Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Εισαγωγή στην ιστορία των Σταυροφοριών




                <<Πάρτε το δρόμο που οδηγεί στον Πανάγιο Τάφο, αρπάξτε την άγια γη από αυτήν την πρόστυχη φυλή και υποτάξτε τη στη δική σας κυριαρχία. Τη γη αυτή τη <<ρέουσα γάλα και μέλι>> όπως λένε οι Γραφές, που δόθηκε από το Θεό στα τέκνα του Ισραήλ>>.
                                                                Πάπας Ουρβανός Β΄, Κλερμον, 1095

             Μετά τη νίκη τους στο Ματζικέρτ (1071) οι Τούρκοι προωθούνται νοτιότερα και καταλαμβάνουν την Ιερουσαλήμ, αποκόπτοντας τους προσκυνηματικούς  δρόμους προς  τους Αγίους Τόπους. Σε όλη την προηγούμενη περίοδο παρά την αραβική κατοχή, το προσκύνημα στους Αγίους Τόπους συνεχιζόταν κανονικά, κυρίως μέσω του χερσαίου δρόμου που περνούσε από τα Βαλκάνια και την Κων/πολη, γεγονός που έφερνε σε επαφή  τους Λατίνους με τους Βυζαντινούς.
             Στην Κωνσταντινούπολη μετά  από την ήττα στο Ματζικέρτ και μια δεκαετία εμφυλίου πολέμου, ο Αλέξιος Κομνηνός προσπαθεί να ελέγξει το εσωτερικό μέτωπο, να οργανώσει στρατό, βρισκόμενος εν μέσω δύο αντιπάλων: από την Ανατολή παραμονεύουν οι απειλητικοι  Σελτζούκοι και από την Ιταλία οι Νορμανδοί. Ο αυτοκράτορας ωστόσο, προσβλέποντας στη βοήθεια του Πάπα, πίστευε πως οι ανάγκες του μπορούσαν να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους των Λατίνων Χριστιανών. Συνασπισμένες οι δυο δυναμεις θα κατόρθωναν να εκδιώξουν τους Τούρκους από τη Μικρά Ασία και να πάρουν την Ιερουσαλήμ. Το 1095 ζητά μιισθοφορική στρατιωτική  βοήθεια από τον Πάπα Ουρβανό Β΄. Έκπληκτος τότε πληροφορείται ότι η κίνησή του εμπνέει στον Πάπα την ιδέα να κηρύξει στη σύνοδο του Κλερμόν (1095) Σταυροφορία για την απελευθέρωση των χριστιανών της Ανατολής από τους Τούρκους.  Στο λόγο που εκφώνησε ο Πάπας, έχοντας στο μυαλό του την υπαγωγή της ανατολικής εκκλησίας στο ρωμαϊκό έλεγχο, τονίζει την ανάγκη για τη δημιουργία ενός χριστιανικού μετώπου ενάντια στην αναβιωμένη δύναμη του Ισλάμ.
              Η σταυροφορία του λαού, όπως ονομάστηκε αλλιώς η Α΄σταυροφορία, ήταν στην ουσία σταυροφορία απλών ανθρώπων, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν πολεμήσει ξανά, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι, μερικοί φτωχοί ιππότες και αρκετοί τυχοδιώκτες. Ωστόσο από το μυαλό του Αλέξιου περνούσε ως πιθανό το ενδεχόμενο να κατακτήσουν το Βυζάντιο παρά να διεκδικήσουν την Ιερουσαλήμ. Η προφανής αδυναμία στην οποία βρισκόταν η αυτοκρατορία του έδενε τα χέρια και τον απέτρεπε από δυναμικές αντιδράσεις.
             Ήδη από τον 11ο και 12ο αιώνα ο εμπορικός και οικονομικός έλεγχος του Αιγαίου είχε περάσει στα χέρια των ιταλικών πόλεων της Βενετίας, της Γένοβας, της Πίζας και της Αγκώνας. Οι Βενετοί ήταν οι πρώτοι που κατάφεραν να τους εκχωρηθούν εμπορικά προνόμια με αντάλλαγμα τις υπηρεσίες του στόλου τους. Για να μειώσει η αυτοκρατορική διοίκηση  την αυξανόμενη δύναμή τους, έκρινε ως καλύτερη την παραχώρηση προνομίων και στους υπηκόους των άλλων πόλεων. Μέσα στην Πόλη, κατά μήκος του Κεράτιου, είχε δημιουργηθεί μια εκτεταμένη ξένη παροικία, με διαρκείς αναμεταξύ τους ανταγωνισμούς. Ο εχθρός ήταν ήδη εντός των πυλών...
              Το 1171 η αυτοκρατορία θα προσπαθήσει να αντιδράσει δυναμικά συλλαμβάνοντας και εκδιωκοντας Βενετούς εμπόρους, ενώ λίγα χρονια αργότερα ο Ανδρόνικος Κομνηνός θα συνδυάσει την ανάρρησή του στο θρόνο με έκρηξη βίας και επεισοδίων στην συνοικία των Ιταλών έμπορων. Το 1176 θα έλθει η νέα ήττα από τους Σελτζουκους στο Μυριοκέφαλο, που θα οδηγήσει σε νέα εδαφική συρρίκνωση, με οριστική την απώλεια της Μικράς Ασίας. Με τους Τούρκους να έχουν σταθεροποιήσει τη θέση τους και να προωθούνται στις νοτιοανατολικές ακτές του Αιγαίου, και τους Σέρβους και τους Βούλγαρους να δημιουργούν στην βαλκανική ανεξάρτητα κράτη, θα σημειωθούν  και  από την Δύση οι επιθέσεις των Νορμανδών, οι οποίες αν και καταστροφικές, δεν θα κατορθώσουν να εξασφαλίσουν ένα σταθερό προγεφύρωμα στις ακτές της αυτοκρατορίας. Θα δημιουργηθεί  όμως ένα προηγούμενο επίθεσης από Δυτικούς ενώ η Κύπρος, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, θα κατακτηθεί από το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο.
               Κάτω από αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε τις τρεις πρώτες σταυροφορίες που θα έχουν ποιοτικές διαφορές μεταξύ τους – η τρίτη θα είναι η σταυροφορία των Βασιλιάδων – αλλά με ίδια πάντα κίνητρα:τα φανερά, την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων και την εκτέλεση του ιερού καθήκοντος, και τα κρυφά, αν και ομολογημένα από πολλούς, για γρήγορο πλουτισμό, κατακτήσεις νέων εδαφών, δημιουργία βασιλείων κά.
               Με τους Σταυροφόρους να σημειώνουν επιτυχίες σε βάρος των Τούρκων, τους Βυζαντινούς να εμπλέκονται πότε σε συμμαχίες και πότε σε αψιμαχίες μαζί τους, η  τελική κατάληξη στην τρίτη σταυροφορία θα είναι η αδυναμία κατάληψης της Ιερουσαλήμ. Το γεγονός αυτό θα δικαιολογήσει νέες προετοιμασίες για την καταστροφική Δ΄Σταυροφορία...

