες πληροφορίες για τη βυζαντινή ιατρική προέρχονται κατά την πλειονότητά τους από τα σωζόμενα ιατρικά συγγράμματα και δευτερευόντως ανιχνεύονται σε διάσπαρτα χωρία κειμένων άλλων κατηγοριών, όπως για παράδειγμα επιστολές, εκφράσεις, ιστοριογραφία. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο των ιατρικών κειμένων αναπτύσσεται σε θεωρητικό επίπεδο, ενώ οι πληροφορίες των άλλων κειμένων συνήθως αφορούν την άσκηση της ιατρικής στον καθημερινό βίο στο Βυζάντιο. Έτσι ο συγκερασμός των πληροφοριών από τις δύο κατηγορίες κειμένων οδηγεί σε ασφαλέστερα συμπεράσματα σχετικά με τη διαμόρφωση των σχετικών αντιλήψεων και την άσκηση της ιατρικής κατά τη βυζαντινή περίοδο.
         Σε μία εμπεριστατωμένη μελέτη των πηγών ο μελετητής διαπιστώνει ότι η ιατρική στο Βυζάντιο εξελίσσεται καθ’ όλη την πρώιμη και μέση περίοδο και οργανώνεται ως επιστήμη –με τη σημασία που είχε ο όρος στην εποχή του– κατά τα τέλη του 10ου και τον 11ο αιώνα. Ο Αλέξανδρος Τραλλιανός, τον 6ο αιώνα, είναι ο πρώτος Βυζαντινός ιατρός που ονομάζει τον ιατρό «ἐπιστήμονα»: «(…) καὶ δεῖ πανταχόθεν βοηθεῖν τὸν ἐπιστήμονα καὶ φυσικοῖς χρώμενον ἐπιστημονικῷ λόγῳ καὶ μεθόδῳ τεχνικῇ». Η επισήμανση βέβαια αυτή γίνεται προκειμένου ο συντάκτης να δικαιολογήσει στο έργο του την παράλληλη καταγραφή ιατρικών συνταγών και αντίστοιχων αλχημικών ή μαγικών συνταγών, στο πλαίσιο πάντα της λευκής-αποτροπαϊκής μαγείας .
           Σταθμό στη διαμόρφωση της ιατρικής στο Βυζάντιο ως επιστήμης αποτελεί κατά τον 9ο αιώνα η στροφή του ενδιαφέροντος των ιατρών στη μελέτη της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος. Η τάση αυτή για μελέτη και αναλυτική περιγραφή της ανθρώπινης φύσεως καθώς και οι διατροφικές αντιλήψεις που διαμορφώνονται με βάση την ανατομία του ανθρώπινου σώματος σηματοδοτούν νέες μεθόδους στη συγγραφή των ιατρικών εγχειριδίων από τον 9ο αιώνα και μετά. Πρόδρομο των μεθόδων αυτών αποτέλεσε εν μέρει το έργο του Αλεξάνδρου Τραλλιανού, ο οποίος ακολούθησε την κατακόρυφη πορεία στην περιγραφή των νοσημάτων, από την κεφαλή έως τα άκρα.
          Η συμβολή του Λέοντος του Ιατροσοφιστού βασίζεται αρχικά στην επεξεργασία του έργου του μοναχού Μελετίου (9ος αι.), του επονομαζόμενου επίσης ιατροσοφιστού, καθώς το Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου κατασκευῆς κείμενο του Μελετίου αποτελεί την πρώτη ιατρική ανατομική πραγματεία. Ωστόσο το έργο του Μελετίου, όπως επισημαίνει και ο Hunger, δεν έχει σαφώς ιατρικό χαρακτήρα, αλλά περισσότερο «τελεολογικό προσανατολισμό». Έτσι η συμβολή του στη διαμόρφωση των ιατρικών αντιλήψεων της εποχής του είχε άμεση σχέση με την αξιοποίηση των παρεχομένων στοιχείων από την ιατρική οπτική γωνία του Λέοντος Ιατροσοφιστού.
         Προκειμένου να γίνει κατανοητή η εξέλιξη των αντιλήψεων περί ασθενειών και θεραπειών κατά τον 9ο αιώνα, είναι απαραίτητο να γίνει μία συνοπτική αναφορά στο κείμενο του Μελετίου, πριν εξετάσουμε τη συμβολή του Λέοντος και του Παύλου στη βυζαντινή ιατρική. Ο Μελέτιος φαίνεται ότι αρχικά χρησιμοποίησε ως πηγή το φιλοσοφικού-θεολογικού χαρακτήρα έργο του Νεμεσίου, επισκόπου Εμέσης (4ος-5ος αι.), υπό τον συναφή τίτλο: Περὶ φύσεως ἀνθρώπου . Ο Νεμέσιος διεξέρχεται την έννοια της χριστιανικής ανθρωπολογίας, βασιζόμενος στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο με αναγωγές στη χριστιανική διδασκαλία .
          Το μεγάλο βήμα του Μελετίου είναι η παράλληλη επεξεργασία και αξιοποίηση των φιλοσοφικών προβληματισμών του Νεμεσίου, των ιατρικών θεωριών των Ιπποκράτη και Γαληνού και των θεολογικών θέσεων των Πατέρων της Εκκλησίας. Όπως ο ίδιος δηλώνει στο προοίμιο (Ὑπόθεσις), στόχος του είναι η σφαιρική και ολοκληρωτική μελέτη της ανθρώπινης οντότητας ως τριμερούς όλου: σώματος – πνεύματος – ψυχής. Επισημαίνει μάλιστα ότι ούτε οι Έλληνες ιατροί και φιλόσοφοι ούτε οι Πατέρες διεξήλθαν αναλυτικά το θέμα αυτό, καθώς ο καθένας το αντιμετώπιζε από τη δική του οπτική γωνία και αρκείτο σε όσα ικανοποιούσαν τις θεολογικές ή ιατρικές αναζητήσεις του. Προαναγγέλλει δε ότι ο ίδιος, αξιοποιώντας όλες τις προγενέστερες επιμέρους γνώσεις, θα προσπαθήσει να δώσει εκτενώς και με όση δυνατή πληρότητα την περιγραφή της ανθρώπινης οντότητας, σε ένα πρωτότυπο κείμενο:
            «Ὁ μὲν γὰρ Ἱπποκράτης περὶ φύσεως παιδίου καὶ ἀνδρὸς γράψας ὀλίγα τινὰ καὶ δυσδιάγνωστα, οὐδὲν περὶ τοῦ καθόλου ἀνθρώπου ἐμνημόνευσεν ἢ τῶν ἐν αὐτῷ δυνάμεων ἢ ἐνεργειῶν ἢ τῶν τοῦ σώματος μορίων. Ὁ γὰρ Γαληνὸς περὶ φύσεως μορίων μνησθεὶς καὶ περὶ κράσεων ἐν οὐδεμίᾳ τῶν πραγματειῶν αὐτοῦ φαίνεται τοιαύτην ὁλοκλήρως ὑπόθεσιν ἀναγράψας. Σωκράτης δὲ ἐτυμολογίας μᾶλλον μορίων καὶ ὀνομάτων ἐν τῷ περὶ φύσεως ἀνθρώπου συντάγματι αὐτοῦ, ὡς γραμματικὸς ἢ φιλόσοφος συνετάξατο. Οἱ δὲ ἅγιοι καὶ τῆς ἐκκλησίας διδάσκαλοι, οἷον ο μέγας Βασίλειος, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Γρηγόριος Νύσσης, ὁ χρυσολόγος Χρυσόστομος καὶ ὁ παμμακάριστος Κύριλλος καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν κατ’ αὐτοὺς ἐν τοῖς λόγοις αὐτῶν τοῖς διδασκαλικοῖς σὺν τῷ θεολογικῷ φυσιολογήσαντες, πολλὰ περὶ τῶν τοῦ σώματος ἡμῶν μορίων καὶ τῶν ψυχικῶν καὶ ζωτικῶν καὶ φυσικῶν δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν συνεφιλοσόφησαν˙ οὐδεὶς μέντοι γε τῶν προειρημένων ἀνδρῶν ἢ τῶν ἁγίων τούτων συναγαγὼν φαίνεται τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, τοῦ μὴ τὴν πραγματείαν ἀποτελέσαι˙ τὰ οὖν διεσπαρμένα, ὡς ἐν ταῖς τούτων βίβλοις ἐγκείμενα, αὐτὸς ἐκλαβών, τὸ παρὸν ὡς ἐνὸν συνεστησάμην δὴ σύγγραμμα˙ τοῖς μὲν ὡς εἰκὸς ἔχειν αὐτὸ βουλομένοις, ὑπόμνημα τῆς φύσεως καὶ τῆς συστάσεως τοῦ σώματος παντὸς ἐσόμενον» (σημ. 9).
