Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Ενωτικοί --- Ανθενωτικοί

                                                    

 
 
 
                                         H πορεία προς την Άλωση
              Την περίοδο που μεσολαβεί ανάμεσα στην ανάκτηση της Πόλης το 1261 και την άλωση από τους Τούρκους, το κυρίαρχο ζήτημα θα είναι η Ένωση των Εκκλησιών. Η προφανής αδυναμία της άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας και η αναζήτηση βοήθειας  υπαγόρευε στους αυτοκράτορες τη συνέχιση της πολιτικής της ένωσης ενώ από την άλλη η Ρώμη και ο Πάπας  έθεταν ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε βοήθεια την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας.
                                    
                                      Οι θεολογικές –δογματικές διαφορές
         Για του ιερωμένους και τους Θεολόγους η ένωση ήταν κάτι αδύνατο, πέρα και πάνω από τις δυνάμεις τους. Οι δυο εκκλησίες απέκλιναν ως προς τη Θεολογία, τη Θεία Λειτουργία αλλά και ως προς το πρακτικό μέρος. Για τους Βυζαντινούς οποιαδήποτε αλλαγή στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος ήταν απορριπτέα. Η πρωτοκαθεδρία της εκκλησίας της Ρώμης σύμφωνα με την εντολή του Αγίου Πέτρου, ερχόταν σε αντίθεση με την Ανατολική αρχή της Πενταρχίας, των πέντε δηλαδή Πατριαρχείων. Το καθαρτήριο των ψυχών ήταν για την Ανατολική εκκλησία μια αλαζονική συμπεριφορά. Στο τυπικό της Λειτουργίας το θέμα ήταν αν ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας θα έπρεπε να περιέχει προζύμι ή να είναι άζυμος. Η επίκληση προς το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιαστούν ο άρτος και ο οίνος, ήταν σημαντική για την Κωνσταντινούπολη και αδιάφορη για τη Ρώμη.  Διαφωνίες υπήρχαν και για το γάμο των ιερέων. Η χρήση δυο διαφορετικών γλωσσών, η γεωγραφική απόσταση και βέβαια το επίσημο σχίσμα του 1054 είχαν διασπάσει την ενότητα της χριστιανοσύνης, με τις δυο εκκλησίες να πορεύονται σε διαφορετικούς δρόμους.
                                        
 
                                            Ενωτικοί και Ανθενωτικοί
             Ο κόσμος στο σύνολό του από το 1261 και μέχρι την Άλωση θα διχαστεί. Πρώτοι από όλους οι λόγιοι και οι διανοούμενοι που η γνώμη τους είχε βαρύνουσα σημασία. Μερικοί ήταν τόσο πιστοί στην Εκκλησία που τους ήταν δύσκολο να υποστηρίξουν την ένωση. Πολλοί όμως φιλόσοφοι ήταν έτοιμοι να δεχτούν τα πρωτεία της Ρώμης, βάζοντας πάνω από όλα την ενότητα της χριστιανοσύνης, με την προϋπόθεση  να μη θιχτεί η ορθόδοξη πίστη. Οι φιλόσοφοι αυτοί είχαν επισκεφτεί την Ιταλία, είχαν γοητευτεί από τον ιταλικό πολιτισμό και βλέποντας τα πράγματα με μια προοδευτική ματιά ήταν θετική στην ένωση, αλλά και στην ιδέα της συγχώνευσης του βυζαντινού και του ρωμαϊκού πολιτισμού.
                 Οι ιθύνοντες η άρχουσα τάξη βρίσκεται και αυτή σε δίλημμα. Η πλειοψηφία θα συνταχτεί με τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων για τη χάραξη  μιας ρεαλιστικής πολιτικής προσέγγισης με τη Δύση, ιδιαίτερα κατά την Παλαιολόγεια περίοδο και την οριστική απώλεια της Μικράς Ασίας. Υπήρχαν βέβαια ανάμεσά τους και αντίθετες γνώμες, όπως ήταν η περίπτωση του αξιωματούχου Λουκά Νοταρά.
                    Η γνωστή φράση του Νοτερά  <<ότι προτιμά να δει στην Πόλη το τουρκικο καφτάνι παρά την λατινική τιάρα» περιγράφει τα αισθήματα του λαού, αλλά και την άποψη που υπήρχε σε αρκετούς  ότι η υποτέλεια στο Σουλτάνο  θα ήταν προτιμότερη, θα έδινε τη δυνατότητας για γρήγορη επανάκαμψη και ανασύσταση του κράτους. Λαός και κλήρος και οι μοναχοί βέβαια ήταν σφοδροί πολέμιοι της Ένωσης. Θυμούνταν τα πρόσφατα γεγονότα και τα παθήματα των προγόνων τους. Το 1204 είχε ανοίξει βαθιές πληγές και είχε δημιουργήσει έχθρες και μίση.  Για τους Ορθόδοξους, η Ένωση αποτελούσε  ηθικό ατόπημα, πολύ χειρότερο από την οποιαδήποτε καταστροφή μπορούσαν να πάθουν.
               Η τραυματική εμπειρία της άλωσης από τους Δυτικούς  είχε σαν αποτέλεσμα την αφύπνιση και κατόπιν την  ομογενοποίηση της πολιτιστικής και εθνικής ταυτότητας την Ελλήνων. Τώρα πια, αυτήν την ταυτότητα θα ήταν δύσκολο να την απεμπολήσουν στο όνομα μιας ένωσης με τη Δύση, που αντιπροσώπευε  κάτι το ξένο και διαφορετικό.
                Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν δύσκολο για κάθε αυτοκράτορα να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση για ένωση, η οποία εύκολα εξαγγελλόταν  και δύσκολα θα υλοποιούταν. Αλώστε ακόμα και στους κύκλους των Ενωτικών και των αυτοκρατόρων υπήρχε η αμφιβολία κατά ποσό η Δύση θα έστελνε μια ικανή βοήθεια να αναχαιτίσει την τουρκική προέλαση. Εκείνο που επιθυμούσαν περισσότερο ήταν μια χαλαρή ένωση στη βάση μιας πολιτικής συνεργασίας,χωρίς την υποταγή της Εκκλησίας και την αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Το ταξίδι του Μανουήλ Παλαιολόγου στη Δύση, η πολιορκία της Πόλης από το Βαγιαζήτ και η μάχη της Άγκυρας (1402)