Κάστρο Λήμνου

                     






              Κάποτε ένα κάστρο δήλωνε την ανάγκη των ντόπιων να προστατευτούν από τις επιδρομές του εχθρού. Σήμερα καθώς φτάνεις στη Λήμνο, το νησί σε καλωσορίζει  με το επιβλητικό Κάστρο. Το Κάστρο της Μύρινας είναι κτισμένο σε βραχώδη και απόκρημνη χερσόνησο και επικοινωνεί με την ξηρά μόνο από τα ανατολικά. Είναι το μεγαλύτερο στο Αιγαίο, χτισμένο στο απόκρημνο βραχώδες ακρωτήριο που χωρίζει στα δύο την πρωτεύουσα της Λήμνου, τη Μύρινα. Τα τείχη είναι ανισοϋψή, αυτά προς την ανατολή και το νότο είναι πολύ ψηλότερα και οι πύργοι πιο πυκνά τοποθετημένοι, ενώ προς το νότο και τη δύση είναι χαμηλά και οι πύργοι ολιγάριθμοι. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου βρίσκεται ένα μισοερειπωμένο αμυντικό κτήριο με πολλούς εσωτερικούς χώρους. Στο εσωτερικό του Κάστρου σώζονται ένα τούρκικο Τέμενος, υπόγειος θολωτός χώρος και δεξαμενές.
             Το όνομά της το πήρε από τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα. Η ίδρυσή της ανάγεται στο 12ο ή 13ο αιώνα π.Χ., εποχή που στη Λήμνο κυριαρχούσαν οι Μινύες και πιθανότατα τότε χτίστηκε και το πρώτο κάστρο.
Σε όλες τις εποχές αποτελούσε το ισχυρότερο φρούριο της Λήμνου γι' αυτό και η πόλη ονομαζόταν Κάστρο από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα.
            Το κάστρο της πόλης καλύπτει έκταση 144 στρεμμάτων. Σε μια πρώιμη μορφή κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και οι οχυρώσεις του ενισχύθηκαν το 1185 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ό,τι υλικό είχε απομείνει από την κλασική ακρόπολη της πόλης, η οποία έτσι εξαφανίστηκε
           Όταν μετά την Άλωση από τους Σταυροφόρους, οι Λατίνοι μοίρασαν τις περιοχές  που τους ενδιέφεραν, η Λήμνος λόγω της γεωγραφικής της θέσης είχε ιδιαίτερη σημασία. Το κάστρο της, τη σημερινή του μορφή απέκτησε στα χρόνια της ενετοκρατίας από το Φιλόκαλο Ναβιγκαγιόζι (1207-14) και το γιο του Λεονάρδο (1214-60).  Αυτός  οχύρωσε τη Μύρινα βελτιώνοντας το Βυζαντινό Κάστρο που προϋπήρχε και κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του νησιού για 45 χρόνια. Στη συνέχεια επισκευάστηκε και συμπληρώθηκε πολλές φορές: το 1361 από τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, το 1477 από τον Ενετό διοικητή Φραγκίσκο Πασχαλίγκο. Αργότερα, όταν το νησί πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών, μέσα στο Κάστρο κατοικούσαν οι Τουρκικές οικογένειες, τακτική που ακολουθούνταν και αλλού (π.χ. Κάστρο του Μιραμπέλλου στην Κρήτη) και στόχευε στην προστασία των κατακτητών από τις ξαφνικές εξεγέρσεις των υπόδουλων Ελλήνων. Σύμφωνα με το Σφραντζή, το 1442 η έγκυος σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Αικατερίνη Γατελούζι, πέθανε στη Λήμνο κατά τη διάρκεια πολιορκίας και κηδεύτηκε εις το "Παλαιόν κάστρον ήγουν παλαιόν πτολίεθρον".
             Το Κάστρο υπέστη σοβαρές καταστροφές κατά την πολιορκία της Μύρινας από τον Ρωσικό στόλο το 1770, κατά τη διάρκεια των Ορλοφικών. Τελευταία, το 1990-1991 έγιναν εργασίες συντήρησης και στήριξης του μνημείου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Πολλά ραγίσματα στα τείχη της νότιας και της ανατολικής πλευράς διορθώθηκαν και το Κάστρο έγινε επισκέψιμο με ασφάλεια.
           Σήμερα το Φρούριο της Μύρινας αποτελεί μνημείο επισκέψιμο για το κοινό.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Η μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανική Εκκλησία

                        






                Με τη διαταγή της μετατροπής των αρχαίων ναών σε χριστιανικούς, ο Παρθενώνας,αέναο σύμβολο του αρχαίου πολιτισμού,αφιερώνεται τον 6ο μάλλον αιώνα, στην Αγία του Θεού Σοφία και στη συνέχεια στην Παναγία την Αθηνιώτισσα.Η λατρεία της ειδωλολατρικής Αθηνάς έδωσε τη θέση της στη χριστιανή Παρθένο, τη Θεοτόκο που ονομάστηκε Παναγία Αθηνιώτισσα. Αυτό έγινε ίσως στα μέσα του 6ου αιώνα με μερικές αρχιτεκτονικές μετατροπές, όπως ήταν η πρόσθεση μιας αψίδας στα ανατολικά. Επίσης, η είσοδος πλέον μετατοπίστηκε στη δυτική πλευρά του ναού και οι τρεις θύρες που διανοίχτηκαν στον τοίχο που χώριζε τον ναό από τον οπισθόδομο, τον μετέτρεψαν σε νάρθηκα του χριστιανικού, πλέον, ναού.Έτσι,ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική.Είχε ιερό και αγία τράπεζα, βυζαντινές τοιχογραφίες και εικόνες, άμβωνα και κωδωνοστάσιο που εξείχε μάλιστα από την ξύλινη στέγη της βασιλικής, η οποία στηριζόταν  στο σηκό του κλασικού ναού της Παρθένου Αθηνάς. Το εσωτερικό στολίζεται με τοιχογραφίες και ψηφιδωτά. Γνωστό για την ποιότητά του ήταν το ψηφιδωτό της Παναγίας στην αψίδα του ιερού.
           Υπάρχουν και γραπτές πηγές για τη μετατροπή του Παρθενώνα σε ναό. Σε δύο κείμενα γνωστών μητροπολιτών αναφέρονται εργασίες που έγιναν κατά τον 12ο αιώνα. Στον επικήδειο για τον Νικόλαο Αγιοθεοδωρίτη (1166-75) ο ανιψιός του αναφέρει ότι «...εμεγάλυνε την μητρόπολιν των Αθηνών ... ανεγείρας οίκους κάλλος και μέγεθος έχοντες...»   «και πολλώ χρυσίω έδειξε μαρμαίροντα...» τον Παρθενώνα.
            Το δεύτερο κείμενο είναι ένα ποίημα του Μιχαήλ Χωνιάτη στο οποίο, απευθυνόμενος στη Θεοτόκο, λέει «..εκάλλυνά σου τον ναόν ... έπιπλα τιμήεντα και σκεύη φέρω».
            Ο Χωνιάτης πρόσφερε έπιπλα και λειτουργικά σκεύη. Του αποδίδουν επίσης την τοιχογράφηση του ναού. Οσο για το ψηφιδωτό της Παναγίας, που πιστεύεται ότι κοσμούσε την κόγχη του ιερού, ασφαλώς ανήκε στην ίδια περίοδο. Από αυτές τις μετατροπές  ήδη από τα τέλη του 19 αιώνα δεν είχαν μείνει παρά λείψανα τοιχογραφιών και λιγοστά επιγραφικά χαράγματα στους τοίχους και τους κίονες.
            Στον Ιερό Βράχο ανέβαιναν με τα αφιερώματά τους στη Θεοτόκο προσκυνητές από διάφορα μέρη της Ελλάδας Το έτος 946 ο Όσιος Λουκάς, σε παιδική ηλικία προσκύνησε στο ιερό της Θεοτόκου στην Ακρόπολη, και παρέμεινε στην Αθήνα ενδυθείς το μοναχικό σχήμα. Αναφέρεται επίσης ότι ο όσιος Νίκων το έτος 980 στην περιοδεία του από την Αθήνα ανέβηκε στην Ακρόπολη και έκανε κήρυγμα από το ναό αυτό .Ο ίδιος ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος γιόρτασε  τη συντριπτική νίκη του επί των Βουλγάρων κάνοντας περιοδεία στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της οποίας επισκέφτηκε το ναό και πρόσφερε πλούσια αφιερώματα. Κατά την Άλωση των Αθηνών από τους Λατίνους η εκκλησία συλήθηκε και μετατράπηκε σε καθολική εκκλησία, με την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε». Κατά την τουρκοκρατία έγινε μωαμεθανικό τζαμί