           Το κείμενο του Μελετίου αποτελεί την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια για σφαιρική μελέτη της ανθρώπινης φύσεως και το περιεχόμενό του παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τη μελέτη των αντιλήψεων περί της οντολογικής υποστάσεως του ανθρώπου κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο. Σε πολλά χωρία του κειμένου είναι εμφανής ο συγκερασμός φιλοσοφικών και ιατρικών απόψεων που εκπηγάζουν από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και των χριστιανικών αντιλήψεων περί του ανθρώπου. Ο Μελέτιος αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ενιαία ψυχική-πνευματική-σωματική οντότητα με προορισμό την αθανασία και τη θέωση. Εξετάζει διεξοδικά την ανθρώπινη φύση περιγράφοντας την ανατομία του σώματος, τις δυνάμεις και τα πάθη του πνεύματος και της ψυχής, τις αισθήσεις, τις επιθυμίες, τις κλίσεις και ανάγκες του ανθρώπου, τις ηλικιακές φάσεις και τις εκδηλώσεις τους από τη γέννηση ως το θάνατο. Προβάλλει ως μέγιστη πνευματική κατάκτηση την αυτογνωσία, η οποία οδηγεί στην ένωση με τον Θεό και την ευδαιμονία. Με γνώμονα την ανατομία του ανθρώπινου σώματος εξετάζει αναλυτικά τη φυσιολογία κάθε μέλους και οργάνου, περιγράφει τις δυσλειτουργίες και τα νοσήματα που εμφανίζονται σε κάθε ένα από αυτά.
           Αξιοσημείωτο είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις θεωρεί τις εκδηλωμένες δυσλειτουργίες ως απόρροια της συγκρουσιακής σχέσεως μεταξύ πνεύματος – ψυχής και σώματος, όταν ο άνθρωπος δεν αγωνίζεται επαρκώς να νικήσει τη φυσική του αδυναμία και να ενωθεί με το θείο. Τη φυσική φθορά του ανθρώπινου σώματος, κατά τον Μελέτιο, δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην η φθορά του πνεύματος και της ψυχής. Αντίθετα ο θάνατος του σώματος προσφέρει την αθανασία στην ανθρώπινη φύση, εφόσον απαλλάσσεται από όλα τα φθαρτά και εφήμερα. Ο επίλογος του κειμένου αποτελεί ένα είδος εγκωμίου για τη μοναδικότητα της ανθρώπινης φύσεως και τον Δημιουργό της.
           Το έργο του Μελετίου, όπως αναφέρθηκε, χρησιμεύει ως βάση για τη συγγραφή του ιατρικού έργου του Λέοντος Κωνσταντινοπολίτου, του επίσης επονομαζόμενου ιατροσοφιστού, με τίτλο Σύνοψις εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου . Ο συγγραφέας εφαρμόζοντας μία ορθολογιστική μέθοδο αξιοποιεί όλες τις ιατρικές πληροφορίες που αναφέρει ο Μελέτιος, προσθέτει επιλεκτικά στοιχεία από την ιπποκράτειο ιατρική και συμπληρώνει με πολλά νέα στοιχεία προερχόμενα από την προσωπική του εμπειρία ως ιατρού. Όπως δηλώνει στο επίτιτλο του έργου του, επιχειρεί να προσδιορίσει και να περιγράψει τις ποικίλες εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσεως, τις δυνάμεις που την απαρτίζουν και την ενεργοποιούν, τις ηλικιακές φάσεις, τις φυσικές ανάγκες και τις αιτιάσεις τους, τις ανθρώπινες δραστηριότητες και κλίσεις. Το κείμενο του Λέοντος αρχίζει με μία ενδιαφέρουσα ετυμολογική προσέγγιση των βασικών στοιχείων της ανθρώπινης οντότητας. Αναφέρω το πρώτο χαρακτηριστικό χωρίο:
           «Τί ἐστι ψυχή; οὐσία ἀσώματος, λογική, νοερὰ καὶ ἀθάνατος. τί ἐστιν ἄνθρωπος; ζῷον λογικόν, θνητόν, νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν. τί ἐστι ζῷον; οὐσία ἔμψυχος αἰσθητική. πόθεν ἄνθρωπος; παρὰ τὸ ἔναρθρον ἔχειν φωνὴν τῶν ἄλλων ζῴων ἀνάρθρως καὶ ἀσημάντως φωνούντων. καὶ ἄλλως παρὰ τὸ ἀθρεῖν καὶ λογίζεσθαι, ἅπερ ὄπωπε, τουτέστιν ἅπερ βλέπει· ἢ παρὰ τὸ ἄνω βλέπειν· ἢ παρὰ τὸ δρῶ, τὸ βλέπω, ἄδρωπος καὶ ἄνθρωπος· ἢ παρὰ τὸ ἄνω ῥέπειν, ἀνάρροπος. πόθεν ἔμβρυον; παρὰ τὸ ἔσω βρύειν, ὡς ἐνάλιον ζῷον παραπλήσιον· ἢ διὰ τὸ ἔνδοθεν τὴν βορὰν ἔχειν· ἢ διὰ τὸ ἔνδον εἶναι βροτόν. πόθεν μήτρα; παρὰ τὸ μήτηρ εἶναι τοῦ γεννωμένου. νηδύς, ὅτι μεθ’ ἡδύτητος ἐνεργεῖ· ἢ ἐκ τοῦ διανενεμῆσθαι, ὅ ἐστι σεσωρεῦσθαι καὶ πεπληρῶσθαι» .
           Ο συσχετισμός των φυσικών συστατικών του ανθρώπινου οργανισμού με την ηλικία του ατόμου, τα στοιχεία της φύσεως και τις κλιματικές συνθήκες αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες στο έργο του Λέοντος, στην οποία βασίζονται οι διατροφικές απόψεις που διαμορφώνονται προϊόντος του χρόνου και μετά τον 10ο αιώνα στη σκέψη των Βυζαντινών ιατρών. Η θεωρία αυτή έχει τις απαρχές της στον Ιπποκράτη  και διατυπώνεται σε μία πρώτη μορφή από τον Γαληνό, χωρίς όμως να λαμβάνει πρακτικές διαστάσεις με συγκρότηση πάγιων ιατρικών κατευθύνσεων περί διατροφής και υγείας. Στον συσχετισμό αυτό βέβαια βασίστηκαν και οι προγενέστεροι Βυζαντινοί ιατροί ως προς τις αιτιάσεις διαφόρων νοσημάτων, όπως για παράδειγμα ο Ορειβάσιος στη διατύπωση της πρωτότυπης θεωρίας του περί μεταδόσεως των πανδήμων νοσημάτων μέσω του εισπνεόμενου αέρα .
              Ωστόσο το νέο στοιχείο στο έργο του Λέοντος είναι η άμεση σύνδεση των διατροφικών αναγκών του ανθρώπου με τη φυσική κατάσταση και την ηλικία του, την εποχή του έτους και τις κλιματικές συνθήκες. Ο συσχετισμός αυτός μπορεί να διατυπωθεί διαγραμματικά ως εξής:
 