 
 
 
 
 
 
         H ιστορία της επιβίωσης του Βυζαντίου μετά το 1391, είναι εκπληκτική αλλά συνάμα και θλιβερή. Ό, τι είχε απομείνει ήταν η ίδια η Πόλη, κάποια λιμάνια στη Θράκη και η μισή Πελοπόννησο. Αυτό το τραγικό απομεινάρι κληρονόμησε το 1391 ο Μανουήλ Β΄Παλαιολόγος, ένας άξιος και ικανός άνθρωπος, ο οποίος βίωσε δραματικά παιδικά χρόνια με οικογενειακές έριδες και πολέμους. Είχε υποχρεωθεί να περάσει μερικά χρόνια στη σουλτανική αυλή ως όμηρος, αλλά και να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Βυζαντινής πόλης της Φιλαδέλφειας. Σε επιστολές του που έχουν σωθεί, γίνεται αντιληπτό ότι ο Μανουήλ  νιώθει βαθύτατη ταπείνωση και εξευτελισμό για την κατάσταση που είχε περιέλθει το Βυζάντιο. Ο ίδιος είχε κατανοήσει τους λόγους της κατάπτωσης αυτής,  που είχαν να κάνουν κυρίως με την απώλεια της Μικράς Ασίας και τις οδυνηρές εμφύλιες διαμάχες. Αφού κατόρθωσε να συμβιβάσει τα πράγματα με το διεκδικητή του θρόνου, τον ανιψιό του Ιωάννη Ζ´ Παλαιολόγο, τον οποίο αποδέχτηκε ως συναυτοκράτορα, κινητοποιείται για την αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου και την αποστολή βοήθειας από τη Δύση.
              Η σταυροφορία της Νικόπολης που οργανώθηκε χάρη και στις δικές του εκκλήσεις, παρά την αποτυχία της, έδωσε παράταση ζωής στην Κωνσταντινούπολη, επειδή προβλημάτισε και απασχόλησε το Βαγιαζήτ. Το 1399 φτάνει στην  Πόλη μια μικρή γαλλική δύναμη με επικεφαλής τον στρατάρχη Μπουσικώ. Ο Μανουήλ θα αποφασίσει να κάνει  ο ίδιος ένα μεγάλο ταξίδι στη Δύση για αναζήτηση βοήθειας.
           Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήταν κατά της ένωσης των εκκλησιών, μένοντας πιστός στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά και γιατί γνώριζε πολύ καλά ότι οι υπήκοοι δεν επρόκειτο ποτέ να αποδεχτούν την ένωση. Στον ταξίδι του στη Δύση επιδίωξε επαφές με κοσμικούς ηγέτες, για να αποφύγει τις εκκλησιαστικές πιέσεις. Το πέρασμα του Μανουήλ από τις διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, έχει καταγραφεί από τους Δυτικούς χρονογράφους της εποχής, τους οποίους εντυπωσίασε η ευγενής μορφή, η βαθιά λόγια μόρφωση και οι αυτοκρατορικοί τρόποι του Μανουήλ, ο οποίος «αλλάζοντας άλογα, δεν καταδεχόταν να πατήσει στο χώμα». Ήταν στα μάτια τους ο Αυτοκράτορας της Ανατολής, ο οποίος αγωνιζόταν «ως στρατιώτης του Χριστού στις επάλξεις των μαχών κατά των απίστων βαρβάρων» (J.J.Norwich). Οι διπλωματικές προσπάθειες του Μανουήλ βρήκαν ανταπόκριση σε λόγια και κάποιες οικονομικές ενισχύσεις, από τη Βενετία, Γαλλία, Αγγλία, Αραγονία και Πορτογαλία. Οι άρχοντες της Δύσης δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στην ανάληψη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικής πρωτοβουλίας, ίσως και Σταυροφορίας, έχοντας νωπή ακόμα τη συντριβή της σταυροφορίας της Νικόπολης. Η περιοδεία είχε ήδη συμπληρώσει δύο χρόνια, όταν  το 1402 αναγκάστηκε εσπευσμένα να επιστρέψει  στην Πόλη…