Ο Βασίλειος ο Β΄ επισκέπτεται την Αθήνα και τον Παρθενώνα




                   Ο Βασίλειος, μετά τη συντριβή των Βουλγάρων (1014), για να τονώσει το φρόνημα των πληθυσμών της νότιας Ελλάδας, πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη,  επισκέφτηκε την  Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα και προσκύνησε στην Παναγία την Αθηνιώτισσα (στον Παρθενώνα)
                   Στο παρακάτω απόσπασμα περιγράφεται η πορεία του Βασιλείου προς την Αθήνα και η επίσκεψή του στον Ιερό Βράχο.
              ... Στητός απάνω στο φαρί του ο Βασίλειος κοίταζε μπροστά. Έψαχνε να δει το θαύμα των αιώνων, την Ακρόπολη, που ως  τότε δεν είχε ποτέ του αντικρίσει. Γερά χτυπούσε η καρδιά μέσα στο στήθος, δυνατό ήταν πάντα το κορμί του, ακατάβλητο το χέρι του, που τόσα χρόνια πολεμούσε. Κοίταζε μπροστά και, όταν σε μια στροφή του δρόμου, στο ύψωμα απάνω, απλώθηκε μπροστά στο βλέμμα του η πόλη της Παλλάδας, ρίγος τον έζωσε ολόκληρο. Στο λόφο απάνω, στο μέσον της Αθήνας, είδε το ιερό που στήσανε οι Αθηναίοι για την Παρθένα που λατρεύανε. Γλυκό χρώμα είχαν τα μάρμαρα, καθώς τα αντίκριζε από μακριά, ρόδινο, σαν σάρκα που έπαλλε από  ζωή. Υγράνθηκαν τα μάτια του, θάμπωσε η θωριά του. Έβλεπε την Ακρόπολη, το θαύμα των αιώνων, το σπίτι τώρα της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας, μεγάλη η χάρη Της, άφθονα τα θαύματά της. Κοιτούσε πάντα μπρος, χτυπώντας το φαρί του. Βιαζότανε. Μαγνήτης ο Ιερός Βράχος, τον τραβούσε. Τραντάχτηκε το φουσάτο, άνοιξαν τις δρασκελιές οι πεζοί, τροπόδισαν τα άλογα. Σαν να πλησίαζε ο Βράχος. Υγρά ήταν πάντα τα μάτια του Βασιλειου.  Έφτανε στην Αθήνα. Στην παλιά ένδοξη πόλη με τα σπίτια της και τα αρχοντικά της, τις λίγες εκκλησίες της με τα ψηλα καμπαναριά που σφίγγονταν γύρω από το Βράχο, σαν να γυρεύανε προστασία από κείνον, μια και τειχιά  δεν τη ζώναν ένα γύρω.
               Κατέβαινε το βασιλικό φουσάτο, ανέμιζαν τα φλάμπουρα, χτυπούσαν τα τύμπανα, αντηχούσαν τα βούκινα  και οι σάλπιγγες.  Ερχότανε ο νικητής, ο γερο-αυτοκράτορας, να προσκυνήσει την Παναγιά, στο σπίτι της Αθηνάς, που λάτρευαν οι Αθηναίοι στα χρόνια τα παλιά. Κατέβαινε το λαμπερό φουσάτο, έσκυψε ο γερο- Υμμητός, το κοιταξε,ταράχτηκε. Χρόνια, αιώνες είχαν να δουν τα κορφοβούνια του  τόσους αρματωμένους. Χτύπησαν οι καμπάνες, αντιλάλησαν τα σήμαντρα, τρέξανε οι αρχόντοι, οι άνθρωποι του λαού, να υποδεχτούν το νικητή, το βασιλέα και Αυτοκράτορα που τίμαγε την πόλη τους.
                     Βγήκε και ο μητροπολίτης ο Μιχαήλ, με το χρυσό παπαδολόι πλάι του και με τα θυμιατά  και με τα λάβαρα της εκκλησιάς του, που λατρευόταν τώρα η Μάνα του Ιησού, περίμενε τον χιονισμένο από τα χρόνια καβαλάριο.
                   Με Παναθήναια έμοιαζε η πομπή, καθώς προχώραγαν μπροστά από τον Βασιλέα κοπέλες όμορφες με κάνιστρα και ροδοπέταλα, καθώς χρυσοντημένοι καβαλάριοι ακολουθούσαν. Ίδια με αρχαία γιορτή έμοιαζε, μόνο που αντί για ταύρους και θυσίες, ερχότανε μαλάματα και ασήμια να αφιερωθούν στην Παναγιά, τη Μάνα, την Παρθένα. Για την παλιά γιορτή την νόμισαν  οι βράχοι, οι κολόνες, τα αγάλματα και ένα σύγκρυο πέρασε μέσα στη μαρμάρινη καρδιά τους. Άλαλες αντικρίσανε τον Αυτοκράτορα, στρατιώτη μες στους στρατιώτες, χωρίς στολίδια περιττά απάνω του, χωρίς κεντίδια και χρυσάφια.
                Λάμψανε τα χρυσά άμφια του Μητροπολίτη, των παπάδων, κάτω από το δυνατό φως του Απολλωνα, αστραποβόλησαν τ΄άρματα, γυαλίσαν τα σκουτάρια, οι θώρακες και τα κασίδια. Πεζός ανέβηκε στον Ιερό Βράχο ο Βασίλειος, με δύναμη πάτησε το χώμα που πατούσανε κάποτε οι ιεοφάντηδες της Αθηνάς. Ρωμιός ήταν εκείνος, κληρονόμος των Ελλήνων. Τούτη τη στιγμή την ένιωθε περισσότερο από ποτές. Πρόγονοι δικοί του, ίδια φάρα, ίδια φυλή, αυτοί που χτίσανε τον Παρθενώνα. Την ίδια γλώσσα μιλούσανε. Κι αν πιστεύανε άλλα, αν άλλο Θεό λατρεύαν, το σφάλμα δεν ήταν δικό τους. Ο Σωτήρας δεν είχε γεννηθεί ακόμα.
               Σήκωσε το βλέμμα και είδε το μυριόμορφο ναό. Περίκαλλη η Αγιά-Σοφιά, μεγάλη πλούσια σε ασήμια και χρυσάφια, σε μάρμαρα χρωματιστά, σε ψηφιδωτά. Απαλός τουτος ο ναός, ίσιες οι γραμμές του, βαριές και ανάλαφρες μαζί οι άπειρες κοιλονες.  Σαν ζωντανά του φάνηκαν τα άγάλματα, καθώς τα  τόξευε με το χρυσό του φως ο Φοίβος. Προχώραγε συνεπαρμένος από  την ομορφιά, τη γαλήνη που του χάριζε ο τόπος. Χιλιάδες γύρω του αρματωμένοι, λαός, άρχοντες και παπάδες. Φώναζαν, έψελναν, αχός δεν έφτανε στα αυτιά του. Βουβός ήταν ο κόσμος γύρω του. Κοιτούσε, χάιδευε με το βλέμμα του,  θαύμαζε, απορούσε.
               - Τόση ομορφιά!...Τόση ομορφιά!... μουρμούρισαν τα χείλη του. Σ΄ ευχαριστώ Θεέ μου σ΄ ευχαριστώ Γλυκιά Παρθένα που με αξίωσες να ΄ρθω προσκυνητής!
                  Μπήκε στο ναό, αντηχήσανε πάνω στα μάρμαρα τα πορφυρά καμπάγια του. Ήταν πολεμιστής. Βαριά πατούσε πάνω στη γης, την έκανε να τρεμει. Κοκκίνησε. Ανάλαφρα σήκωσε τώρα το ένα πόδι, ανάλαφρα το ακούμπησε να κάνει ένα βήμα. Ιερή συγκίνηση έπνιγε το στήθος του. Τα μάτια του ταξίδεψαν μέσα στο ναό. Ψιθύρους άκουγε μόνον αυτός. Σπιτι της Αθηνάς ήταν αυτό. Ζουσε ακόμα μέσα στον σκοτεινό σηκό της. Το όνομά της άλλαξες μονάχα, Μαρία τη λέγαν τώρα. Ανατρίχιασε. Ήταν πιστός, ήταν θεοσεβούμενος, έδιωξε την σκέψη. Ζύγωσε το εικόνισμα της Παναγιάς, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε. Νικητής και τροπαιούχος ερχότανε στην  πόλη της Αθήνας. Ήθελε να προσευχηθεί, να Την ευχαριστήσει. (…)
                  Όρθια ήταν η Χάρη Της, με ενωμένα σε προσευχή τα χέρια Της. Σαν φυλακτό στο στήθος απάνω το κεφάλι του παιδιού Της. Θαμπώσανε ξανά τα μάτια του Βασίλειου, είδε τη Χάρη Της, την Παναγιά να αλλάζει όψη, να γίνεται σαν τα αρχαία αγάλματα που παριστάναν τη Θεά Παρθένα. Άλλαξε και το πρόσωπο του Θείου Βρέφους. Κεφάλι Μέδουσας πρόβαλε στο στήθος Της απάνω.
            Σταυροκοπήθηκε ξανά. Τα είδωλα λατρευότανε κάποτε σε τούτο το ναό που αλλαξοπίστησε. Τα είδωλα τον περιπαίζανε. Κοίταξε πάλι την Παναγιά, στο στήθος της το Θείο Βρέφος του χαμογελούσε. Την ψαλμωδία άκουγε τώρα. Με κατάνυξη άρχισε την προσευχή του(…)
          Τρέμοντας τα χείλη του Βασιλείου άρχισαν τον Ακάθιστο Ύμνο και τον πήραν οι ψαλτάδες και ο γέροντας μητροπολίτης και οι στρατηγοί και οι λαϊκοί και ο ύμνος πέταξε ψηλα και τρόμαξε τα είδωλα, που πάψαν να ανασαίνουν, να ψιθυρίζουν, και το θυμίαμα και ο λιβανωτός γέμισαν με το θείο άρωμα τους το ναό που αλλαξοπίστησε και έγινε σπίτι της Παναγιάς, της άμωμης Παρθένας, της Υπέρμαχης Στρατήγισσας.
                                      <<Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια>>  ...