Πῦρ – θέρος – θερμότητα – ξανθή χολή = Παιδικὴ ἡλικία
 
Ἀήρ – ἔαρ – ὑγρότητα – αἷμα = Ἐφηβεία / Νεανικὴ ἡλικία
 
Ὕδωρ – χειμών – ψυχρότητα – φλέγμα = Ὥριμη ἡλικία
 
Γῆ – φθινόπωρο – ξηρότητα – μέλαινα χολή = Γῆρας
             Πολύ σημαντικό επίσης έργο του Λέοντος είναι η Σύνοψις Ἰατρική, η οποία θεσμοθετεί νέα μέθοδο σύνταξης των ιατρικών εγχειριδίων και συμβάλλει στην εξέλιξη των αντιλήψεων περί ασθενειών και θεραπειών στο Βυζάντιο από τον 9ο αιώνα και ύστερα . Στο Προοίμιο του έργου ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον Γεώργιο, ο οποίος, όπως φαίνεται, του ζήτησε να συντάξει το κείμενο:
           «Οὐχ ἅπαξ, οὐδὲ δὶς, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ᾔτησάς με, γνησιώτατε Γεώργιε, ὅσα φοιτῶν ἐν ταῖς διατριβαῖς μεμάθηκας ἰατρικὰ θεωρήματα, ταῦτά σοι διὰ βραχέων ἐπελθεῖν ὑπομνήσεως ἕνεκα. Ἐγὼ δὲ ταῖς τῶν φίλων ἑτοίμως ὑπακούων αἰτήσεσι πειράσομαί σοι πᾶσαν, ὡς εἰπεῖν, τὴν ιατρικήν ἐπελθεῖν, πάσης μὲν συντομίας ὁμοῦ καὶ σαφηνείας ἐπιμελούμενος, μηδὲν κατὰ δύναμιν τῶν ἀναγκαίων ὑπερορῶν· γελοῖον γὰρ ἀναμιμνήσκειν ἐθέλοντα ἀσαφῶς καὶ μὴ διὰ πολλῶν ἑρμηνεύειν τὰ πράγματα» .
            Ο Λέων στο έργο αυτό κωδικοποιεί τις ασθένειες σε κατηγορίες, με κριτήρια αφενός την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και αφετέρου την ηλικία, την εποχή του έτους και τις κλιματικές συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται κάθε νόσος. Στη Σύνοψι Ἰατρικὴ περιλαμβάνονται εκατόν ογδόντα ενότητες οργανωμένες σε επτά λόγους, εκ των οποίων έκαστος αναφέρεται σε ένα τμήμα του ανθρώπινου σώματος. Οι επιμέρους ενότητες κάθε λόγου φέρουν ως τίτλους ονομασίες νοσημάτων που εμφανίζονται στο συγκεκριμένο τμήμα του σώματος. Ο συγγραφέας περιγράφει τα συμπτώματα κάθε νοσήματος, τις αιτιάσεις του και συγχρόνως προτείνει θεραπείες για κάθε νόσημα μέσω διατροφής και βοτάνων. Τη μέθοδό του περιγράφει στο Προοίμιο του έργου: «Ἕκαστον τοίνυν τῶν παθημάτων ἐκθέμενος πρῶτον, μετὰ ταῦτα τὰς αἰτίας ὑπαγορεύσω σαφῶς· δεύτερον δὲ τὰ σημεῖα δι’ ὧν ῥᾳδίως γνωσθήσεται· τρίτον τὴν θεραπείαν, δι’ ἣν ἅπαντα κατὰ τὴν τέχνην σπουδάζομεν».
             Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Λέων αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην περιγραφή των νοσημάτων και των αιτίων τους και λιγότερο στη θεραπεία τους. Η τακτική αυτή φανερώνει ότι ο Βυζαντινός ιατρός βασίζεται περισσότερο στην πρόληψη και λιγότερο στη θεραπεία των νοσημάτων. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
             «Περὶ πλευρίτιδος. Πλευρῖτίς ἐστι φλεγμονὴ τοῦ ἔσωθεν ὑπεζωκότος ὑπειληφότος τὰς πλευρὰς ὑμένος. σημεῖα δὲ τῆς πλευρίτιδος τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν δογματικῶν παθιγνωμικὰ τέτταρα· βὴξ, δύσπνοια, πυρετὸς ὀξὺς, ὀδύνη νυγματώδης·ἔστι δὲ ὀδύνη νυγματώδης, ὡς εἴ τις ψηφῖδα ῥίψας ἐν ὕδατι ποιήσειε κύκλον ἀεὶ μεγεθυνόμενον καὶ φεύγοντα ἀεὶ τὸ κέντρον αὐτοῦ, καὶ δεῖ καταρχὰς μὲν ζεματίοις χρῆσθαι ὑσσώπου, γλυκυρίζου καὶ τῶν τοιούτων, ἔξωθεν ἐπὶ τῆς πλευρᾶς πυρίᾳ τε καὶ σακελλισμοῖς· ἔστι δὲ καὶ ὅτε φλεβοτομοῦμεν· προκόπτοντος δὲ τοῦ χρόνου λεπτῶς πάνυ διαιτῶμεν, οἷον πτισάνῃ χρώμενοι».
             Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι την ίδια περίοδο εμφανίζονται ανάλογες αντιλήψεις και σε άλλης φύσεως κείμενα, γεγονός που αποδεικνύει άτι μάλλον οι θέσεις των ιατρών είχαν ευρύτερα επηρεάσει τουλάχιστον το περιβάλλον των Βυζαντινών λογίων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναφορά του Θεοφύλακτου Αχρίδας (12ος αι.) στην κακή κατάσταση της υγείας του, την οποία αποδίδει σε δυσχερείς κλιματικές συνθήκες και στη διατροφή: «Τοῦ γὰρ ἐν Ἀχρίδι ἀέρος τὸν ἐνταῦθα ἀλλαξάμενος, τοῦ τ’ ἐν ἐκείνῃ ὀλιγοφόρου οἴνου καὶ λεπτοτάτου καὶ τῶν ἄλλων ὑγιεινοτέρων τροφῶν στερηθείς, κακῶς ἔχει τὸ σῶμα, καὶ πάνυ πονήρως πέπραγεν· ἀνορεξίας μὲν εἰς ἔσχατον ἥκων, κεφαλαλγίᾳ δὲ προσπαλαίων, καὶ τὴν γαστέρα χυμῶν ἔμπλεω περικείμενος>>.
            Ανάλογο σχόλιο κάνει και ο Τιμαρίων στο ομώνυμο κείμενο (12ος αι.), όπου με σκωπτικό τρόπο επικρίνει την αυστηρή δίαιτα που του επέβαλαν οι ιατροί, προκειμένου να θεραπευτεί από σοβαρή ασθένεια, η οποία δίαιτα ωστόσο τον αποστέρησε από τους τέσσερις χυμούς που έπρεπε να έχει ο οργανισμός του: «Ποῦ γὰρ εἰκὸς ἄνευ τῶν τεσσάρων στοιχειωδῶν χυμῶν ἄνθρωπον ζῆν τὴν ἄνω καὶ παρὰ τὸν βίον ζωήν;».
               Τέλος σε μία πολύ ιδιαίτερη και σπάνια κατηγοριοποίηση ειδών της πανίδας, με βάση τα ίδια κριτήρια, προβαίνει ο Αρέθας Καισαρείας (10ος αι.), ώστε να αιτιολογήσει τη φυσιολογία τους: «(…) εἰ δὲ κατ’ ἐπικράτειαν τοῦ μὲν πυρός, γίνεται τὰ θυμοειδὴ τῶν ζῴων, ὡς λέοντες καὶ παρδάλεις· τοῦ δὲ ὕδατος, τὰ δειλότερα τῶν ζῴων, ὡς ἔλαφος, λαγωοί· τοῦ δὲ ἀέρος, τὰ πτηνά, ὡς ἀετοὶ καὶ γῦπες· τῆς δὲ γῆς, τὰ γεώδη καὶ βαρέα, ὡς ἄρκτοι, σύες καὶ τὰ παραπλήσια».
               Το έργο του Λέοντος σηματοδοτεί, όπως αναφέρθηκε, μία νέα περίοδο για τα βυζαντινά ιατρικά συγγράμματα και αποτελεί τη βάση για τη διαμόρφωση δύο νέων μεθόδων συγγραφής ιατρικών κειμένων. Η πρώτη είναι αυτή που εφαρμόζει ο ίδιος ο Λέων στο έργο Σύνοψις Ἰατρική, δηλαδή η κατηγοριοποίηση και περιγραφή των νοσημάτων με τα αναφερθέντα κριτήρια και τις θεραπείες τους. Η δεύτερη αναπτύσσεται αρχικά από τον Συμεώνα Σηθ, τον 11ο αιώνα, και διαμορφώνει τα ονομαζόμενα διατροφικά εγχειρίδια. Θεωρώ ότι οι αντιλήψεις περί διατροφικών θεραπειών στο έργο Σύνοψις Ἰατρικὴ του Λέοντος υπήρξαν καθοριστικές για τη συγκρότηση του Συντάγματος περὶ τροφῶν δυνάμεως του Σηθ και αυτό στη συνέχεια θα αποτελέσει πρότυπο για τα αλφαβητικά και κατά μήνα διατροφικά εγχειρίδια του Ιερόφιλου (σημ. 23) και άλλων ιατρών από τον 11ο αιώνα και ύστερα.
             Η Σύνοψις Ἰατρικὴ του Λέοντος ενδεχομένως αποτέλεσε πρότυπο για τον Παύλο Νικαίας, ο οποίος πιθανότατα ζει προς τα τέλη του 9ου με αρχές του 10ου αιώνα. Ο Παύλος συντάσσει το υπό τον εκτενέστατο τίτλο έργο Περὶ πολλῶν καὶ ποικίλων γενομένων νοσημάτων ἀναριθμήτων τε συμπτωμάτων περὶ τὰ ἀνθρώπινα σώματα, ποτὲ μὲν ἀπό διαφόρων ἀέρων, ποτὲ δὲ καὶ ἀπ’ αὐτῶν. τῆς φύσεως τῆς συνεχούσης τὸ ζῷον πανταχόθεν ἀναλυομένης, ἔτι δὲ καὶ διαίτης καὶ τῶν ποιοτήτων ὧν γε προσφερομένων.
 
