Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Η άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς --1185--

          












               H Θεσσαλονίκη, μετά την καταστροφή από τους Σαρακηνούς,επέζησε. Ανασυντάχθηκε και ανασυγκροτήθηκε γρήγορα και έτσι μπόρεσε να αντιμετωπίσει και πάλι νέες επιδρομές των Βουλγάρων, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με σκληρό τρόπο από τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο.
               Μετά το τέλος της μακεδονικής δυναστείας αρχίζει η παρακμή του Βυζαντίου. Ο Μανουήλ Κομνηνός πεθαίνει και στό θρόνο ανεβάινει ο ανήλικος γιος του Αλέξιος B' Κομνηνός. Στην Πόλη ξεσπούν βιαιοπραγίες κατά των Λατίνων. Την κατάσταση εκμεταλλεύεται ο θείος του, ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο οποίος σφετερίζεται την εξουσία. Αφού ανακηρύσσεται συμβασιλέας, εξολόθρεύει όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Πρώτα δηλητηριάζει  την κόρη του Μανουήλ, τη Μαρία, και τον σύζυγό της, τον Ρενιέ τον Μομφερρατικό κι έπειτα βάζει να πνίξουν με τη χορδή ενός τόξου τον μικρό Αλέξιο. Για τους Νορμανδούς όμως που προερχόμενοι από την Σκανδιναβία, εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ιταλίας, και για τον βασιλιά τους Γουλιέλμο, τα γεγονότα αυτά αποτελούν ευκαιρία για νέες επιθέσεις και κατακτήσεις...
             Η Θεσσαλονίκη, αντίθετα με την πορεία της αυτοκρατορίας, είναι μια πόλη σε ανάπτυξη και ακμή. Θα αναδειχτεί σε εμπορικό και οικονομικό κέντρο με το λιμάνι και την αγορά της να προσελκύουν ανθρώπους και εμπορεύματα από όλες τις γύρω περιοχές. Θα αποτελέσει συγκοινωνιακό κόμβο με την Εγνατία Οδό, στη μέση της απόστασης, που χωρίζει την παλιά από την νέα Ρώμη.
           Τον Ιούνιο του 1185 οι Νορμανδοί της Σικελίας υπό τους κόμητες Ριχάρδο και Βαλδουΐνο, ξεκινούν για μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του Βυζαντίου. Στις 24 Ιουνίου καταλαμβάνεται το Δυρράχιο. Ο στρατός αποβιβάζεται και διασχίζοντας την Εγνατία Οδό, χωρίς να συναντήσει αντίσταση, κινείται προς τη Μακεδονία και στις 6 Αυγούστου φτάνει έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης.Ο στόλος, με τον Τανκρέδο, καταλαμβάνει τα Επτάνησα, περίπλεει την Πελοπόννησο και στις 15 Αυγούστου μπαίνει στον Θερμαϊκό.  Η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας είναι πια αποκλεισμένη από ξηρά και θαλάσσα. Οι κάτοικοι της πόλης αντιστέκονται, αλλά η ανικανότητα του διοικητή Δαυίδ Κομνηνού σε συνδυασμό με την αργοπορία των ενισχύσεων από την Πόλη, οδηγούν στην κατάρρευση της άμυνας. Οι Βυζαντινές ενισχύσεις αποτυγχάνουν να συντονιστούν και μόνο δύο μικρές στρατιωτικές μονάδες υπό τον Θεόδωρο Χούμνο και τον Ιωάννη Μαυροζούμη κατορθώνουν να μπουν στην πόλη. Η πολιορκία και η σφαγή περιγράφονται διεξοδικά στο χρονικό του μητροπολίτη της πόλης, Ευσταθίου.
           Η πολιορκία ξεκινά στις 15 Αυγούστου 1185. Η στρατιωτική φρουρά της πόλης είναι μικρή, ενώ πέρα άπό τις μικρές ενισχύσεις που φτάνουν, υπάρχει και ένα τμήμα μισθοφόρων από Σέρβους, Αλανούς και Γερμανούς. Ενισχύεται  όμως από τους πολίτες που αγωνίζονται  με γενναιότητα πάνω στα τείχη, για να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των Νορμανδών. Οι Θεσσαλονικείς, παρά την κακή αμυντική οργάνωση, την έλλειψη εφοδίων και την ανικανότητα του διοικητή τους, κρατούν τις επιθέσεις των πολιορκητών για 9 μέρες.
            Στις 24 Αυγούστου του 1185 όμως οι Νορμανδοί γκρεμίζουν με τις πετροβόλες πολιορκητικές μηχανές τους ένα τμήμα του ανατολικού τείχους και  δημιουργούν ρήγμα από όπου τελικά μπαίνουν στην πόλη και την κυριεύουν.