              Ο Βαγιαζήτ, που ουσιαστικά από το 1394 είχε ξεκινήσει να πολιορκεί την Πόλη αλλά τον είχε καθυστερήσει η Σταυροφορία της Νικόπολης και οι επιθετικές κινήσεις των Μογγόλων από την Ανατολή, γύρω στα 1402 είχε εντείνει την πολιορκία, φέρνοντας σε δύσκολη έως απελπιστική θέση τους πολιορκημένους. Η πείνα είχε γονατίσει τον πληθυσμό, σοβαρή διοίκηση δεν υπήρχε, καθώς ο αυτοκράτορας έλλειπε στη διπλωματική αποστολή και ο αντικαταστάτης του Ιωάννης ήταν  ένας ασταθής και χωρίς κύρος άνθρωπος και όλοι  περίμεναν να συμβεί το μοιραίο. Μέσα στην Πόλη εμφανίστηκαν φαινόμενα αναρχίας, διαφθοράς, μαύρης αγοράς προϊόντων και πωλήσεις ολόκληρων περιουσιών σε εξευτελιστικές τιμές.
              Η πολυπόθητη βοήθεια για τους Βυζαντινούς εμφανίζεται από την Ανατολή και όχι από τη Δύση. Η προέλαση του Μογγόλου  ηγεμόνα Ταμερλάνου, από την Περσία προς τη Μικρά Ασία, που σημαδεύεται από αλλεπάλληλες κατακτήσεις των μικρασιατικών πόλεων, αναγκάζει το Βαγιαζήτ να αντιμετωπίσει το νέο και βίαιο αντίπαλο. Από την Ιταλία ο Μανουήλ Β΄ ενεργώντας με διπλωματικό τρόπο,  ήδη από το 1399 είχε έρθει  επίσης σε επαφή με τον Ταμερλάνο. Τον Αύγουστο του 1401 μάλιστα προτείνει στον Ταμερλάνο να του πληρώνει το φόρο υποτέλειας που έδινε στους Οθωμανούς, αν κατορθώσει να ανατρέψει το Βαγιαζήτ. Οι κατακτήσεις των στρατευμάτων του Ταμερλάνου προκαλούν μεγάλο πλήγμα στους Οθωμανούς. Το τελειωτικό χτύπημα δίνεται στη μάχη της Άγκυρας στις 28 Ιουνίου του 1402 σε μια από τις αγριότερες συγκρουσεις του Μεσαίωνα, όπου ο οθωμανικός στρατός συντρίβεται από τους Μογγόλους, που ήταν ενισχυμένοι κι από ένα σώμα ελεφάντων από την Ινδία. Ο ίδιος ο Βαγιαζήτ, αιχμαλωτίζεται και λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει. Το οθωμανικό κράτος κλυδωνίζεται και η οκτάχρονη πολιορκία της Πόλης λύνεται.
          Ο Μανουήλ επιστρέφει και προσπαθεί να επωφεληθεί από την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί αλλά και από τις δυναστικές διαμάχες που ξεσπούν μεταξύ των γιων του Βαγιαζήτ. Πράγματι, θα κατορθώσει να πάρει πίσω τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή της, και ορισμένες πόλεις στην Θρακική ακτή αλλά και στα μικρασιατικά παράλια, απέναντι από την Πόλη.
          H στιγμή αυτή, όταν οι Τούρκοι είχαν συντριβεί και σπαράσσονταν από εμφύλιες διαμάχες, ήταν η κατάλληλη για να οργανωθεί μια μεγάλη σταυροφορία η οποί θα είχε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Όμως πέρασε και χάθηκε μέσα στη γενική απροθυμία όλων. Βενετοί και Γενοβέζοι, απασχολημένοι με τον ανηλεή εμπορικό τους ανταγωνισμό, θέλησαν να διατηρήσουν την  ουδετερότητά τους, οι Γενοβέζοι μάλιστα μετέφεραν με τα καράβια τους ηττημένους Τούρκους στρατιώτες από την Ασία στην Ευρώπη. Ο πάπας έβαζε ως προϋπόθεση για βοήθεια την ένωση και υποταγής της Ανατολικής Εκκλησίας. Οι ηγεμόνες της Ευρώπης θυμούνταν τη συντριβή  στη Νικόπολη και ήταν διστακτικοί. Άλλωστε,  θεωρούσαν ότι οι Τούρκοι είχαν πάθει μεγάλη ζημία και δε θα ξανααπειλούσαν την Ευρώπη.
         Ο Μανουήλ ωστόσο είχε πλήρη γνώση ακι αίσθηση της πραγματικότητας. Το ελληνικό κράτος μπορεί να είχε πάρει παράταση ζωής χάρη στην επέμβαση των Μογγόλων, όμως τα προβλήματα παρέμεναν δύσκολα και άλυτα. Η οικονομία και ο στρατός ήταν σε οικτρή κατάσταση, η βοηθεια από τη Δύση  θολή και αβέβαιη, και οι Τούρκου γρήγορα θα συνέρχονταν από το ισχυρό κτύπημα και θα εμφανίζονταν και πάλι απειλητικοί…