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Μεγάλοι επιστήμονες του Βυζαντίου - Θεόδωρος Μετοχίτης-







                    Ο Θεόδωρος Μετοχίτης (1270 - 13 Μαρτίου 1332) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους επιστήμονες και συγγραφείς, λόγιος και ανώτατος αξιωματούχος της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν γιος του αρχιδιακόνου Γεωργίου Μετοχίτη. Απέκτησε εξαιρετική μόρφωση, αν και ήταν μακριά από την Πόλη λόγω εξορίας του πατέρα του. Σε ηλικία είκοσι χρονών, το 1290, ήταν γνωστός για τις γνώσεις του για την αρχαία γραμματεία και τις ρητορικές του ικανότητες.
                Καθοριστική για την πορεία του Μετοχίτη στάθηκε η επίσκεψη του Ανδρονίκου Β΄ στη Νίκαια το 1290, στο πλαίσιο της περιοδείας του στη Μικρά Ασία. Ο Μετοχίτης εκφώνησε προς τιμήν του αυτοκράτορα το λόγο «Νικαεύς» και αυτό στάθηκε η αφορμή να τον προσέξει  o Ανδρόνικος και να τον εντάξει στην υπηρεσία του. Από το σημείο αυτό άρχισε η σταδιοδρομία του ως κρατικού αξιωματούχου, που τον οδήγησε στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας, φτάνοντας στο αξίωμα του Λογοθέτη και του πρεσβευτή-διπλωμάτη στο εξωτερικό για πολλές υποθέσεις. Ο Μετοχίτης διατήρησε το αξίωμα του Λογοθέτη του γενικού μέχρι το 1321, όταν προήχθη σε μεγάλο λογοθέτη.
                Επηρεασμένος από την εξορία του διακόνου -πατέρα του, δεν πήρε μέρος σε θρησκευτικές έριδες, Ωστόσο, τον ενδιέφερε ο έντιμος και ενάρετος χριστιανικός βίος, αλλά εξέφρασε την προοδευτική για την εποχή του άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να ζει αναμεμειγμένος στις κοινωνικές και δημόσιες υποθέσεις. Η εγκατάλειψη των εγκοσμίων, κατά τον ίδιο, είναι αντίθετη στην ανθρώπινη φύση.
              Εμπλέχτηκε στη σύγκρουση μεταξύ Ανδρονίκου Β' και του εγγονού του Ανδρονίκου Γ'. Μετά την επικράτηση του τελευταίου, η μεγάλη περιουσία του δημεύτηκε και μετά από κάποιο διάστημα στην εξορία, του επιτράπηκε να αποσυρθεί ως μοναχός στη Μονή της Χώρας. Ανέλαβε ως χορηγός την ανακαίνιση και τη διακόσμηση με μωσαϊκά και ψηφιδωτά της μονής της Χώρας, διαδεδομένη πρακτική των επιφανών Βυζαντινών της εποχής. Στη μονή αυτή ίδρυσε βιβλιοθήκη, με τον εμπλουτισμό της οποίας ασχολήθηκε επισταμένα. Πέθανε το 1332 στην αγαπημένη του Μονή που είχε καταστήσει σπουδαστήριο και ησυχαστήριο του.
               Σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε με τη γνώση, τη μάθηση και την επιστήμη. Με το έργο του και τη δράση του συνέβαλε στο να αποκτήσουν η επιστήμη και οι ασχολούμενοι μαζί της κοινωνικό κύρος, όπως και στο να καθιερωθεί η μόρφωση απαραίτητο εφόδιο για κάποιον που ήθελε να σταδιοδρομήσει ως αξιωματούχος.
               Ο Θεόδωρος  Μετοχίτης, όπως και οι περισσότεροι λόγιοι και πνευματικοί άνθρωποι της εποχής του, εμπνέεται από την αρχαιότητα. Πιστέυει  πως ό,τι σημαντικό υπήρχε, είχε ήδη ειπωθεί από τους αρχαίους και δεν έμεινε στους νεότερους παρά μόνον ο σχολιασμός. Το εύρος των γνώσεών του αντικατοπτρίζεται στο έργο του, στο οποίο πραγματεύεται τους περισσότερους αρχαίους συγγραφείς. Ο μαθητής του Νικηφόρος Γρηγοράς  ανέλαβε μάλιστα, μετά το θάνατο του δασκάλου του, να επεξεργαστεί και να διασώσει τα κατάλοιπα των κειμένων του.