Ο Παύλος συγκροτεί μία ευρύτατη ιατρική εγκυκλοπαίδεια που περιλαμβάνει εκατόν τριάντα τρία κεφάλαια, εκ των οποίων έκαστο διαιρείται σε δύο ενότητες: η πρώτη φέρει τον τίτλο του κεφαλαίου, για παράδειγμα, Περὶ ἰσχιάδος. Στην ενότητα αυτή περιγράφεται εκτενώς κάθε νόσημα, οι αιτιάσεις του και τα συμπτώματα. Ακολούθως η δεύτερη ενότητα, υπό τον τυπικά επαναλαμβανόμενο τίτλο Πῶς οὖν θεραπεύσῃς, προσφέρει θεραπευτικές οδηγίες μέσω βοτάνων και ζωικών προϊόντων .
 
Ο Παύλος είναι αναλυτικότερος του Λέοντος στην περιγραφή των νοσημάτων και των οδηγιών θεραπείας. Η διαφορά στον αριθμό κεφαλαίων μεταξύ των δύο έργων οφείλεται στο γεγονός ότι ο Παύλος ομαδοποιεί κάποια νοσήματα, όπως για παράδειγμα τις ποικίλες μορφές αρθρίτιδας ή τις εντερικές παθήσεις, σε ένα κεφάλαιο και προτείνει κοινές θεραπείες. Η μέθοδος αυτή δηλώνει προφανώς μία εξέλιξη των αντιλήψεων για τις παθήσεις και την αντιμετώπισή τους. Αντίθετα με τον Λέοντα, ο Παύλος επικεντρώνεται στη θεραπεία των ασθενειών και δεν αναφέρεται σε πρόληψη. Θεωρώ ότι το πιο σημαντικό στοιχείο στο έργο του Παύλου είναι ο μεγάλος αριθμός πρώτων υλών από φυτά και ζώα που περιλαμβάνονται στα προτεινόμενα φαρμακευτικά σκευάσματα. Πολλά από αυτά εμφανίζονται για πρώτη φορά μετά τον Ορειβάσιο στο έργο του, ενώ φαίνεται ότι έχει απορρίψει προϋπάρχουσες θεραπευτικές οδηγίες, υπό το πρίσμα της προσωπικής του εμπειρίας.
 
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο πίνακας περιεχομένων που προτάσσεται του κειμένου και το Προοίμιον του Παύλου. Στον πίνακα περιεχομένων αναφέρονται οι τίτλοι των 133 κεφαλαίων του έργου, οι οποίοι αφορούν τις ονομασίες των ασθενειών και την ανατομική καταχώρησή τους μέσα στο κείμενο. Αποτελεί ένα εύχρηστο ευρετήριο για κάθε γνωστό κατά τον 9ο αιώνα νόσημα και τις θεραπείες του.
 
Στο Προοίμιον ο Παύλος εμφανίζεται ως αυτόβουλος συγγραφεύς, καθώς δεν αναφέρει, όπως άλλοι Βυζαντινοί ιατροί, ότι γράφει το πόνημά του ύστερα από παραγγελία κάποιου ενδιαφερομένου φίλου ή μαθητή του ή προκειμένου να το αφιερώσει στον αυτοκράτορα ή σε κάποιον αξιωματούχο (σημ. 26). Ιδιαίτερη πρωτοτυπία του Παύλου αποτελεί ο επιστημονικός προσανατολισμός του Προοιμίου καθώς παρουσιάζει ως βασική αιτία των νοσημάτων την ατμόσφαιρα και τις αλλαγές του κλίματος που επηρεάζουν τις ανθρώπινες κράσεις: «Ὁ δὲ περιέχων ἡμᾶς ἀὴρ ἔξωθεν περικεχυμένος συνεχῶς ἡμῶν τρέπει τὰς κράσεις· θερμότερον ἢ ψυχρότερον ἢ ξηρότερον ἢ ὑγρότερον γινόμενος χαλεπώτατα τίκτει νοσήματα, ὅθεν καὶ ἐπιγίνονται κάταρροι, κυνάγχαι, ῥευματισμοί, βράγχοι, κόρυζαι, βῆχες, περιπνευμονίαι, πλευρίτιδες, στηθῶν πόνοι, ὀξεῖς πυρετοὶ καὶ τὰ τούτοις ὅμοια» (σημ. 27). Επιπλέον ο συγγραφέας υπογραμμίζει και αναδεικνύει τη σημασία και την προσφορά της ιατρικής στη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών: «ἡ φιλανθρωποτάτη δὲ ιατρική πολυπλασίονας ὅλων τὰς θεραπείας ἔχει ἀναρίθμητά τε νοσήματα προσηνέγκατο κατὰ τῶν συνειδότων ἐφευρίσκειν» (σημ. 28).
 
Παρόλο που ο ίδιος γράφει ένα σαφώς επιστημονικό για την εποχή του κείμενο, αποκαλεί την ιατρική τέχνη και όχι επιστήμη, όπως ο προγενέστερός του Αλέξανδρος Τραλλιανός. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ήδη από την αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης περιλαμβάνει την ιατρική μεταξύ των επιστημών (σημ. 29) και στα βυζαντινά λεξικά ο όρος αναφέρεται με την αριστοτελική σημασία, ενώ ως τέχνη προσδιορίζεται ο δόλος (σημ. 30). Η επιλογή του Παύλου δικαιολογείται ενδεχομένως από το γεγονός ότι στην αντίληψή του ο όρος τέχνη αποδίδει αυτό που σήμερα ονομάζουμε τεχνογνωσία, δηλαδή ό,τι αφορά την ιατρική, τη γνώση και χρήση των φυσικών πρώτων υλών, φυτικών και ζωικών, και κυρίως την παρασκευή φαρμάκων από αυτά για τις διάφορες θεραπείες: «ὅθεν τὰ μέγιστα ἡ τέχνη τῆς ἰατρικής, διὰ τὸ τὴν ὕλην προισταμένην καὶ τὰς δυνάμεις τῶν βοηθημάτων ἀκριβῶς ἐπίστασθαι, οἷά τε τοῦ κάμνοντος ἤτοι παρόντων ἑτέρων ιατρών, ἔχει τι ἀποκρίνασθαι τά τε δυνάμενα βοηθεῖν ἐπὶ τῶν καμνόντων» (σημ. 31).
 
Όλο το κείμενο του Παύλου χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια εφαρμογής σωστών θεραπειών, καθώς περιγράφει με λεπτομέρειες τα συμπτώματα κάθε ασθένειας και καταγράφει σε κάθε περίπτωση μία ευρύτατη λίστα ιαματικών πρώτων υλών που με την κατάλληλη μείξη και σύνθεση αποτελούν θεραπευτικά φάρμακα για κάθε νόσημα. Για την καλύτερη προσέγγιση του έργου του Παύλου αναφέρω ένα χωρίο με τις δύο χαρακτηριστικές ενότητες, την περιγραφική και την θεραπευτική, το δέκατο έκτο κεφάλαιο, Περὶ ἡμικρανίας.
 
«Τί ἐστι ἡμικρανία; πόνος ἐστὶν καὶ αὐτὸς περὶ τὸ ἥμισυ μέρος τῆς κεφαλῆς γιγνόμενος καλούμενος δὲ καὶ συνήθης ἡμικρανία. ἐνίοις μὲν ἔξωθεν τοῦ κρανίου αἴσθησις γίνεται, ἐνίοις δὲ εἰς τὸ βάθος τῆς κεφαλῆς διήκει ὁ πόνος. διορίζεται δὲ ἑκάτερον τὸ μέρος τῆς κεφαλῆς δεξιᾷ τε καὶ ἀριστερᾷ, ἀτμώδους θερμοῦ χολώδους κατὰ τὸ στόμα τῆς κοιλίας ἀθροιζομένου ἐν τῷ ἡμικράνῳ.
 
»Πῶς οὖν θεραπεύσῃς. Τὴν μὲν οὖν ὅλην ἐπιμέλειαν ἣ προσεπὶ κεφαλαλγίας εἴρηται ἐπὶ τοσοῦτον ποιήσομαι, ἐμβροχαῖς τε καὶ καταπλάσμασιν δι’ ἐλαίου ῥοδίνου ἢ χαμαιμηλίνου ἢ πηγανίνου καὶ τῶν ομοίων. ἐνίοτε παραμιγνύων αὐτοῖς χυλὸν ἀειζώου ἢ ἀρνογλώσσου ἢ βάτου ἢ ἀνδράχνης ἢ ἑλξίνης, καὶ καλαμίνθου ἀπόζεμα ἢ ὀριγάνης ἢ ὑσσώπου ἢ γλήχωνος, κρίνου ῥίζαν καὶ νίτρον καὶ λάδανον σὺν οἴνῳ καταπλάσω· καὶ ὁμοῦ διαιτήσω» (σημ. 32).
 
Τα ιατρικά συγγράμματα του Λέοντος και του Παύλου φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά τους μεταγενέστερους ιατρούς στο Βυζάντιο. Η αποπομπή κάθε στοιχείου λευκής-αποτροπαϊκής μαγείας ή αλχημείας είναι εμφανής στα έργα τους και ακολουθείται από όλους σχεδόν τους σημαντικούς ιατρούς της μέσης και ύστερης περιόδου, όπως τον Συμεώνα Σηθ (11ος αι.), τον Νικόλαο Μυρεψό (12ος αι.) και τον Ιωάννη Ζαχαρία Ακτουάριο (14ος αι.). Εξαίρεση αποτελεί ο Θεοφάνης Νόννος (10ος αι.), ο οποίος είναι ο τελευταίος Βυζαντινός ιατρός που στο έργο του, την Ἰατρικὴ Σύνοψι (σημ. 33), περιλαμβάνει και οδηγίες λευκής μαγείας, ωστόσο οι ιατρικές του συνταγές είναι σαφώς επηρεασμένες από το έργο του Παύλου Νικαίας ενώ στη διάταξη των νοσημάτων ακολουθεί τη μέθοδο του Λέοντος. Ο μεταγενέστερος Βυζαντινός φαρμακοποιός Νικόλαος Μυρεψός, του οποίου το περίφημο Δυναμερὸν ἤτοι περὶ συνθέσεως φαρμάκων (σημ. 34) παραμένει ανέκδοτο, χρησιμοποιεί ως βασική πηγή τα συνταγολόγια του Παύλου για τη σύνταξη αυτού του αποκλειστικού χαρακτήρα φαρμακευτικού εγχειριδίου. Τέλος, η επιστημονική θεώρηση των νοσημάτων, η επισήμανση της σημασίας που έχει η ψυχοσωματική ισορροπία για τη βελτίωση της ανθρώπινης υγείας και η εφαρμογή σωστής θεραπευτικής μεθόδου, στοιχεία που διατρέχουν τα έργα του Λέοντος και του Παύλου, είναι εμφανέστατα στα ιατρικά κείμενα του Ιωάννη Ζαχαρία Ακτουαρίου (σημ. 35) κατά την ύστερη περίοδο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο θεολογικός και φιλοσοφικός συσχετισμός, τον οποίον προτάσσει στο έργο του Περὶ ἐνεργειῶν καὶ παθῶν ο Ιωάννης Ακτουάριος, βάσει του οποίου οι ιαματικές ιδιότητες των μερών των ζώων αποδεικνύουν τη θεία ουσία που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση: «Ἀπόδειξις ἐκ τῶν κατὰ μέρος ἰδιοτήτων τῶν ἀλόγων ζῴων, ὅτι ἐν ἡμῖν θεία τις οὐσία» (σημ. 36). Ο συσχετισμός αυτός παραπέμπει σαφώς στη θέση του Μελετίου ιατροσοφιστού που υιοθέτησε και ο Λέων περί της ενιαίας ψυχοσωματικής οντότητας του ανθρώπου, της οποίας η ισορροπία είναι απαραίτητη για την επίτευξη και τη βελτίωση της υγείας του.
 