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

H Σταυροφορία της Νικόπολης --1396--

 
Η μάχη της Νικόπολης,σε μικρογραφία γαλλικού χειρογράφου του 15ου αιώνα
                                                           
 
                                                        H Σταυροφορία της Νικόπολης

              Η προώθηση και  η επέκταση των Οθωμανών  που συνεχίστηκε με το Βαγιαζήτ, θορύβησε τη Δύση που άρχισε να διαβλέπει τον κίνδυνο. Την άνοιξη του 1396, άρχοντες και ευγενείς από τη Δύση, ιππότες από την Αγγλία, τη Φλάνδρα, τη Λομβαρδία και άλλα μέρη,  με την παρότρυνση και του Πάπα, ενώθηκαν στη Βούδα με το στρατό του βασιλιά της Ουγγαρίας Σιγισμούνδο.  Η Ουγγαρία ήταν η χώρα που απειλούταν περισσότερο και ο βασιλιάς της πρωτοστατούσε στην οργάνωση της Σταυροφορίας. Διέσχισαν το Δούναβη και αφού  εξουδετέρωσαν  οποιαδήποτε τουρκική αντίσταση που συνάντησαν, έφτασαν στην οχυρωμένη Νικόπολη (σημερινή Βουλγαρία), όπου υπήρχε σημαντικός αριθμός Τούρκων και άρχισαν να την πολιορκούν.
            Ο Βαγιαζήτ, που  προετοιμαζόταν για την πολιορκία της Πόλης, και με νωπές ακόμα τις δάφνες από τη νίκη στο Κοσσυφοπέδιο, έλαβε την είδηση  για την κίνηση αυτή και ταχύτατα κατευθύνθηκε προς την πολιορκούμενη πόλη με ισχυρή δύναμη πεζών και ιππέων.
            Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1396 έγινε η μεγάλη μάχη, που όμως, παρά τη σχετική ισορροπία δυνάμεων κράτησε λίγες ώρες. Οι Δυτικοί έκαναν επίθεση από την πλαγιά ενός λόφου, τρία μίλια έξω από την Νικόπολη,  έχοντας κάνει λανθασμένη εκτίμηση γιατί αυτό που έβλεπαν μπροστά τους ήταν το ελαφρύ μόνο τουρκικό ιππικό. Η κύρια τουρκική δύναμη επιτέθηκε αιφνιδιαστικά, συντρίβοντας τους Σταυροφόρους μέσα σε ένα λουτρό αίματος. Πολλοί άρχοντες και ευγενείς σκοτώθηκαν επί τόπου, ενώ  άλλοι που συνελήφθησαν, θανατώθηκαν τις επόμενες μέρες από τον οργισμένο Βαγιαζήτ, που θέλησε  να εκδικηθεί τους θανάτους Τούρκων στρατιωτών. Ο ίδια ο Σιγισμούνδος,  μόλις που απέφυγε την αιχμαλωσία και κατέφυγε στην Πόλη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Βυζάντιο, αποκλεισμένο και απομονωμένο από τους Οθωμανούς, βρισκόταν σε προφανή αδυναμία να στείλει ενισχύσεις.
          Μετά από αυτό το θρίαμβο, οι Τούρκοι στερέωσαν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια, όρισαν ως σύνορό τους το Δούναβη και  υποχρέωσαν τον ηγεμόνα της Βλαχίας να δηλώσει υποτέλεια. Ο Βαγιαζήτ κινήθηκε προς την Πόλη αποκλείοντας την, αλλά λίγο αργότερα αποχώρησε προς στιγμήν, ίσως επειδή είχε ακούσει ότι εξοπλιζόταν μια αρμάδα από ιταλικές ναυτικές δυνάμεις. Θα την ξαναπολιορκήσει  λίγα χρόνια αργότερα…
          Η συντριβή των χριστιανικών δυνάμεων στη Νικόπολη ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή και για τα Βαλκάνια και για το Βυζάντιο. Για τα Βαλκάνια σήμαινε την οριστική κατάληψή τους από τους Τούρκους, για τους σταυροφόρους ήταν μια τραυματική εμπειρία που θα τους κάνει διστακτικούς έως αρνητικούς να την επαναλάβουν, λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι συνθήκες θα είναι ευνοϊκότερες, μετά την προέλαση των Μογγόλων. Για το Βυζάντιο σήμαινε τον αποκλεισμό και την απομόνωσή του από τους Τούρκους  αλλά και την προσκόλλησή  του στην απέλπιδα προσπάθεια για βοήθεια  από τη Δύση .

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

H μάχη του Κοσσυφοπεδίου --1389--

                                                    

 
 
 
 
                                                  H μάχη του Κοσσυφοπεδίου 1389

                Η επέκταση και η εξάπλωση των Οθωμανών προχωρούσε  στα Βαλκάνια, με τους Τούρκους μπέηδες και πασάδες να προσπαθούν να επιβάλλουν την κυριαρχία τους μεταξύ των σλαβικών, βουλγαρικών και ελληνικών κοινοτήτων. Νέος σουλτάνος είναι ο γιος του Ορχάν, Μουράτ ο Α΄, με το κράτος των Οθωμανών να εκτείνεται στα δυτικά ως το Μοναστήρι, βόρεια ως τη Νις και να περιλαμβάνει και τη Θεσσαλονίκη.
              Η προσπάθεια των Σέρβων να αποτινάξουν την τουρκική κυριαρχία θα έχει μια πρόσκαιρη επιτυχία. Το 1387 θα νικήσουν τους Τούρκους κοντά στις όχθες του ποταμού Τόπλιτσα.  Δυο χρόνια αργότερα  οι Τούρκοι με το Μουράτ επικεφαλής, θα  κινηθούν εναντίον τους με τιμωρητικές διαθέσεις.
          Νωρίς το πρωί της 15ης Ιουνίου του 1389, την ώρα που ο Σουλτάνος  προετοιμαζόταν για τη μάχη, θα μπει στη σκηνή του ένας Σέρβος και θα τον μαχαιρώσει στην καρδιά. Ωστόσο οι Τούρκοι θα συνέλθουν γρήγορα, καθώς στην εκστρατεία συμμετείχαν οι δυο του γιοι. Ο μεγαλύτερος, ο Βαγιαζήτ, αναλαμβάνει αμέσως την ηγεσία, η είδηση της δολοφονίας τους Σουλτάνου αποσιωπάται και   μάχη αρχίζει με τους Τούρκους να νικούν μέχρι το τέλος της μέρας τους Χριστιανούς. Ο  Βασιλιάς των Σέρβων Λάζαρος αιχμαλωτίζεται και θανατώνεται στη σκηνή που δολοφονήθηκε ο Μουράτ. Ο Βαγιαζήτ ανακηρύσσεται  και επίσημα Σουλτάνος και, για να μην υπάρξει θέμα αμφισβήτησης της εξουσίας του, διατάζει τον απαγχονισμό του αδερφού του.
               Στη Κωνσταντινούπολη η είδηση της ήττας σήμαινε τον εκφυλισμό της παμβαλκανικής κίνησης. Η προσπάθεια για μια <<Ορθόδοξη σταυροφορία>>  σκόνταφτε στους τοπικούς ανταγωνισμούς, στην αδυναμία των βαλκανικών κρατών και στην απουσία ενός ισχυρού κέντρου που θα ενοποιούσε και θα οργάνωνε μια τέτοια κίνηση.   Κάθε προσπάθεια στο μέλλον για μια <<ορθόδοξη>> βαλκανική σταυροφορία ναυάγησε οριστικά. 
               Η ήττα στο Κοσσυφοπέδιο   εξασφάλιζε στους Τούρκους την κυριαρχία στα Βαλκάνια, με   ελεύθερες ορισμένες περιοχές της Αλβανίας και της Ελλάδας . Το 1394, τουρκικός στρατός θα εισβάλλει στην Πελοπόννησο για να καταστήσει τους τοπικούς ηγεμόνες φόρου υποτελείς στο Σουλτάνο.  Ο Βαγιαζήτ θα σχεδιάσει την πολιορκία της Πόλης, όμως θα τον καθυστερήσει η σταυροφορία της Δύσης…