                                                                   τα έργα του      

              Από τα σημαντικότερα συγγράμματα του Θεοδώρου Μετοχίτη είναι η συλλογή <<Υπομνηματισμοί και σημειώσεις γνωμικαί>>. Ο τίτλος δεν είναι απόλυτα βέβαιος, πιθανόν να αποδόθηκε από μετέπειτα αντιγραφέα.  Στο έργο αυτό ο συγγραφέας παραθέτει και σχολιάζει περισσότερους από 70 συγγραφείς σε 120 πραγματείες με θέματα ιστορικά, φιλοσοφικά  και αρχαίας ιστορίας,
              Στην ίδια έργο ο Μετοχίτης αναφέρεται σε  κρίσιμα ζητήματα που άπτονται της χριστιανικής ηθικής και απασχολούσαν τον βυζαντινό άνθρωπο όπως στην επιλογή μεταξύ μοναχικού και κοσμικού βίου. Στο ζήτημα αυτό ο ίδιος τοποθετείται υπέρ του κοσμικού βίου, υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος οφείλει να ζει μια φυσιολογική ζωή εντός  της κοινωνίας, να αναμειγνύεται στις δημόσιες υποθέσεις και να τεκνοποιεί.
             Τον απασχολεί και μελετά το είδος του πολιτεύματος που θα άρμοζε στην εποχή και τις ανάγκες της.Συζητά λοιπόν εκτεταμένα περί δημοκρατίας, αριστοκρατίας και μοναρχίας και τονίζει την αναγκαιότητα ορθής οικονομικής διαχείρισης,που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ομαλη λειτουργία του πολιτέυματος...
            Το έργο αυτό αναφέρεται και σε ιστορικά ζητήματα, όπως παραδείγματος χάρη οι πραγματείες που έχουν ως θέμα τους Αθηναίους και τους Λακεδαίμονες και την μεταξύ τους εμφύλια σύγκρουση. Το θέμα αυτό τον απασχολεί, καθώς  το συνδυαζει  με την πορεία πτώσης που ακολουθεί η αυτοκρατορία, η οποία είναι αναπόδραστη. Ο Μετοχίτης ανησυχεί για την παρακμή και εκφράζει τους έντονους φόβους του για το μέλλον που θα έχει η κοινωνία.
          Το κύριο φιλοσοφικό σύγγραμμα του Μετοχίτη συνίσταται στο σχολιασμό των αριστοτελικών έργων Περί φυσικής ακροάσεως, Περί ψυχής, Περί ουρανού, Περί γενέσεως και φθοράς, Περί μνήμης και αναμνήσεως, Περί ύπνου και εγρηγόρσεως, Περί ενυπνίων, Περί της καθ’ ύπνον μαντικής. Είναι εντυπωσιακό το εύρος των αναφορών του Μετοχίτη σε αρχαίους συγγραφείς, χωρίς να λείπουν και κάποια λάθη στις παραπομπές του.
     
            Ο Ηθικός ή περί παιδείας Λόγος  είναι από τα πιο εκτεταμένα έργα του Θεοδώρου Μετοχίτη. Εδώ ο λόγιος απευθύνεται σε έναν νέο και το θέμα που διαπραγματεύεται είναι η διαφορά θεωρητικού και πρακτικού βίου και η συνεχής παλινδρόμηση μεταξύ αυτών των δύο τρόπων ζωής,που συζητούνταν ήδη από τους αρχαίους συγγραφείς και που απασχολεί κάθε κοινωνία, Το πρόβλημα αυτό απασχολεί συνεχώς το Μετοχίτη, ο οποίος αναζητά την αυτογνωσία και προσπαθεί να καθορίσει την προσωπική του θέση και στάση ζωής. Σκοπός της πραγματείας είναι να πεισθεί ο νέος άνθρωπος να ασχοληθεί με τη μόρφωση.
          Στη συνέχεια αναφέρεται σε μια σειρά πνευματικές αξίες, παραδείγματος χάρη η πίστη και
αρετή, και εξαίρει τη σημασία της μελέτης και ερμηνείας των αρχαίων συγγραφέων.  Ο Μετοχίτης έχει βιώσει  το φθόνο των άλλων ανθρώπων που είναι έτοιμοι να συκοφαντήσουν έναν πνευματικό άνθρωπο. στερώντας του την ακαδημαικη ελευθερία. Ιδιαίτερα τον απασχολεί και τον προβληματίζει η κατασυκοφάντηση των λογίων στις εκκλησιαστικές αρχές, ως αντίθετους με τη χριστιανική πίστη. Στο ίδιο κείμενο πιθανόν να πρόσφερε και ο ίδιος μια ευκαιρία για τέτοιου είδους αντιμετώπιση.
      
           Ο  Θεόδωρος Μετοχίτης  αναπτύσσει σπουδαία συγγραφική δραστηριότητα που αφορά την επιστήμη της αστρονομίας. Είναι γεγονός ότι μετά την ακμή του Ισλάμ, η βυζαντινή αστρονομία ήρθε  σε επαφή και γνώρισε την ανάπτυξη της επιστήμης των ουρανών από Αραβες αστρονόμους. Δεδομένη ήταν η μακρά ώσμωση και επαφή Βυζαντινών και Αράβων αστρονόμων.
               Άρχισε να ασχολείται με την αστρονομία σε σχετικά μεγάλη ηλικία, όμως το έργο του στον τομέα αυτό και οι επιδόσεις που σημείωσε τον τοποθετούν σε ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους άλλους λογίους της εποχής του. Ο Μετοχίτης φαίνεται ότι είχε μελετήσει το έργο του Κλαυδίου Πτολεμαίου –ο ίδιος μάλιστα ισχυριζόταν ότι είχε διαβάσει ολόκληρη τη Μεγίστη–, καθώς και άλλων αστρονόμων, τους οποίους αναφέρει στα έργα του: Θέωνα, Απολλώνιο Περγαίο, Σερήνο, Θεοδόσιο κ.ά.
               Δύο είναι τα κύρια έργα του Μετοχίτη περί την αστρονομία: το Προεισαγωγή εις την του Πτολεμαίου Σύνταξιν και το Στοιχείωσις επί τη αστρονομική επιστήμη. Τα δύο αυτά έργα είχαν στόχο να προχωρήσουν ένα βήμα  πιο πέρα από  τις περσικές και αραβικές επιρροές.
               Ο ίδιος ο συγγραφέας μπορούσε έπειτα από τα μαθήματα που είχε παρακολουθήσει, να προβλέπει ηλιακές και σεληνιακές εκλείψεις και αυτή τη γνώση ήθελε να μεταδώσει σε ευρύτερο κύκλο. Το έργο του Μετοχίτη συνέβαλε στην πρόκληση έντονου ενδιαφέροντος για τα αστρονομικά ζητήματα στο Βυζάντιο και στη δημιουργία ενός κύκλου αστρονόμων που αργότερα παρουσίασαν και αρκετά πρωτότυπο έργο, όπως ο πιστός του μαθητής Νικηφόρος Γρηγοράς.
                  Ο Μετοχίτης θεωρούσε την αστρονομία  κορυφαία επιστήμη γιατί διευκολύνει τον άνθρωπο να κατανοήσει τη θεϊκή βούληση.  Ήταν αντίθετος με την αστρολογία και με τη βασική της αρχή ότι ο ανθρώπινος βίος καθορίζεται από τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων. Αυτή η άποψη, σύμφωνα με τον επιστήμόνα Μετοχίτη, κάνει τον άνθρωπο άβουλο και μοιρολάτρη και εμποδίζει την ελεύθερη βουλησή του. Για τον Μετοχίτη, η ενασχόληση με την αστρολογία δεν είναι αποδεκτή.
         