Η συμβολή του Λέοντος και του Παύλου στη διαμόρφωση των αντιλήψεων περί ασθενειών και θεραπειών θεωρώ ότι υπήρξε καθοριστική στο Βυζάντιο. Τα κείμενά τους διακρίνονται από αυστηρά επιστημονική δομή και οργανωμένο περιεχόμενο σε ευσύνοπτες ενότητες. Από τα έργα αυτά για πρώτη φορά στη Βυζαντινή περίοδο απουσιάζουν παντελώς οδηγίες και συνταγές λευκής μαγείας και περιάπτων, γεγονός που σηματοδοτεί επίσης μία σημαντική εξέλιξη για την ιατρική όχι μόνο στο Βυζάντιο αλλά γενικότερα στον Μεσαίωνα. Τα ιατρικά βυζαντινά συγγράμματα μετά τον 9ο αιώνα ακολουθούν τα πρότυπα του Λέοντα και του Παύλου. Είναι ευσύνοπτα, περιεκτικά και στην πλεινότητά τους απαλλαγμένα από στοιχεία δεισιδαιμονιών.
 
Μαρία Χρόνη
 
Διδάκτωρ Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Ένα βυζαντινό νοσοκομείο του 12ου αιώνα : Η μονή Παντοκράτορος στην Πόλη

 
 
 
 
 
Τσιόπας Ζήσης --Πτυχιούχος ιστορίας – αρχαιολογίας. Κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος βυζαντινής ιστορίας.

 

             Η ύπαρξη νοσοκομείων στη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει μακρά παράδοση. Ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα ο Μέγας Βασίλειος δημιουργεί το πρώτο νοσοκομείο – «ξενών» όπως χαρακτηριστικά ονομάζονταν τα νοσοκομεία εκείνη την εποχή – στην πατρίδα του την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων νέα νοσοκομειακά ιδρύματα θα κάνουν την εμφάνιση τους τόσο στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη όσο και στις επαρχίες. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή τους προέρχονταν είτε από τους αυτοκράτορα, είτε από την εκκλησία ή ακόμα και από ιδιώτες.

             Τα νοσοκομεία συνήθως ήταν συνδεδεμένα με εκκλησιαστικά ιδρύματα και λειτουργούσαν κυρίως μέσα στα πλαίσια των μοναστηριών. Ένα από τα πιο διάσημα νοσοκομεία («ξενών») της βυζαντινής πρωτεύουσας ήταν αυτό του Χριστού Παντοκράτορα το οποίο λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια του ομώνυμου μοναστηριακού συγκροτήματος. Η μονή του Παντοκράτορος, η οποία περιλάμβανε τρεις εκκλησίες (Παντοκράτορα, Ελεούσας, Αρχαγγέλου Μιχαήλ) χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού (1118-1143) και της συζύγου του Ειρήνης, μεταξύ των ετών 1118-1136. Εκτός από το νοσοκομείο το μοναστήρι διέθετε ένα γηροκομείο καθώς και ένα λεπροκομείο, το οποίο όμως βρισκόταν σε διαφορετική τοποθεσία.
 

             Η λειτουργία και η δομή του νοσοκομείου καθορίζεται ιδιαίτερα επιμελώς μέσα στο τυπικό του μοναστηριού, το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Η οργάνωση του θυμίζει σε πολλά σημεία σύγχρονα νοσοκομεία, γεγονός που αποδεικνύει την ιδιαίτερη φροντίδα που απέδιδαν στην υγεία και στην περίθαλψη οι βυζαντινοί μας πρόγονοι.
 
             Το νοσοκομείο διέθετε πέντε θαλάμους με χωρητικότητα πενήντα κλίνες• δέκα απ’ αυτές προορίζονταν για ασθενείς με πληγές και κατάγματα, οκτώ για όσους υπέφεραν από παθήσεις του ματιού, του στομαχιού ή από άλλες διάφορες επώδυνες ασθένειες. Για τις γυναίκες ασθενείς προβλέπονταν χωριστός αριθμός δώδεκα κλινών ενώ τα υπόλοιπα κρεβάτια θα ήταν για τους ελαφρά αρρώστους. Επιπλέον μέσα σε κάθε θάλαμο θα υπήρχε ακόμα ένα εφεδρικό κρεβάτι ενώ έξι ακόμα κρεβάτια θα βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα για να τοποθετηθούν ασθενείς, οι οποίοι ήταν αδύνατο να μετακινηθούν οπότε θα τα μετέφεραν δίπλα τους. Κάθε κλίνη διέθετε ψάθα, στρώμα και τρεις κουβέρτες τα λεγόμενα «ιοσνίκια» σκεπάσματα φτιαγμένα από μαλλί κατσικιού.

             Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν υποχρεωμένο να προμηθεύει τους φτωχότερους ασθενείς ή τους πολύ βαριά αρρώστους με νέα ρούχα για όσο διάστημα κρατούσε η νοσηλεία τους. Τα προσωπικά ρούχα του κάθε ασθενούς καθαρίζονταν και του επιστρέφονταν μετά το τέλος της παραμονής του στο νοσοκομείο. Μόνο οι φτωχοί μπορούσαν να κρατήσουν τα ρούχα του νοσοκομείου και μετά το τέλος της νοσηλείας τους. Επίσης όλα τα είδη ιματισμού αλλά και τα στρώματα, τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια ανανεώνονταν κάθε χρόνο με νέα. Όσα απ’ αυτά τα παλαιά είδη μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν φυλάσσονταν ενώ τα υπόλοιπα μοιράζονταν στους φτωχούς.


             Το ιατρικό προσωπικό : Οι γιατροί αλλά και οι βοηθοί τους ήταν κατανεμημένοι στους πέντε θαλάμους του νοσοκομείου. Σε κάθε αντρικό θάλαμο υπηρετούσαν δύο γιατροί, τρεις εξειδικευμένοι βοηθοί, δύο επικουρικοί (εφεδρικοί) βοηθοί και δύο νοσοκόμοι. Για το γυναικείο θάλαμο είχαν οριστεί τρεις γιατροί (δύο άντρες και μία γυναίκα), τέσσερις εξειδικευμένες γυναίκες βοηθοί, δύο επικουρικές και δύο νοσοκόμες. Επίσης υπήρχαν τέσσερις επιπλέον γιατροί (δύο παθολόγοι και δύο χειρουργοί), για τον τομέα των «εξωτερικών ιατρείων». Στο έργο τους συνεπικουρούνταν από τέσσερις εξειδικευμένους βοηθούς και ισάριθμους εφεδρικούς.
 
             Οι γιατροί των θαλάμων ονομάζονταν «πρωτομενίται». Ήταν χωρισμένοι σε δύο ομάδες, οι οποίες εναλλασσόταν κάθε μήνα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Απαγορεύονταν ρητά στους γιατρούς να αναλάβουν οποιαδήποτε υπηρεσία εκτός νοσοκομείου ακόμα και αν αυτή σχετίζονταν με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Γενικά απαγορευόταν στους γιατρούς να ασκούν τα καθήκοντα τους σε πρόσθετες αποστολές εκτός του νοσοκομείου.


             Οι δύο γιατροί που υπηρετούσαν στους θαλάμους είχαν στη διάθεσή τους και δύο «πριμικήριους». Για ένα μήνα ένας από τους δύο «πριμικηριόυς» έπρεπε κάθε μέρα να επιτηρεί την κατάσταση των ασθενών, να ελέγχει αν η πορεία της θεραπείας τους βαίνει καλώς και να διορθώνει τυχόν λάθη και παραλείψεις που θα μπορούσαν να προκύψουν. Όφειλε επίσης να ελέγχει το ψωμί αλλά και οτιδήποτε άλλο δινόταν καθημερινά στους ασθενείς. Επιπλέον κάθε φορά που ερχόταν ένας βαρεία άρρωστος, ο γιατρός, ο οποίος τον αναλάμβανε αρχικά, έπρεπε να δώσει πλήρη αναφορά στον «πριμικήριο» για την κατάσταση του και κατόπιν με εντολή του τελευταίου ένας νέος γιατρός αναλάμβανε τη φροντίδα του ασθενούς.