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Oι ολέθριες δυναστικές διαμάχες Ιωάννη Παλαιολόγου και Ιωάννη Κατακουζηνού

 
 
 
 
 
 
 
O ΙΩΆΝΝΗΣ ΚΑΤΑΚΟΥΖΗΝΟΣ
 
 
Oι ολέθριες δυναστικές διαμάχες Ιωάννη Παλαιολόγου και Ιωάννη Κατακουζηνού
Οι οδυνηρές συμμαχίες με Τούρκους και Σέρβους, οι επιγαμίες και η εισβολή των εχθρών σε Μακεδονία και Θράκη, η πολιτική του Ορχάν.

           O Δεύτερος Εμφύλιος των Βυζαντινών ξεκινά το 1341 και στη διάρκειά του οι αντίπαλες πλευρές αναγκάστηκαν να συνάψουν συμμαχίες με εχθρούς του Βυζαντίου, όπως το Στέφανο Δουσάν της Σερβίας, ο οποίος άλλαξε στρατόπεδα κατά τα ίδια συμφέροντα, αλλά ακόμα και τους ίδιους τους Τούρκους, τους οποίους έφεραν ως επιδιαιτητές οι ίδιοι οι Βυζαντινοί στην καθαρά εσωτερική αυτή υπόθεση. Παράλληλα, ξόδεψαν κάθε ίχνος χρυσού που υπήρχε διαθέσιμο, με χαρακτηριστικό δείγμα την κατάθεση των αυτοκρατορικών κοσμημάτων σε βενετικό ενεχυροδανειστήριο από την Άννα της Σαβοίας έναντι ευτελούς ποσού. Η διαμάχη τελείωσε το 1347, με πρώτο αυτοκράτορα τον ανήλικο Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο και συναυτοκράτορα τον Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνό. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, όμως, έληξαν οριστικά μόνο όταν ο δεύτερος παραιτήθηκε από το θρόνο το 1354.
           Είναι η εποχή που το βυζαντινό κράτος έχει να αντιμετωπίσει τους Σέρβους του Στέφανου Δουσάν ο  οποίος κάνει μεγαλόπνοα σχέδια και οραματίζεται τον εαυτό του βασιλιά των Ρωμαίων. Από την Ανατολή υπάρχουν οι φιλόδοξοι Οθωμανοί που έχουν παγιώσει την κυριαρχία τους στη Μικρά Ασία. Από καιρό οι Βυζαντινοί είχαν  μισθώσει τις υπηρεσίες τουρκικών στρατευμάτων από διάφορες φυλές, παρά το ότι οι Τούρκοι πολύ συχνά λεηλατούσαν τα μέρη από όπου περνούσαν.  Κατά τη διάρκεια της δυναστικής διαμάχης η συνήθεια αυτή έγινε καθεστώς. Ήταν τόσο το μένος και η αντιπαλότητα των δύο πλευρών που δεν μπορούσαν δυστυχώς να διακρίνουν ότι  άνοιγε ο ασκός του Αιόλου και ότι υπονόμευαν το μέλλον τους κράτους. Ο εμφύλιος πόλεμος μαίνονταν στη Μακεδονία και στη Θράκη από τις συνεχείς εχθροπραξίες των Βυζαντινών, στις οποίες συμμετείχαν με τη μια ή την άλλη πλευρά, Βούλγαροι, Σέρβοι και Οθωμανοί, αλλάζοντας πολλές φορές στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