               Ο Θεόδωρος Μετοχίτης συνέγραψε αρκετά ρητορικά, φιλοσοφικά και ποιητικά έργα. Ξεχωριστή θέση μεταξύ των ρητορικών του έργων διεκδικεί ο Νικαεύς, λόγος που εκφωνήθηκε με αφορμή την επίσκεψη του Ανδρονίκου Β΄ στη Νίκαια (1293). Σημαντικός για τους ρητορικούς τρόπους της εποχής θεωρείται ο επιτάφιός του στη Θεοδώρα, σύζυγο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄, όπως και η έμμετρη νεκρολογία στον Ιωσήφ, φιλόσοφο που πέθανε το 1330, όταν ήταν μοναχός στη Θεσσαλονίκη.
                   Ρητορικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και το έργο του στο οποίο κάνει  σύγκριση του Δημοσθένη και του Αριστείδη, που στοχεύει στην κριτική τους αποτίμηση ενταγμένη στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής τους. Το έργο αυτό, με τίτλο <<Επιστασία και κρίσις της των δύο ρητόρων ευδοκιμήσεως του τε Δημοσθένους και Αριστείδου>>, θεωρείται από τις σημαντικότερες συγκρίσεις της βυζαντινής ρητορικής.

          Το ποιητικό έργο του Μετοχίτη περιλαμβάνει και είκοσι ποιήματα σε εξάμετρο, αρκετά εκτεταμένα, που αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Ανάμεσα σε αυτά είναι επιτάφιοι για την Ειρήνη, σύζυγο του Ανδρονίκου B΄, και το γιο του Ιωάννη Παλαιολόγο, που είχε τον τίτλο του καίσαρα, όπως και ποίημα προς το μαθητή του Νικηφόρο Γρηγορά, από το οποίο αντλούμε στοιχεία για τη ζωή του.
           

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Η Άλωση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους --1430--