             Εκτός από τους «πριμικηρίους» στους θαλάμους κοντά στους γιατρούς υπηρετούσαν ένας δάσκαλος της ιατρικής τέχνης. Ο δάσκαλος όφειλε να εκπαιδεύσει τους νεαρούς γιατρούς στις γνώσεις της ιατρικής επιστήμης λαμβάνοντας χορηγία σε χρήματα, φαγητό κτλ, για την εργασία του.

                                  Το διοικητικό και εργατικό προσωπικό


             Επικεφαλής του νοσοκομείου ήταν ο «νοσοκόμος» (κάτι ανάλογο με ένα διευθυντή ή πρόεδρο ενός σημερινού νοσοκομείου), ο οποίος μαζί με τον επιστάτη φρόντιζαν να προμηθεύονται σε επαρκείς ποσότητες όλα τα απαραίτητα είδη που χρειάζονταν το νοσοκομείο και να διανέμουν σε αφθονία όλα τα αναγκαία στους ασθενείς.

 
             Το νοσοκομείο διέθετε τέσσερις φαρμακοποιούς (ένας «αρχιφαρμακοποιός» και τρεις ειδικοί επί των φαρμάκων) καθώς και δύο βοηθούς τους, ένα θυρωρό, πέντε γυναίκες, οι οποίες εργάζονταν στα πλυντήρια, έναν άνδρα επισταμένο για τη συνεχή ύπαρξη ζεστού νερού, δύο μαγείρους, δύο φουρνάρηδες, ένα μυλωνά, ένα σταβλίτη, ό οποίος θα είχε την ευθύνη για τα άλογα των γιατρών και παράλληλα θα εργαζόταν και στο μύλο, ένα φρουρό για την πύλη, ένα προμηθευτή των αναγκαίων ειδών, τρεις ιερείς (ένας θα ήταν υπεύθυνος για τις εξομολογήσεις των ετοιμοθάνατων και ένας άλλος για τις κηδείες), δύο αναγνώστες εκκλησιαστικών κειμένων, τέσσερις νεκροθάφτες και έναν καθαριστή των αποχετεύσεων.

 

             Το τυπικό του μοναστηριού καθόριζε τις μερίδες φαγητού για κάθε ασθενή, τη χρηματική βοήθεια που καθένας τους θα έπαιρνε από το νοσοκομείο αλλά και την τροφοδοσία του προσωπικού (βοηθούς, νοσοκόμους, υπηρέτες). Επίσης από το τυπικό λαμβάνονταν φροντίδα τόσο για την ατομική καθαριότητα των ασθενών, η οποία αποτελούσε ευθύνη του προσωπικού όσο και για την ύπαρξη ειδών καθαριότητας (πετσέτες, λεκάνες) και μαγειρικών σκευών. Επιπλέον – σύμφωνα πάντα με το τυπικό – ο νοσοκόμος και ο επιστάτης θα εφοδιάζονταν με χρήματα, τρόφιμα και όλα τα απαραίτητα παντοειδή υλικά για να ανταποκριθούν στις άμεσες ανάγκες του νοσοκομείου. Όλα τα μέλη του προσωπικού πληρώνονταν κανονικά (τα ποσά για κάθε εργασιακό πόστο ορίζονταν μέσα στο τυπικό) για την εργασία τους μέσα στο νοσοκομείο.

 

             Η οργάνωση, η δομή και η λειτουργία του νοσοκομείου της μονής Παντοκράτορα μας αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας πρότυπης μονάδας περίθαλψης μέσα στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς αν το συγκεκριμένο νοσοκομείο ήταν στα πρότυπα των υπόλοιπων βυζαντινών νοσοκομείων. Από τις διατάξεις ωστόσο του τυπικού, οι οποίες καθορίζουν και την παραμικρή λεπτομέρεια για τη φροντίδα των ασθενών και τη δράση του προσωπικού (γιατρών, νοσοκόμων, βοηθών, υπηρετών κτλ) μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η Κωνσταντινούπολη διέθετε ίσως το κορυφαίο νοσοκομείο στην μεσαιωνική Ευρώπη του 12ου αιώνα.

 


Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης και η ελληνική συνείδησή του

          
 
 
 
 
            Σε πολλούς μελετητές προξενεί εντύπωση η ονομασία «βασιλεύς Ρωμαίων», την οποία χρησιμοποιούσαν οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως και η ορολογία «Ρωμανία», την οποία συναντούμε σε πολλά έγγραφα της εποχής ως ονομασία του κράτους. Είναι γεγονός ότι η ονομασία «Βυζαντινή Αυτοκρατορία» είναι μεταγενέστερη και δημιουργήθηκε το 1562 από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ. Σήμερα την χρησιμοποιούμε για να γινόμαστε κατανοητοί  στους πολλούς. Όμως από σεβασμό προς τις ιστορικές πηγές πρέπει να εξηγούμε στους νεωτέρους ότι οι όροι Ρωμαίος και Ρωμανία αναφέρονται στη Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούπολη και όχι στην Παλαιά Ρώμη. Άλλωστε στο βυζαντινό κράτος η παιδεία βασιζόταν στον Όμηρο και ουδέποτε εδιδάχθη το λατινικόέπος του Βιργιλίου, η Αινειάδα, που αναφέρεται στην πρεσβυτέρα Ρώμη. Η ελληνική συνείδηση ήταν διαδεδομένη μεταξύ αρχόντων και αρχομένων στο βυζαντινό κράτος ιδίως μετά τον 7ο αιώνα, αν και το κράτος ήταν πολυεθνικό και το συνδετικό στοιχείο ήταν η Ορθοδοξία. Από τα ονόματα Ρωμαίος και Ρωμανία προήλθε και ο όρος Ρωμηός, ο οποίος στην νεώτερη ιστορία μας σημαίνει υπό ευρεία έννοια κάθε Ορθόδοξο και υπό στενή έννοια τον Έλληνα.

             Για να ξεκαθαρίσουμε το θέμα της ελληνικής συνειδήσεως των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, ιδιαιτέρως δε κατά τους τελευταίους αιώνες, καλόν είναι να μελετήσουμε ένα εκπληκτικό κείμενο ελληνορθοδόξου αξιοπρεπείας και πατριωτικής παρρησίας γραμμένο από τον Αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ  Δούκα Βατάτζη και απευθυνόμενο στον Πάπα Γρηγόριο Θ . Όπως γνωρίζουμε μετά την Δ  Σταυροφορία  και την επιβολή της Λατινοκρατίας στον χώρο του Ελληνισμού (1204) η αυτοκρατορία της Νικαίας με έδρα τη Νίκαια της Μικράς Ασίας υπήρξε ένα από τα ελεύθερα ελληνικά κράτη απ’ όπου προήλθε και η εκδίωξη των Φράγκων από την Κωνσταντινούπολη το 1261. Ο Ιωάννης Βατάτζης βασίλευσε από το 1222 έως το 1254 διαδεχόμενος τον πεθερό του Θεόδωρο Λάσκαρι, τον ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Ο Ιωάννης Βατάτζης γεννήθηκε το 1193 στο Διδυμότειχο της Θράκης και σήμερα τιμάται από την Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου ως τοπικός Άγιος (4 Νοεμβρίου, ημέρα του θανάτου του το 1254). Λόγω της βαθυτάτης πίστεώς του και της φιλανθρώπου και ελεήμονος πολιτείας του κατετάγη μετά την κοίμησή του στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας και ονομάσθηκε Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων. Ως Αυτοκράτωρ της Νικαίας ο Ιωάννης Βατάτζης εργάσθηκε για την ανακατάληψη των ελληνικών εδαφών και πολέμησε κατά των Φράγκων Σταυροφόρων και κατά των Τούρκων του Ικονίου. Καλλιέργησε την μελέτη των ελληνικών γραμμάτων, είχε δε και ο ίδιος στερεά κλασσική παιδεία και ελληνική συνείδηση.