         Ο κράλης της Σερβίας Στ. Δουσάν ενθαρρυμένος από την κατάσταση αυτή, έβλεπε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του. Εγκατέλειψε τον Κατακουζηνό και προσφέρθηκε με το αζημίωτο να ταχτεί με το μέρος του νεαρού Ιωάννη και της μητέρας του αυτοκράτειρας Άννας. Την Κυριακή το Πάσχα του 1346, στο καθεδρικό ναό των Σκοπίων, στέφτηκε <<αυτοκράτορας των Σέρβων και των Ρωμαίων>>, ενώ παράλληλα αναβάθμισε τον επίσκοπο των Σέρβων σε πατριάρχη.
          Ο Κατακουζηνός κατόρθωσε να κερδίσει την υποστήριξη του Ορχάν, των Οσμανλήδων, δίνοντας του σε γάμο την κόρη του, Θεοδώρα. Στην επιγαμία αυτή αλλά και σε άλλες στηρίχτηκε ο Μωάμεθ ο Β΄ο Πορθητής για να διακηρύξει, μετά την άλωση, ότι είναι απόγονος και διάδοχος των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η σύζευξη μιας Ορθόδοξης χριστιανής με έναν αλλόθρησκο και δη μουσουλμάνο, δεν ήταν κάτι καινούριο. Ο Μανουήλ Παλαιολόγος πάντρεψε τις δύο νόθες κόρες του με Μογγόλους, ενώ και ο γιος του Ανδρόνικος ο Β ΄ πάντρεψε την κόρη με το γιο του Χαν της Χρυσής Ορδής Τοχτού το 1297. Παρόμοια γεγονότα συνέβαιναν και στην Τραπεζούντα με τους Κομνηνούς που άλλωστε ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στην τουρκική επιθετικότητα.
            Οι γάμοι αυτού του είδους ήταν ένα διπλωματικό όπλο στα χέρια των Βυζαντινών. Οι βασιλικές επιγαμίες ήταν συνηθισμένες και υπαγορευμένες από πολιτικές σκοπιμότητες και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Και από τον αυτοκράτορα που ήθελε να προσεταιριστεί ένα εχθρό και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο,  μέσω της συγγένειας και της επακόλουθης πολιτιστικής διείσδυσης , αλλά και από τους ξένους ηγεμόνες που, μέσω ενός βασιλικού γάμου, αποκτούσαν  αίγλη και ισχυροποιούσαν την εξουσία τους.

            Σε ανταπόδοση ο Ορχάν για το γάμο με τη βυζαντινή πριγκίπισσα, έστειλε ένα στρατιωτικό σώμα 6.000 ανδρών, για να πολεμήσουν στη Θράκη. Η αυτοκράτειρα Άννα, για να αντιμετωπίσει τη συμμαχία του Κατακουζηνού με τον Ορχάν, έσπευσε να κλείσει συμφωνία με άλλο Οθωμανό ,τον εμίρη της Φιλαδέλφειας, που προσφέρθηκε, με το αζημίωτο βέβαια, να στείλει εκστρατευτικό σώμα στη Θράκη.  Η πλημμυρίδα των Οθωμανών στο βυζαντινό έδαφος δεν είχε τελειωμό, ενώ υπήρχαν  και οι επιθετικές βλέψεις των Σέρβων του Δουσάν.  Όταν τελείωσαν οι μάχες, οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν μόνιμα  στη Θράκη και σε περιοχές της Μακεδονίας.
         Μετά τη πτώση του Κατακουζηνού, το 1355, ο Ορχάν βρήκε τη δικαιολογία για να εισβάλλει κυριολεκτικά στα ευρωπαϊκά βυζαντινά εδάφη της Θράκης, ενθαρρύνοντας Τούρκους νομάδες και γαζήδες να ακολουθήσουν. Παράλληλα το ασιατικό κομμάτι του Εμιράτου του, ενισχύονταν απορροφώντας σταδιακά τα γειτονικά εμιράτα.

            Ο Ορχάν ακολούθησε έξυπνη και πετυχημένη πολιτική, προκειμένου να οργανώσει κράτος με σταθερότητα και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Επέβαλλε τη μόνιμη κατοίκηση και την αστική ανάπτυξη, προσπαθώντας να ελέγξει την  επίδραση γαζήδων, δερβίσηδων και των ιερέων της μουσουλμανικής πίστης. Τους χριστιανούς υπηκόους τους μεταχειρίστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να τους προσεγγίσει. Χωρίς να λείπουν οι βίαιοι εξισλαμισμοί από τους φανατικούς, πολλοί χριστιανοί προτιμούσαν την εξουσία του από εκείνη του αυτοκράτορα, επειδή η φορολογία του ήταν λιγότερο αλόγιστη. Σε κάθε περιοχή που κατακτούσε, χτίζονταν σχολεία και ιεροδιδασκαλεία, δημόσιες υπηρεσίες, ώστε να αρχίσει να μορφοποιείται ένας κρατικός ιστός.
           Συμπερασματικά οι δυναστικές διαμάχες των Βυζαντινών είχαν σαν αποτέλεσμα την εισβολή των εχθρών στη Μακεδονία και στη Θράκη. Τα οικονομικά του κράτους χειροτέρεψαν περισσότερo, καθώς υποθηκεύτηκε στους Βενετούς –μεγαλώνοντας την εξάρτηση από αυτούς- ο πλούτος του παλατιού αλλά και των εκκλησιών (το ίδιο το βυζαντινό στέμμα, χρυσά και κοσμήματα αλλά και σκεύη από ναούς).