                Ο ιστορικός Δούκας αναφέρει καταστροφή της Θεσσαλονίκης το 1391 από το Βαγιαζίτ,με αιτία τη δραπέτευση του Μανουήλ Β' από τη σουλτανική αυλή και την κατάληψη του θρόνου στην Πόλη. Η πρώτη οθωμανική κατοχή της πόλης διήρκεσε έως το 1402. Ο Μανουήλ, εκμεταλεύεται την κακή κατάσταση και ήττα των Τούρκων από τον Ταμερλάνο στην Μάχη της Άγκυρας και της επακόλουθης εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των γιων του για τη διαδοχή, του Μεχμέτ Α΄ και Μουράτ Β΄ και καταφέρνει να πάρει την πόλη
             Από την  άλλοτε κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία δεν έχει απομείνει παρά ένα κομμάτι γης γύρω από την Πόλη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αδυναμίας να προστατευτεί η Θεσσαλονίκη από τους Οθωμανούς, πωλείται στους πρόθυμους Βενετούς, για να αναλάβουν να αντιμετωπίσουν αυτοί τον τουρκικό κίνδυνο. Όμως, στα επτά χρόνια που έχουν την πόλη στα χέρια τους, οι νέοι κυρίαρχοι δεν κάνουν σχεδόν τίποτε για να ενισχύσουν την άμυνα της, παρά το ότι οι Τούρκοι γίνονταν ολοένα και πιο απειλητικοί.
            Η βενετσιάνικη κατοχή είναι προσανατολισμένη στην εμπορική και οικονομική εκμετάλλευση της πόλης και του λιμανιού της. Δεν είναι η κατάλληλη, γιατί δεν καταφέρνει να οργανώσει και να δημιουργήσει εκείνες τις συνθήκες για μια αποτελεσματική άμυνα. Μέσα στην πόλη επικρατεί σύγχυση, αναρχία και ηττοπάθεια.
            Γράφει ο ιστορικός της Άλωσης Ιωάννης Αναγνώστης
<<Τα όσα έπαθε η πόλη από τους Λατίνους νομίζω ότι τα ξέρεις, γιατί έβλεπες κι ο ίδιος όσα συνέβαιναν κάθε μέρα. Υπέφερε λοιπόν η πόλη από την κατοχή των Λατίνων, όπως ξέρεις, και κάθε μέρα έπεφταν πάνω μας συμφορές από όλες τις μεριές και αναρωτιόμασταν πώς θα ανακουφιστούμε, αλλά δεν υπήρχε κανένας τρόπος να απαλλαγούμε από τις συμφορές. Γιατί ούτε οι Τούρκοι ήθελαν να συμμαχήσουν με τους Λατίνους, παρόλο που οι Λατίνοι έστειλαν πολλές φορές πρέσβεις και το ζητούσαν, ούτε εμείς μπορούσαμε να κάνουμε κάτι σύμφωνα με τη θέλησή μας, και γιατί ήμασταν λίγοι και γιατί διαφωνούσαμε, αφού ο καθένας είχε τη δικιά του άποψη. Αυτά όμως τα γνωρίζεις, αφού ήσουν μαζί μας, και είχες την εμπειρία αυτών των συμφορών, όπως όλοι μας>>
<<Πάθαμε κάτι παραπλήσιο μ' αυτό που συμβαίνει σ' ένα καράβι που βρίσκεται σε τρικυμία κι ο καπετάνιος του έχει φύγει· γιατί εκεί επικρατεί η αναρχία, και το καράβι, επειδή δεν έχει κάποιον να το κατευθύνει με ασφάλεια μέσα από τους βίαιους ανέμους, είναι καταδικασμένο να βουλιάξει>>
            Το Μάρτιο του 1430 είναι πια φανερή η πρόθεση του σουλτάνου Μουράτ Β' να επιτεθεί κατά της Θεσσαλονίκης.Τότε γίνονται κάποιες προετοιμασίες και παίρνονται μέτρα για να ενισχυθεί η άμυνα της πόλης. Η μόνη, πάντως, εξωτερική ενίσχυση είναι μια μικρή βενετσιάνικη φρουρά  με τρεις γαλέρες με λίγο στρατό και επικεφαλής,τον υποναύαρχο Αντόνιο Ντιέντο, που φτάνουν  στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 16 Μαρτίου του 1430.
              Μέσα σε αυτή τη σύγχυση, το αδιέξοδο, την ηττοπάθεια, την απόλυτη εγκατάλειψη και ανυπαρξία βοήθειας από την Πόλη, που είχε τα δικά της προβλήματα επιβίωσης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, θεωρώντας την υποταγή στους Τούρκους αναπόφευκτη, προτιμούν να παραδοθούν με όρους για να αποφύγουν τα δεινά της άλωσης και να εξασφαλίσουν, ίσως, και κάποια προνόμια. Η είδηση ότι ο Μουράτ είναι καθ΄οδόν προς τη Θεσσαλονίκη κινητοποιεί έστω και την τελευταία στιγμή του Βενετούς. Γίνεται μια μορφής επιστράτευση και ορίζονται οι θέσεις των υπερασπιστών πάνω στα τειχιά της πόλης.  Κι όταν όλοι οι μάχιμοι άνδρες, πολίτες της Θεσσαλονίκης και Βενετοί στρατιώτες παίρνουν τις θέσεις τους πάνω στα τείχη, τότε φαίνεται  πόσο λίγοι είναι... Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που υπάρχουν, σε κάθε δύο ή τρεις επάλξεις αντιστοιχούσε ένας υπερασπιστής, ενώ σε ορισμένα σημεία τα κενά που υπήρχαν ήταν ακόμη μεγαλύτερα.
         <<….οι περισσότεροι δεν είχαν όπλα (τα είχαν πουλήσει εξαιτίας της φτώχειας) και δεν ήταν ικανοί για μάχες και πολέμους.>>.
             Ανάμεσά τους  διαπιστώνουν  ότι έχουν τοποθετηθεί Τζετάριοι, στρατιώτες ενός κακόφημου μισθοφορικού σώματος, για να τους επιτηρούν.Αυτό μεγαλώνει τη δυσαρέσκεια που ήδη υπήρχε στις τάξεις των πολιτών.
               Τη νύχτα της 25ης, ή της 26ης Μαρτίου (πιθανό) η Θεσσαλονίκη συγκλονίζεται από έναν ισχυρό σεισμό, που όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις επιτείνει το φόβο και την ηττοπάθεια. Την άλλη μέρα ο τουρκικός στρατός εμφανίζεται έξω από τα τείχη. Πριν ακόμη αρχίσει τις εχθροπραξίες, ο σουλτάνος Μουράτ Β΄, ο οποίος θα είχε πληροφορηθεί την κακή από κάθε άποψη κατάσταση της πόλης, στέλνει αγγελιοφόρους απευθυνόμενος κυρίως στους Έλληνες, κάνοντας προτάσεις  να του παραδοθεί η πόλη, υποσχόμενος ελευθερία και προνόμια. Οι προτάσεις του αυτές, και άλλες ανάλογες που επανέλαβε στη συνέχεια, απορρίπτονται. Τότε στήνει τη σκηνή του σ' ένα υψηλό σημείο, κοντά στο Τριγώνιο, και δίνει εντολή να αρχίσει η πολιορκία.
             Η πολιορκία ξεκινά με την είσοδο στο λιμάνι ενός  βενετσιάνικου πλοίου που μεταφέρει σιτάρι και που οι Τούρκοι θεωρούν ότι μεταφέρει στρατό…
               Για να μπορέσουν να εκπορθήσουν τα τείχη της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι χρησιμοποιούν  ακόμη και κανόνια, που τότε βέβαια ήταν πρωτόγονα και φαίνεται πως έκαναν μόνο θόρυβο. Κατορθώνουν να περάσουν το προτείχισμα και να πλησιάσουν τα τείχη. Όμως παρά την  αριθμητική τους υπεροχή και τα μέσα που διαθέτουν, δεν κατορθώνουν τις πρώτες τρεις μέρες να κάμψουν την αντίσταση των υπερασπιστών, που αμύνονται πεισματικά, βοηθούμενοι ακόμη και από τις γυναίκες. Οι επιθέσεις τους αποκρούονται και έχουν και σημαντικές απώλειες.
              Την τέταρτη μέρα της πολιορκίας ξεκινά γενική και συντονισμένη επίθεση σε όλα τα σημεία τους τείχους. Μετά την γενική επίθεση, για να κουραστούν και να αποσυντονιστούν οι  αμυνόμενοι, γίνονται στοχευμένες επιθέσεις στα πιο αδύνατα σημεία του τείχους.
<<…Ο Μουράτ μαζί με την ακολουθία του από πεζούς, που ήταν διακεκριμένοι στρατιώτες όπως και οι υπόλοιποι, δε σταμάτησε να πολεμάει από την περιοχή που ονομάζεται Τριγώνιο ως το σημείο που βρίσκεται το μοναστήρι του Χορτιάτη. Γιατί ήξερε ότι ήταν ευκολότερο να κυριεύσει την πόλη από κείνο το σημείο, αφού είχε δει και ότι τα τείχη ήταν σαθρά και ότι η πόλη είχε εμπιστευτεί την ασφάλειά της σ' ένα μόνο τείχισμα. (τα τείχη και η σύγχρονη πόλη)>>.
                 Στη διάθεσή τους είχαν τη << σκευή>> ένα αποτελεσματικό όπλο  << . ..Κι εκείνοι δε χρησιμοποιούσαν μόνο τα βέλη, αλλά και την ονομαζόμενη σκευή. Αυτή ήταν ένα μικρό μηχάνημα βολής που χρησιμοποιόταν για τη συντριβή των ξύλινων διαφραγμάτων που είχαν στηθεί ανάμεσα στις επάλξεις. Κανένας δεν μπορούσε να σταθεί εκεί όπου αυτό στόχευε>>.
               Oι επιθέσεις της τέταρτης μέρας και σφοδρές ήταν και καλά συντονισμένες, με αποτέλεσμα να αποδιοργανώσουν την άμυνα. Οι Τούρκοι ορμούν ασυγκράτητοι στα τείχη κατά κύματα. Και κάποια στιγμή, σ' ένα σημείο κοντά στο Τριγώνιο,<<… στο σημείο όπου ο πύργος σχημάτιζε γωνία με τον πύργο και δεν υπήρχε κανείς να τους εμποδίσει ν' ανεβούν, μια και το σημείο εκείνο ήταν έρημο από υπερασπιστές. Κάποιος Τούρκος από τους πεζούς, δείχνοντας μεγαλύτερο θάρρος από τους υπόλοιπους, δαγκάνοντας το ξίφος και προτιμώντας το θάνατο από τη ζωή, αρκούμενος στο να κερδίσει τη φήμη του ανδρείου, ανέβηκε με μεγάλο θάρρος το τείχος, χωρίς να τον καταλάβει κανείς από τους υπερασπιστές. Εκεί συνάντησε στις πολεμίστρες ένα Λατίνο που πέθαινε, του έκοψε το κεφάλι και το έριξε προς τη μεριά των εχθρών, δείχνοντας πως επικράτησε σε κείνο το σημείο και πως τα τείχη ήταν εγκαταλειμμένα από τους υπερασπιστές τους. Ήταν η εικοστή ενάτη Μαρτίου του έτους έξι χιλιάδες εννιακόσια τριάντα οκτώ (6938). Εκείνος λοιπόν ενθάρρυνε όλους τους πεζούς και τους φώναζε ν' ανεβούν το τείχος, βεβαιώνοντας πως ήταν έρημο…>>.
              Έτσι  δημιουργείται  το πρώτο ρήγμα στην άμυνα. Η τύχη της Θεσσαλονίκης είχε κριθεί.
Η είδηση της εισόδου των εχθρών στην Θεσσαλονίκη, σταματάει την οποιαδήποτε άμυνα. Ακολουθούνν σκηνές πανικού, με τους ανθρώπους να τρεχουν προς την παραλία με την ελπίδα να βρουν κάποιο καράβι για να σωθούν. Πολλοί κατευθύνονται στον Πύργο της Σαμάρειας <<…Όλοι προσδοκούσαν ότι, όταν κυριευθεί η πόλη, ο πύργος αυτός δε θα καταλαμβανόταν γρήγορα, γιατί βρισκόταν προς τη μεριά της θάλασσας και ήταν καλά περιτειχισμένος και εφοδιασμένος με όπλα και όλα τα αναγκαία. Αυτή τη μάταιη ελπίδα είχαμε, και πολλοί έτρεξαν προς αυτόν για να προφυλάξουν το σαρκίο τους· κι εδώ όμως απογοητεύτηκαν. Γιατί, μόλις έφτασαν εκεί οι άρχοντες των Λατίνων και κάποιοι από τους Τζετάριους μαζί με όσους φύλαγαν τον πύργο, εμπόδισαν την είσοδο σε άλλους. Αυτοί, περνώντας από το διατείχισμα που βρίσκεται προς τη μεριά της θάλασσας (που συνηθίζαμε να το λέμε Τζερέμπουλο), επιβιβάστηκαν στις τριήρεις, οι οποίες μόλις είχαν αγκυροβολήσει, και σε άλλα καράβια, που ήδη βρίσκονταν εκεί.>>.
              Η πόλη βρισκόταν πια στη διάθεση των νικητών, που επιδίδονται απερίσπαστοι στις λεηλασίες και τις καταστροφές περιουσιών και στις κακοποιήσεις και τον εξανδραποδισμό των κατοίκων. Ιδιαίτερα θλιβερό ήταν το θέαμα των αιχμαλώτων που τους οδηγούν οι Τούρκοι στο στρατόπεδο τους. «Τότε για πρώτη φορά», αναφέρει ο Αναγνώστης, «χωρίζονταν ανελέητα τα παιδιά από τους γονιούς τους, οι γυναίκες απ' τους άνδρες τους, οι φίλοι απ' τους φίλους και οι συγγενείς από τους συγγενείς». Και ο Δούκας γράφει : «Κάθε καβαλάρης έσερνε πίσω του κοπαδιαστά δεμένους άνδρες και γυναίκες και νέους και νεαρές κοπέλες και μικρά παιδιά».
               Οι καταστροφές και οι λεηλασίες κράτουν τρεις μέρες. Τελικά σταματούν με την επέμβαση του σουλτάνου, που έβγαλε τους στρατιώτες του από την πόλη. Από τους αιχμαλώτους, άλλους εξαγόρασε ο ίδιος ο Μουράτ και τους εγκατέστησε πάλι στην ερημωμένη Θεσσαλονίκη, ορισμένοι εξαγοράστηκαν από άλλους χριστιανούς, όπως απ' τον ηγεμόνα των Σέρβων Γεώργιο Μπράγκοβιτς, και άλλοι μπόρεσαν να πληρώσουν οι ίδιοι τα λύτρα τους και να ελευθερωθούν. Οι πιο πολλοί όμως οδηγήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα και πουλήθηκαν ως δούλοι.
                 Για τη Θεσσαλονίκη, που είχε ερειπωθεί και ερημωθεί, άρχιζε η περίοδος της τουρκοκρατίας, που κράτησε πέντε σχεδόν αιώνες, μέχρι την 26-10- 1912, την ημέρα του  Αϊ- Δημήτρη...

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ο Nικήτας Χωνιάτης κρίνει τους ηγεμόνες





                Θεμέλιο του  βυζαντινού κράτους και συνεκτικός δεσμός των υπηκόων ήταν η αυτοκρατορική ιδεολογία, που σε μεγάλο βαθμό διαδόθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο και πέρασε στη Ρώμη και  στο Βυζάντιο  μέσω των Ελληνιστικών βασιλείων, με επιρροές και από το περσικό βασίλειο. Ο χριστιανός αυτοκράτορας είναι ο επίγειος αντιπρόσωπος του Θεού,με το σκεπτικό ότι ένας Θεός στον ουρανό και ένας βασιλιάς στη γη, με κέντρο τη νέα τώρα Ρώμη.
              Διαβάστε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Νικήτα Χωνιάτη και δείτε πώς κατακρίνει και στηλιτεύει τον κακό ηγεμόνα της εποχής του (τέλη 12ου - αρχές 13ου αι.)…

                << Κάθε ηγεμόνας είναι περιδεής και καχύποπτος και χαίρεται να διαπράττει όσα ο Θάνατος, το Χάος και το Έρεβος, να κλαδεύει τους ευπατρίδες, να εξοβελίζει όσους είναι υψηλοί και επιφανείς, να πετάει τον καλό σύμβουλο και να θερίζει τον γενναίο και ανδρείο στρατηγό Έτσι οι ηγεμόνες της γης απλώς μοιάζουν με μεγάλα και ψηλόκορφα πεύκα: όπως εκείνα με μια μικρή πνοή του ανέμου τινάζουν τις βελόνες των κλαδιών και μουρμουρίζουν, έτσι κι αυτοί υποβλέπουν αυτούς που υπερβάλλουν σε πλούτο και τρέμουν αυτούς που ξεχωρίζουν για την ανδρεία τους. Κι αν κανείς είναι ωραίος σαν άγαλμα ή η γλώσσα του είναι σαν του καλλικέλαδου πουλιού ή έχει ευχάριστο χαρακτήρα, αυτά δεν αφήνουν τον ηγεμόνα ούτε να κοιμηθεί ούτε να ηρεμήσει, αλλά γίνονται αιτία να χάνει τον ύπνο του, να μην απολαμβάνει την καλοπέραση, να του αφαιρείται η χαρά και να έχει αφορμή για σκοτούρες. Γι΄αυτό κακολογεί τη φύση, που έπλασε και άλλους ικανούς ως επίδοξους ηγέτες, και δεν δημιούργησε αυτόν, πρώτο και τελευταίο, τον καλύτερο από όλους τους ανθρώπους.         
                 Και καταλήγουν σε πολλά να αντιστρατεύονται τη [θεία] πρόνοια και να σηκώνουν όπλα κατά του Θεού, εκδιώκοντας τους περισσότερους καλούς και σφαγιάζοντάς τους, για να μπορούν με την ησυχία τους να διασπαθίζουν και να γλεντάνε τα δημόσια ολομόναχοι σαν να ήταν πατρική τους περιουσία, να μεταχειρίζονται τους ελεύθερους σαν δούλους, και να φέρονται σε όσους είναι ικανότεροι στη διακυβέρνηση σαν να τους έχουν αγοράσει. Κι αυτά γιατί η δύναμη της εξουσίας τους έχει αφαιρέσει τη φρόνηση και τους έχει κάνει να ξεχνούν με κακοβουλία τα παλιά>>.