               Το συγκλονιστικό κείμενο, το οποίο διαφωτίζει την ελληνική και ορθόδοξη συνείδηση των «Ρωμαίων βασιλέων», διασώζει ο αείμνηστος καθηγητής της Ιστορίας Απόστολος Βακαλόπουλος (1) και έχει τίτλο «Του αοιδίμου βασιλέως κυρού Ιωάννου του Δούκα προς τον τε (γράφε ίσως τον τότε) Πάπαν Γρηγόριον». Ο Βακαλόπουλος γράφει στον Πρόλογό του: «Η παρατιθέμενη επιστολή του Ιωάννου Γ. Βατάτζη (1222-1254) προς τον πάπα Γρηγόριο Θ  (1227-1241) είναι πολύ χαρακτηριστική για τις ιδέες που επικρατούν στους βασιλείς της Νίκαιας μετά το 1204. Έντονη είναι η ελληνολατρία και η εθνική ελληνική συνείδησή τους, που βαθμιαία ταυτίζεται με την Ορθοδοξία. …. Εδώ παρατηρούμε καθαρά πως γεννιούνται και δρουν οι πολιτικές εκείνες αντιλήψεις, που αποβλέπουν στην απελευθέρωση των σκλαβωμένων ελληνικών χωρών, και οι οποίες προσαρμοσμένες επιζούν επί Τουρκοκρατίας μέσα σε νέες συνθήκες. Και τελικά πως διαμορφώνουν το περιεχόμενο της λεγόμενης Μεγάλης Ιδέας». 
             Το κείμενο ξεκινά με την έκπληξη του Βατάτζη πως τόλμησε ο Πάπας να του ζητήσει να παύσει να διεκδικεί την Κωνσταντινούπολη από τον Φράγκο ηγεμόνα , ο οποίος την  κατέχει από το 1204. Γράφει με ελληνική αξιοπρέπεια και διπλωματική ειρωνεία ο Βατάτζης, αφού προσδιορίσει στη αρχή ποιός είναι ο γράφων: «Ιωάννης εν Χριστώ τω Θεώ πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων ο Δούκας τω αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης Γρηγορίω σωτηρίας και ευχών αίτησιν». Αποδίδουμε στην νεοελληνική ορισμένα από τα κυριώτερα σημεία της επιστολής: «Εγώ ως βασιλεύς θεωρώ άτοπα τα όσα μου γράφεις και δεν ήθελα να πιστεύσω ότι είναι δικό σου το γράμμα, αλλά αποτέλεσμα της απελπισίας κάποιου που βρίσκεται κοντά σου, και ο οποίος έχει την ψυχή του γεμάτη κακότητα και αυθάδεια. Η αγιότητά σου κοσμείται από φρόνηση και διαφέρει από τους πολλούς ως προς την σωστή κρίση. Γι’ αυτό δυσκολεύθηκα πολύ να πιστεύσω ότι είναι δικό σου το γράμμα αν και έχει σταλεί προς εμέ.» Αξίζει να θαυμάσουμε την έλλειψη δουλικότητος του Βατάτζη προς τον Πάπα αν και την εποχή εκείνη οι Έλληνες της Νικαίας ήσαν οι αδύναμοι και ο Πάπας ήταν η υπερδύναμη τηρουμένων των αναλογιών.

              Και συνεχίζει ο Ιωάννης Βατάτζης διατρανώνοντας την εθνική συνείδησή του: «Γράφεις στο γράμμα σου ότι στο δικό μας γένος των Ελλήνων η σοφία βασιλεύει…… Ότι, λοιπόν, από το δικό μας γένος άνθησε η σοφία και τα αγαθά της και διεδόθησαν στους άλλους λαούς, αυτό είναι αληθινό. Αλλά πως συμβαίνει να αγνοείς, η αν δεν το αγνοείς πως και το απεσιώπησες, ότι μαζί με την βασιλεύουσα Πόλη και η βασιλεία σε αυτόν τον κόσμο κληροδοτήθηκε στο δικό μας γένος από τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος εδέχθη την κλήση από τον Χριστό και κυβέρνησε με σεμνότητα και τιμιότητα; Υπάρχει μήπως κανείς που αγνοεί ότι η κληρονομιά της δικής του διαδοχής (σ.σ. του Μ. Κωνσταντίνου) πέρασε στο δικό μας γένος και εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του; Απαιτείς να μην αγνοούμε τα προνόμιά σου. Και εμείς έχουμε την αντίστοιχη απαίτηση να δεις και να αναγνωρίσεις το δίκαιό μας όσον αφορά την εξουσία μας στο κράτος της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο  αρχίζει από των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου και … έζησε επί χίλια χρόνια ώστε έφθασε μέχρι και την δική μας βασιλεία. Οι γενάρχες της βασιλείας μου, από τις οικογένειες των Δουκών και των Κομνηνών, για να μην αναφέρω τους άλλους, κατάγονται από ελληνικά γένη. Αυτοί λοιπόν οι ομοεθνείς μου επί πολλούς αιώνες κατείχαν την εξουσία στην Κωνσταντινούπολη. Και αυτούς η Εκκλησία της Ρώμης και οι προϊστάμενοί της τους αποκαλούσαν Αυτοκράτορες Ρωμαίων… Διαβεβαιούμε δε την αγιότητά σου και όλους τους Χριστιανούς ότι ουδέποτε θα παύσουμε να αγωνιζόμαστε και να πολεμούμε κατά των κατακτητών της Κωνσταντινουπόλεως. Θα ασεβούσαμε  και προς  τους νόμους της φύσεως και προς τους θεσμούς της πατρίδος και προς τους τάφους των πατέρων μας και προς τους ιερούς ναούς του Θεού, εάν δεν αγωνιζόμασταν γι’ αυτά με όλη μας την δύναμη… Έχουμε μαζί μας τον δίκαιο Θεό, ο οποίος βοηθεί τους αδικουμένους και αντιτάσσεται στους αδικούντας…».

          Ένας «βασιλεύς Ρωμαίων», ο Ιωάννης Βατάτζης μας άφησε ένα εξαιρετικό γραπτό μνημείο ελληνορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Τέτοια κείμενα αξίζει να διδάσκουμε στους νέους μας. Ας έχουμε την ευλογία του ευλαβούς Χριστιανού και πατριώτο  Αγίου Ιωάννου Γ Δούκα Βατάτζη.
                                 
                                                                    Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων 
                 
 
Σημειώσεις:

 (1) Απ. Βακαλοπούλου, Πηγές Ιστορίας του (2)Νέου Ελληνισμού, Α´  τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.
Το Συναξάρι του Βατάτζη ως Αγίου έχει συγγράψει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον δίτομο Συναξαριστή του. Ο ίδιος συνέθεσε και την Ακολουθία του Αγίου Ιωάννου Βατάτζη. Στο Διδυμότειχο υπάρχει καινούργιος Ιερός Ναός στο όνομα του Αγίου Αυτοκράτορος και η Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου οργανώνει κάθε χρόνο τα «Βατάτζεια»  με επίκεντρο την εορτή του Αγίου στις 4 Νοεμβρίου.