 

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Τα γενέθλια της Πόλης

      
Η χάραξη των ορίων και η θεμελίωση της Πόλης από τον Κωνσταντίνο
 
               Στις παραδοσιακές τελετές που πραγματοποιήθηκαν το Νοέμβριο του 324 χαράχτηκε με άροτρο η γραμμή που σηματοδοτούσε τα νέα χερσαία τείχη, που τετραπλασίαζαν την έκταση της πόλης φτάνοντας περίπου τα οκτώ τ.χμ.. Σχεδιάστηκαν πύλες κατά μήκος του τείχους και κατά μήκος της θάλασσας του Μαρμαρά και του Χρυσού Κέρατος. Η νέα πρωτεύουσα θα αποτελούσε χαρακτηριστική έκφραση του νέου πνεύματος της αυτοκρατορίας και η σύντομη πρόοδος των εργασιών ήταν τόσο εντυπωσιακή, ώστε στις 11 Μαίου 330 έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της Νέας Ρώμης.
           Από το σημείο αυτό ξεκινά η ιστορία της Πόλης. Σήμερα στέκει ένα μοναχικό ερείπιο σε μια σύγχρονη πόλη. Τότε ήταν μια θεαματική στήλη κατασκευασμένη από κυλίνδρους πορφυρίτη λίθου που είχαν μεταφερθεί από την Αίγυπτο. Στην κορυφή της τοποθετήθηκε ένα παγανιστικό άγαλμα του Απόλλωνα που μεταποιήθηκε ώστε να παριστάνει τον αυτοκράτορα. Βρισκόταν στο κέντρο της μεγάλης αγοράς, ενός μεγάλου κυκλικού δημόσιου χώρου που τον κοσμούσαν έργα τέχνης. Δύο αψίδες θριάμβου μια στα ανατολικά και μία στα δυτικά σηματοδοτούσαν την Μέση, τη κύρια λεωφόρο.
           Ένα μαγιάτικο πρωινό του 330 μια μεγάλη πομπή διέσχισε αυτό το δρόμο. Στην κορυφή ήταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος και τον ακολουθούσαν μια ομάδα ιερέων χριστιανών αλλά και παγανιστών, δείχνοντας τη συνέχεια την ανανέωση και τελικά την αλλαγή που θα έρθει. Στα χέρια τους κρατούσαν ιερά και κειμήλια. Κατά την ακριβή στιγμή που όρισαν οι αστρολόγοι, έθαψαν τα κειμήλια στη βάση του κίονα, μαζί με ένα άγαλμα Έλληνα θεού που είχε φέρει από τη Ρώμη ο Κωνσταντίνος. Το σημείο αυτό απέκτησε ιερές διαστάσεις. Κάθε Πρωτοχρονιά, τη 1η Σεπτέμβρη δηλαδή για του Βυζαντινούς, οι κάτοικοι έψαλλαν και προσεύχονταν για τον αυτοκράτορα τους που  ήταν πια ο Άγιός τους, ο ιδρυτής της Κωνσταντίνου Πόλης.
              Στο επίκεντρο της Πόλης βρίσκονταν οι θαλάσσιοι και χερσαίοι εμπορικοί δρόμοι, που διασταυρώνονταν στο βαθύ κανάλι που χωρίζει την Ασία από την Ευρώπη. Ομολογουμένως ούτε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος  δεν θα μπορούσε να προβλέψει πόσο απόρθητη θα γινόταν αυτή η πόλη. Χτισμένη στην άκρη μιας βραχώδους χερσονήσου, η πόλη είχε φυσική οχύρωση. Περιβαλλόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από νερό και από μόνο μια πλευρά από τη στεριά, εκεί που θα χτιζόταν το δυτικό τείχος για να  οχυρωθεί.      
              Κατά το πρότυπο της παλιάς Ρώμης ήταν επτάλοφη και διαιρέθηκε σε 14 περιοχές οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με μεγάλες λεωφόρους που οδηγούσαν από το κέντρο στις πύλες του δυτικού τείχους. Οι πλατείες και ο ιππόδρομος κοσμούνταν από αρχαία γλυπτά που μεταφέρθηκαν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας. Μεταξύ αυτών ήταν ή Στήλη των Όφεων που αφιέρωσαν οι Έλληνες στον Απόλλωνα για τη νίκη τους κατά των Περσών στις Πλαταιές  και τα τέσσερα περίφημα ορειχάλκινα άλογα που τοποθετήθηκαν στην είσοδο του ιπποδρόμου.
          Θέλοντας να καταδείξει την ακατάλυτη συνέχεια του ρωμαϊκού κράτους αποφάσισε να δώσει στην Νέα Ρώμη ίδια σύγκλητο και παρόμοια αξιώματα με εκείνα της παλιάς Ρώμης. Παραχώρησε γη και προνόμια σε οικογένειες συγκλητικών που δέχτηκαν να μετοικήσουν στην Ανατολή. Όσοι έρχονταν να μείνουν στη νέα Ρώμη, δικαιούνταν κουπόνια για να παίρνουν δωρεάν ψωμί. Κατασκευάστηκαν σιταποθήκες και δεξαμενές, ώστε να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός της πόλης. Τηρώντας κατά γράμμα το ρωμαϊκό δίπτυχο <<άρτος και θεάματα>> ολοκλήρωσε την κατασκευή του ιπποδρόμου και συγκρότησε επαγγελματικές ομάδες, τους Δήμους, για την διοργάνωση δημόσιων θεαμάτων. Η Πόλη άρχισε να προσελκύει ανθρώπους από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Η ανάπτυξη της θα γινόταν σε βάρος της παλιάς Ρώμης αλλά και όλων των άλλων πόλεων.
           Στην πόλη του ο Κωνσταντίνος έκοψε ένα νόμισμα το σόλιδο. Ήταν ένα χρυσό νόμισμα 24 καρατίων που έγινε το πιο ισχυρό νόμισμα της νέας εποχής. Ακολουθώντας την παράδοση των αυτοκρατορικών νομισμάτων, στη μία όψη χρησιμοποιήθηκε παράσταση της τύχης της Κωνσταντινούπολης. Παριστάνει μια  γυναίκα καθισμένη σε θρόνο να φορά ένα στέμμα με επάλξεις που παριστάνουν τα τείχη της πόλης. Στα χέρια της κρατά το κέρας της Αμάλθειας σύμβολο πλούτου και δύναμης.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Οι Οθωμανοί

                                                                  
Ο Σουλτάνος Οσμάν Α΄
 
 
                                                                    Οι Οθωμανοί

          Κατά τη διάρκεια του δεύτερου  μισού του 13ου αιώνα, στις παραμεθόριες περιοχές που  εκτείνονταν ανατολικά από τον Όλυμπο της Βιθυνίας, κοντά στα εναπομείναντα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας, ιδρύθηκε ένα μικρό τουρκομανικό κράτος από κάποιον Ερτογρούλ. Το 1281, με το θάνατό του, τον διαδέχεται ο γιος του Οσμάν (o ιστοριογράφος Παχυμέρης τον αναφέρει Ατμάν) και έτσι έχουμε την απαρχή της φυλής των Οσμανλήδων ή Οθωμανών, συνοδευόμενη από πολλούς θρύλους για συγγένειες με  μεγάλους γενάρχες και  ηρωικούς προπάτορες.
            Η ιστορία βέβαια είναι πολύ πιο απλή. Ο Ερτουγρούλ ήταν αρχηγός μιας ομάδας ατάκτων ιερών πολεμιστών (γαζήδες), που με τη δύναμή του κατόρθωσε να ιδρύσει ένα ακόμα εμιράτο πολύ κοντά στη βυζαντινή επικράτεια, όπου οι ευκαιρίες για επιδρομές και λείες ήταν πολλές. Η χώρα που κληρονόμησε ο Οσμάν, λόγω της γειτνίασης αυτής, ήταν φυσικό να προσελκύσει γαζήδες τυχοδιώκτες, αγροίκους νομάδες, αλλά και φλογερούς δερβίσηδες  που θα αναζητούσαν νέα εδάφη και πολιτείες για λεηλασία, κατάκτηση και εξάπ[λωση του Ισλάμ..
           Για τους Βυζαντινούς, η ύπαρξη ενός εμιράτου κοντά στις τελευταίες ασιατικές τους κτήσεις, περιείχε μεγάλο κίνδυνο. Από τη δεκαετία του 1280 οι Οθωμανοί άρχισαν συστηματικές επιθέσεις στο εσωτερικό της βυζαντινής Βιθυνίας και  πολιόρκησαν τη Νικομήδεια(1301). Στη θέση Βαφέας (1301) οι Οθωμανοί νίκησαν μια βυζαντινή δύναμη και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η περιοχή της Βιθυνίας, με τις σημαντικές της πόλεις να μετατραπεί σε περιοχή υπό οθωμανικό έλεγχο. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της κατάστασης από τον Παχυμέρη (ιστοριογράφος): << … τότε άρχισε εποχή μεγάλων κακών για όλη τη χώρα>>.
           Το 1305 ο Ανδρόνικος Β΄ προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει προσλαμβάνοντας Καταλανούς μισθοφόρους που, παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, ενεπλάκησαν σε στάσεις και συνομωσίες. Κι ενώ η Πόλη σπαρασσόταν από τις δυναστικές διαμάχες των Ανδρόνικων (παππούς και εγγονός), οι Οθωμανοί επέκτειναν την κυριαρχία τους και το φθινόπωρο του 1326 κατέλαβαν και την Προύσα. Λίγο μετά, ο Οσμάν πέθανε, κληρονομώντας στο γιο του Ορχάν  ένα  ισχυρό τουρκομανικό Εμιράτο.
            Οι Οθωμανοί σε αντίθεση με τους άλλους λαούς που είχαν εισβάλλει στην βυζαντινή επικράτεια, είχαν στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση. Στα εδάφη που κατακτούσαν έφερναν και εγκαθιστούσαν Τουρκομάνους εποίκους, αλλοιώνοντας την εθνολογική σύνθεση. Όσον αφορά τους εξισλαμισμούς αυτοί γίνονταν με τη χρήση βίας αλλά και με ελεύθερη επιλογή αφού οι προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ τύχαιναν ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης, γλυτώνοντας το χαράτσι.
          Κάτω από αυτές τις συνθήκες η προέλαση των Οθωμανών στην Μικρά Ασία , παρά τις προσπάθειες του Ανδρόνικου Γ και του πιστού του φίλου Ιωάννη Κατακουζηνού, ήταν ασταμάτητη, κυρίως λόγω των αποθεμάτων τους σε έμψυχο δυναμικό. Ο Ανδρόνικος ηττήθηκε στην μάχη του Πελεκάνου το 1329 από τον Ορχάν, . Η Νίκαια της Βιθυνίας χάθηκε για τους Βυζαντινούς το 1331 και η Νικομήδεια με το σημαντικό της λιμάνι το 1337.  Ο Ανδρόνικος τότε προσπάθησε να προσεταιρισθεί, σαν αντίβαρο στους Οθωμανούς, τους εμίρηδες του Σαρουχάν και του Αϊδινίου που βρισκόταν πιο νότια. Ωστόσο ο Ορχάν, ο νέος Σουλτάνος όπως αποκαλούνταν, είχε κατορθώσει να επικρατήσει στον τουρκομανικό κόσμο της Ανατολίας.. Ο σκελετός του κράτους του είχε σχηματιστεί και από τους διαδόχους του θα μπουν τα θεμέλια της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πλέον μπροστά τους  θα είναι ο Βόσπορος και η Πόλη...