          Τα τείχη της Θεσσαλονίκης δεν άντεξαν...
          Ακολούθούν  εφιαλτικές σκηνές. Οι εισβολείς επιδίδονται σε σφαγές, βιασμούς, κακοποιήσεις και λεηλασίες με πρωτοφανή αγριότητα, χωρίς να σέβονται τίποτε. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τα θύματα που είχαν οι Θεσσαλονικείς κατά την πολιορκία και κατά τη σφαγή της άλωσης, υπολογίζονται σε 7.000 περίπου.
          Μετά την άλωση της, η Θεσσαλονίκη γνώρισε  μια μικρή περίοδο σκληρής κατοχής. Οι κατακτητές Νορμανδοί άρπαζαν τα πάντα και η συμπεριφορά τους απέναντι στους ανυπεράσπιστους πολίτες ήταν  προκλητική και βάρβαρη. Σ’ αυτές τις συμφορές έρχεται γρήγορα να προστεθεί και η έλλειψη τροφίμων και η πείνα. Οι Νορμανδοί,  χάνοντας την πειθαρχία τους, κάνουν λαφυραγωγίες σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα.
             Η καταστροφή συγκλονίζει τους Βυζαντινούς και οδήγεί μαζί με τη συσσώρευση και άλλων αρνητικών γεγονότων, στην εκθρόνιση του Ανδρόνικου Κομνηνού. Η  κατάκτηση όμως της Θεσσαλονίκης και η σφαγή βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στους Βυζατινούς  και στους Δυτικούς.
            Τελικά η Θεσσαλονίκη απαλλάχτηκε από την παρουσία των Νορμανδών το Νοέμβριο του 1185, όταν τους νίκησε ο Βυζαντινός στρατηγός Αλέξιος Βρανάς σε δύο μάχες κοντά στις Σέρρες. Τότε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις ελληνικές χώρες. Ένα μέρος μάλιστα της νορμανδικής φρουράς της Θεσσαλονίκης, που δεν πρόλαβε να φύγει, εξοντώθηκε από τμήματα της εμπροσθοφυλακής του βυζαντινού στρατού.
            Βασικός ιστορικός της άλωσης ήταν ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, από το έργο του οποίου «Ιστορία της αλώσεως της Θεσσαλονίκης υπό των Νορμανδών», αντλούνται οι περισσότερες πληροφορίες.
           Γράφει ο μητροπολίτης: <<  Τι να πω για κείνους που ρίχτηκαν μόνοι τους από τις στέγες των σπιτιών να βρουν το θάνατο, όταν η μεγάλη συμφορά έζωσε και τους ίδιους; Αυτοί, μην μπορώντας να πετάξουν στον άερα, πράγμα βέβαια που θα το επιθυμούσαν, υπέφεραν τις συνέπειες της βαρύτητας και συντρίβονταν πέφτοντας από μεγάλο ύψος στο θάνατο. Και τι [να πω] για τους άντρες και τις γυναίκες που έπεφταν σε πηγάδια σα να ήταν το νερό του Κωκυτού ή της Αχερουσίας, εκείνοι από φόβο μήπως πέσουν σε άλλο, χειρότερο θάνατο, κι εκείνες εξαιτίας της σεμνότητάς τους; Δεν είχε τίποτε παράξενο αυτή η πτώση και η κατάπτωση αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι όχι μόνο εύχονταν να ανοίξουν οι πέτρες για να τους δεχτούν, και τα βουνά να κυλήσουν για να τους κρύψουν, ακόμη κι ο ουρανός να τους καταπλακώσει, αλλά και στο χάος και τα τάρταρα φαντάζονταν ότι μπορούσαν να καταβυθιστούν και να τελειώσουν τη ζωή τους. Γιατί, γι’ αυτούς που επιθυμούσαν την καταστροφή τους, ακόμη και τα ιστορικά βάραθρα και οι γκρεμοί ήταν μικρά. Αλίμονο, οι πέτρες που έριχναν εναντίον τους οι βάρβαροι δεν τους άφηναν να σηκώσουν το κεφάλι, αλλά τους κατασκέπαζαν και τους κατάχωναν τους δυστυχισμένους (...) Κι αν ο γονιός σωζόταν, τα παιδιά πέθαιναν καθώς ποδοπατιούνταν και σπρώχνονταν με βία, προσθέτοντας έτσι στον αριθμό των πτωμάτων των αντρών. Έτσι και το πυκνόμαλλο θρεφτάρι, όταν του επιτίθενται λύκοι, αφήνει τα νεογνά του και φεύγει, και ο λύκος δεν γνωρίζει οίκτο για κανέναν...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου