Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Σοφία Παλαιολογίνα: η Βυζαντινή πριγκίπισσα της Μόσχας -β΄μέρος-

 
 
 
Ο γάμος της Σοφίας με τον Ιβάν Γ΄
 
             Η Ζωή Παλαιολογίνα έχοντας πάρει μάλιστα ως προίκα  4.000 δουκάτα και αυστηρές εντολές να εργαστεί για την προσχώρηση των Ρώσων στον καθολικισμό, αναχώρησε στα τέλη του Ιούνη του 1472 μαζί με μια ολόκληρη αποστολή για το μεγάλο ταξίδι προς τη Μόσχα, που διαρκούσε την εποχή εκείνη περί τους έξι μήνες.
            Η αποστολή, που την  αποτελούσαν Ιταλοί, Έλληνες πρόσφυγες, και Ρώσοι εμιγκρέδες θα ακολουθουσε μια μεγάλη πορεία με διαδοχικές στάσεις σε επιλεγμένα μέρη. Οι πρώτοι σταθμοί ήταν διάφορες πόλεις της Ιταλιας, ακολούθησε το δύσκολο πέρασμα των Άλπεων, η πορεία μέσα από τη Γερμανία, ο διάπλους με πλοίο της Βαλτικής και η είσοδος σε ρωσικό έδαφος με πρώτο ουσιαστικά σταθμό τη ρωσική πόλη Πσκοφ, όπου η απόγονη των Παλαιολόγων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και συγκίνηση από τους Ρώσους Ορθόδοξους. Ακολούθησε το Νοβγκόροντ με τελική κατάληξη τη Μόσχα.
            Στις 12 Νοεμβρίου του 1472 η βυζαντινή πριγκίπισσα Ζωή έγινε η δεύτερη σύζυγος του ηγεμόνα της Μόσχας  Ιωάννη,στα ρωσικά Ιβάν Γ΄.
           Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στη Μόσχα η Ζωή, αγαπήθηκε από το λαό, ιδιαίτερα και μετά την απόφασή της να ασπαστεί επίσημα την Ορθοδοξία, να αλλάξει το όνομά της και ουσιαστικά να ξαναβαπτιστεί παίρνοντας το βυζαντινό όνομα Σοφία. Όλες οι προσπάθειες και τα σχέδια του Πάπα θα παρέμεναν κενό γράμμα...
           Η Μόσχα, την εποχή που εγκαταστάθηκε σε αυτή η Ζωή-Σοφία, ήταν μια τυπική ρωσική πόλη που είχε γίνει το κέντρο του σλαβικού χριστιανισμού, μετά την παρακμή του Κιέβου. Οι ηγεμόνες της, με πρώτο τον Ιβάν, επέκτειναν συνεχώς την κυριαρχία τους στα γειτονικά εδάφη. Η πόλη ήταν φτωχική και αραιοκατοικημένη, με την πλειοψηφία των σπιτιών να είναι ξύλινα. Κέντρο της Μόσχας ήταν το Κρεμλίνο, όπου υπήρχαν ελάχιστα πέτρινα κτίρια, ενώ υπήρχαν και αρκετές εκκλησίες.
          Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η προσαρμογή της Σοφίας που ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, στην φτωχική και παγωμένη Μόσχα ήταν δύσκολη. Στηριζόμενη στους Έλληνες που είχε δίπλα της, εισήγαγε στη ρωσική αυλή το βυζαντινό τυπικό στην παιδεία, στη διοίκηση, στην νομοθεσία. Εισήγαγε μάλιστα για πρώτη φορά μια μορφή ασφάλειας και μυστικής υπηρεσίας στα πρότυπα της αντίστοιχης της Κωνσταντινούπολης, κάτι που αναγνωρίζεται μέχρι και σήμερα στη Ρωσία. Για να τα προωθήσει όλα αυτά, χρειαζόταν τη συναίνεση του συζύγου της ο οποίος την περιέβαλλε με σεβασμό αλλά και με ιδιαίτερη αδυναμία.
           Η Σοφία, πέρα από το ότι εισήγαγε το βυζαντινό τυπικό στο ρωσικό θρόνο, φρόντισε να καλέσει Ιταλούς αρχιτέκτονες να κτίσουν κι άλλους ναούς και τα τείχη του Κρεμλίνου, όπως υπάρχουν και σήμερα, και κυρίως να ανοικοδομήσουν το  ανάκτορο το οποίο και σήμερα υποδέχεται τους ξένους ηγέτες, που επισκέπτονται τη Μόσχα.
          Ως μία εκ των διαδόχων και των κληρονόμων του βυζαντινού στεματος - από τα δύο αδέλφια της, ο Ανδρέας περνούσε έκλυτο βίο πουλώντας δεξιά και αριστερά τα δικαιώματά του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, ενώ ο Μανουήλ κατέφυγε και βρήκε πλουσιοπάροχη και άνετη φιλοξενία στο Μωάμεθ τον Πολιορκητή - έπεισε τον Ιβάν Γ΄ να χρισθεί καίσαρας, όπως συνηθιζόταν στο Βυζάντιο για τα τέκνα των αυτοκρατόρων, κι έτσι από την παραφθορά του λατινικού caesar, προήλθε και το μετέπειτα τσάρος. Ο Ιβάν υιοθέτησε επίσημα τα αυτοκρατορικά σύμβολα (δικέφαλο αετό) των Παλαιολόγων,  και της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
          Η Σοφία έπεισε τον διστακτικό σύζυγό της να αντιταχθεί και να αποτινάξει τον ταταρικό ζυγό από τη χώρα του, αφού οι Ρώσοι ήταν υποτελείς στον εκάστοτα Χάνο των Τατάρων, να απελευθερώσει την πατρίδα του και να συνενώσει τα διάφορα ανεξάρτητα δουκάτα και πριγκιπάτα, κάτω από την εξουσία του. Έτσι ο Ιβάν από Ρώσος ηγεμόνας  έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης όλης της ρωσικής επικράτειας, "πασών των Ρωσιών".
            Στις 7 Απριλίου του 1503 η Σοφία Παλαιολογίνα, η τελευταία βυζαντινή πριγκίπισσα άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 48 ετών. Ο θάνατός της προκάλεσε ρίγη συγκίνησης σε όλη τη Ρωσία, ακόμα και στους εχθρούς της. Όλοι αναγνώριζαν την αγάπη και την προσφορά της στη δεύτερη πατρίδα της, ολοι μιλούσαν για τη γυναίκα που συνέδεσε τη Πόλη με τη Μόσχα. Για πρώτη φορά στα χρονικά της ρωσικής κοινωνίας αποδόθηκαν μεγάλες τιμές σε μια γυναίκα, έστω και σύζυγο τσάρου.
              Ενταφιάστηκε στο ναό της Αναλήψεως του Κρεμλίνου, που αργότερα κατεδαφίστηκε από το σταλινικό καθεστώς. Η σαρκοφάγος, με χαραγμένο πάνω το όνομά της Софья, μεταφέρθηκε και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο  καθεδρικό ναό του Αρχαγγέλου μαζί με τις σαρκοφάγους των τσάρων της Ρωσίας.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

Ζωή-Σοφία Παλαιολογίνα: απο το Μυστρά στη Ρώμη και στη Μόσχα

 
 
 
 
               Η  πορεία της Ζωής-Σοφίας Παλαιολογίνας  ξεκινά από τον ελληνικό Μυστρά, συνεχίζει στην Καθολική Ρώμη, κι από εκεί, μέσω ενός διπλωματικού γάμου στην μεσαιωνική Μόσχα, διατρέχοντας  την κατάρευση της χιλιόχρονης αυτοκρατορίας και περνώντας στην αυγή του πολιτισμού και της κυριαρχίας των Ρώσων. Υπήρξε μια δυναμική γυναίκα που αναμφίβολα, παρά τις δυσκολίες, με την παρουσία της στη Μόσχα σφράγισε τη μεσαιωνική πολιτική και πολιτιστική ιστορία της Ρωσίας, γεγονός που αναγνώριζαν και αναγνωρίζουν και σήμερα οι Ρώσοι.
              Γεννημένη γύρω στο 1455 ήταν ανιψιά του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ' και  θυγατέρα του Θωμά Παλαιολόγου. Βαφτίσθηκε στο Μυστρά και πήρε το όνομα Ζωή.  Το 1460 ο δεσπότης Θωμάς, όταν πια ολόκληρη η Πελοπόννησος είχε καταληφθεί από τους Τούρκους, πήρε μαζί του την κάρα του Αγίου Ανδρέα, που αποτελούσε το σπουδαιότερο κειμήλιο του δεσποτάτου του και επιβιβάστηκε με τη συνοδεία του σε δυο γαλέρες,  από το λιμάνι της Μεθώνης με προορισμό την Κέρκυρα. Λίγο αργότερα, με την μεσολάβηση του Έλληνα Βησαρίωνα που είχε ήδη γίνει στη Ρώμη καθολικός καρδινάλιος, ο  Θωμάς Παλαιολογος, ο τελευταίος κληρονόμος της Ανατολικής Ρωμαικής Αυτοκρατορίας, θα μεταβεί στη Ρώμη και θα γίνει δεκτός από τον Πάπα Πίο τον Β΄.
           Ο πρόωρος θάνατος των γονέων της Ζωής, του Θωμά στην Ιταλία και της Αικατερίνης στην Κέρκυρα, την άφησαν ορφανή με αποτέλεσμα να αναλάβει την κηδεμονία της ίδιας και των δύο αδελφών της, Ανδρέα Παλαιολόγου και Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου, ο Ρωμαιοκαθολικός καρδινάλιος Βησσαρίων. Ο τελευταίος  υπήρξε φίλος του πατέρα της και στενός συνεργάτης του Πάπα Πίου Β´ και των μετέπειτα Ποντίφικων. Ο Βησσαρίων φρόντισε, ώστε τα παιδιά του Θωμά να ασπασθούν το ρωμαιοκαθολικό δόγμα, όπως το είχε ασπασθεί και ο πατέρας τους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Ποντίφικα, ο οποίος είχε αναλάβει τη συντήρησή του χορηγώντας του 4.000 δουκάτα ετησίως.
              Η  ζωή της βυζαντινής πριγκίπισσας θα αλλάξει ριζικά μετά την άνοδο στο θρόνο του Πάπα Παύλου του Β΄ που θέλησε και να απαλλαγεί από το κόστος της συντήρησης των τριών ορφανών πριγκιπόπουλων, αλλά και να προωθήσει  ένα διπλωματικό γάμο για την Ζωή, εξυπηρετώντας τα δικά του συμφέροντα. Το σχέδιο είχε εμπνευστή το Βησσαρίωνα που διέκρινε ότι ο ηγεμόνας των Ρώσων Ιβάν ο Γ΄, με τη δυναμική  που είχε, θα μπορούσε να πάρει τη θέση του  Βυζαντινού αυτοκράτορα και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους Τούρκους.  Ο νέος ποντίφικας συναίνεσε πρόθυμα στο σχέδιο αυτό και γιατί με το γάμο αυτό πίστευε ότι εξυπηρετούνταν o στόχος της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που ήθελε να προσαρτήσει τη ρωσική ορθόδοξη εκκλησία στον καθολικισμό, αλλά και γιατί  θα υπήρχε τώρα  ένας ισχυρός ηγέτης που θα αντιμετώπιζε τους Τούρκους.
               Ο ίδιος ο Ρώσος ηγεμόνας Ιβάν ο Γ΄, έβλεπε πολύ θετικά τις προοπτικές που του άνοιγε αυτός ο γάμος με την απόγονο των Παλαιολόγων. Από αιώνες οι Ρώσοι είχαν στενές σχέσεις με τη Πόλη και τον αυτοκρατορικό θρόνο. Το 988 ο Βλαδίμηρος: εισήγαγε το χριστιανισμό από το Βυζάντιο, ο ίδιος βαπτίσθηκε στη Χερσώνα της Κριμαίας. Οι δεσμοί με την Πόλη επιβεβαιώθηκαν και με το γάμο του με την πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου.  Ο θείος της Ζωής Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος είχε παντρευτεί με την Άννα της Μόσχας, κόρη του Ρώσου πρίγκιππα Βασιλείου Α΄ Ντιμιτρίεβιτς.
             Όλοι στη ρωσική αυλή είχαν ενθουσιαστεί με την ιδέα και μόνο αυτού του γάμου. Ο Ιβάν θα δε θα ήταν πια ένας ασήμαντος ηγεμόνας αλλά διάδοχος των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων και η Μόσχα δε θα ήταν μια απλή πόλη αλλά η <<Τρίτη Ρώμη>>, όπως όλοι οραματίζονταν. Ο μόνος που πρόβαλε αντιρρήσεις ήταν ο πατριάρχης Φίλιππος που είδε τις σκοπιμότητες αυτού του γάμου από της μεριά του Πάπα και τους κινδύνους για τη ρωσική εκκλησία. Οι Ρώσοι ήταν γνωστοί για την προσήλωσή τους στην Ορθοδοξία και είχαν μάλισατα διαφωνήσει με την ένωση των εκκλησιών που ειχε αποφασιστεί στη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Η ίδια η Ζωή άλλωστε μαζί με τα αδέρφια της είχαν  επίσημα προσηλυτιστεί στον καθολικισμό. Ωστόσο οι ενστάσεις του παραμερίστηκαν, μια και τα πολιτικά οφέλη αυτού του γάμου θεωρήθηκαν πιο σημαντικά.
               Τα τρία βυζαντινά πριγκιπόπουλα που διαβιούσαν στη Ρώμη χάρη στην ελεημοσύνη της Αγίας Έδρας, επρόκειτο να χωριστούν.  Ο μεγαλύτερος, ο Ανδρέας, που από το 1465 μετά το θάνατο του πατέρα του έφερε και το κληρονομικό δικαίωμα του διαδόχου των Παλαιολόγων, θα αποδειχτεί κατώτερος των περιστάσεων, ζώντας μέσα στην επιπολαιότητα και την ασωτία και μάλιστα το  1494 πώλησε τα δικαιώματά του στον Βασιλιά της Γαλλίας και με τη διαθήκη του, το 1502 τα κληροδοτούσε στους Καθολικούς Βασιλείς της Ισπανίας. Ο δεύτερος, ο Μανουήλ, που έφερε το όνομα του παππού του, Μανουήλ Παλαιολόγου, ήταν εσωστρεφής και ευθυνόφοβος.
              Η  ίδια η Ζωή  βρισκόταν μέσα στην ακμή των νιάτων της  (17 χρονών). Ο χαμός των γονιών της, το βάρος του τίτλου της, η γνώση των τραγικών στιγμών που βίωσε η πατρίδα της, ίσως και η επιπολαιότητα και ανικανότητα των αδερφών της θα την οδηγήσουν στην ωρίμανση και αυτογνωσία. Θα αποδεχτεί αυτό το γάμο όχι παθητικά, αλλά με ενεργητικό και θετικό πνεύμα  και θα  ακολουθήσει το δρόμο που της επιφύλασσε η μοίρα της ή καλύτερα, η Ιστορία.
             Στο μεταξύ στον παπικό θρόνο είχε ανεβεί ο πάπας Σίξτος που και αυτός, αλλά και άλλοι εκπρόσωποι του Βατικανού, είχαν αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα αυτού του γάμου και αν και κατά πόσο η βυζαντινή πριγκίπισσα θα μπορούσε να επηρεάσει τις εξελιξεις στην Ορθόδοξη Ρωσία. Τελικά, μετά από διπλωματικές επαφές, μυστικές συνεννοήσεις και αρκετό παρασκήνιο, τον Ιούνη του 1473 έγιναν στη Ρώμη οι αρραβώνες, παρουσία ρωσικής αντιπροσωπείας. Η Ζωή Παλαιολογίνα θα έπρεπε να ετοιμαστεί για το μακρύ ταξίδι της στην πρώτευουσα των Ρώσων, που θα γινόταν η νέα της πατρίδα.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

Η συνοικία των Γενουατών - Γαλατάς, Πέραν

 
 
 
 
          Το αρχικό όνομά της περιοχής ήταν Συκεαί, ενώ επίσης αποκαλούνταν "Πέραν εν Συκεαίς" από όπου προήλθε και η ευρύτερη ονομασία Πέραν. Περίπου από το 425 αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Κωνσταντινούπολης, διαθέτοντας θέατρο και δημόσια λουτρά, ενώ το 528 οι Συκεαί μετονομάστηκαν σε Ιουστινιανούπολη.
          Ο Γαλατάς-Πέραν, κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, είχε το ρόλο λατινικής αποικίας εντός της Πόλης. Η πρώτη συμφωνία για παραχώρηση εμπορικών προνομίων προς τη Γένουα κατά τη Βυζαντινή περίοδο ανάγεται στο 1155. Μέχρι τότε στην Κωνσταντινούπολη είχαν ήδη δημιουργηθεί οι παροικίες της Βενετίας και της Πίζας, που απολάμβαναν αντίστοιχα προνόμια. Αρχικά βρισκόταν υπό ενετική κυριαρχία αλλά το 1160 εγκαταστάθηκαν Γενοβέζοι στην περιοχή με την έγκριση του αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού, που ήθελε να αποκτήσει συμμάχους και ερείσματα στην Ιταλία σαν αντίβαρο της παρουσίας των Νορμανδών αλλά και του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α΄.Στους Γενουάτες προσφέρθηκαν εμπορικά προνόμια, αντίστοιχα με των άλλων ιταλικών πόλεων στην Κωνσταντινούπολη (παραχώρηση μιας συνοικίας και μείωση του κομμέρκιου σε 4 τοις εκατό), με αντάλλαγμα τη συμμαχία με το βυζαντινό κράτος και την υπόσχεση ότι οι Γενουάτες έμποροι σε βυζαντινά εδάφη θα ενίσχυαν την άμυνα της αυτοκρατορίας σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση.
          Από  χρονικό αυτό σημείο και μέχρι την άλωση από τους σταυροφόρους,οι Γενουάτες άλλοτε θα εκδιώχνονται και θα χάνουν τα προνόμια τους και άλλοτε θα επανέρχονται με ακόμη περισσότερα προνόμια, μέσα σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμών,συμφερόντων και πολιτικών ανατροπών. Πιο συγκεκριμένα:
• Το 1162 μέλη του Δήμου των Πράσινων  επιτέθηκαν λεηλάτησαν τη συνοικία, ενώ οι Γενουάτες έμποροι εκδιώχθηκαν από την πόλη.
• Από το 1164 γίνονται προσπάθειες να επανέλθουν κάτι που επιτυγχάνεται το 1170  με  χρυσόβουλο του Μανουήλ A'. Εγκαθίστανται στη νότια ακτή του Κεράτιου κόλπου,  στις γειτονιές του Νεωρίου και των Ευγενίου. Η περιοχή περιλάμβανε  μια προβλήτα στον Κεράτιο κόλπο και το παλάτι του Βοτανειάτη ή Καλαμάνου, το οποίο μέχρι τότε ανήκε στους Βενετούς.
• Η άμεση αντίδραση των Βενετών, των οποίων τα συμφέροντα θίγονταν από αυτές τις παραχωρήσεις, ήταν να επιτεθούν και να καταστρέψουν τη γενουατική συνοικία το 1171.  Τελικά εκδιώχνονται οι Βενετοί, η Γένουα αξιώνει  αποζημιώσεις από τον αυτοκράτορα, κάτι που ενοχλεί τους ντόπιους εμπόρους που νιώθουν να απειλούνται από την παρουσία των ξένων.
• Ο Ανδρόνικος A' Κομνηνός (1183-1185) ανεβαίνει στο θρόνο στηριζόμενος στα αντιλατινικά αισθήματα του λαού της Κωνσταντινούπολης. Τον Απρίλιο του 1182 ξεσπούν επεισόδια εναντίον των Λατίνων της πόλης, με τη συνδρομή στρατιωτών του Ανδρονίκου, και γίνονται μεγάλες  καταστροφές.Μεγάλο μέρος της γενουατικής παροικίας θανατώμεται, ενώ οι επιζώντες εγκαταλείπουν την πόλη με τα πλοία τους.
• Το 1192 επιβεβαιώθηκαν και πάλι με χρυσόβουλο τα εμπορικά προνόμια της Γένουας στην Κωνσταντινούπολη, αφού μάλιστα τους δόθηκαν αποζημιώσεις για τις προηγούμενες καταστροφές.
• Ο Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) προς στιγμή αφαιρεί τα προνόμια των Γενουατών και συλλαμβάνει αρκετούς. Ωστόσο στον ανταγωνισμό με τη Βενετία, η Γένουα πρόβαλλε ως φυσικός σύμμαχος και σύντομα ο Αλέξιος Γ΄ αναγκάστηκε να άρει τα μέτρα εναντίον της.
• Τον Οκτώβριο του 1201, λίγο πριν από την έναρξη της Δ΄ Σταυροφορίας, παραχωρείται στους Γενουάτες μεγαλύτερη έκταση για τη συνοικία τους και μειώνεται  το κομμέρκιο σε 2 τοις εκατό.
          Κατά τη διάρκεια της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204-1261) η Βενετία θα αναδειχτεί η κυρίαρχη εμπορική  δύναμη, εξασφαλίζοντας  το προνόμιο του εμπορικού μονοπωλίου στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα. Ο κυβερνήτης των Βενετών στην Κωνσταντινούπολη, ο επονομαζόμενος ποτεστάτος (podestà), έλεγχε την κατάκτηση και εκμετάλλευση των εδαφών των νησιών του Αιγαίου, της ακτογραμμής της Πελοποννήσου και της Μαύρης θάλασσας, μέχρι τη μακρινή Τανάιδα (Tanais) στις εκβολές του ποταμού Ντον, στην Αζοφική θάλασσα.
         Οι Γενουάτες της συνοικίας του Γαλατά θα περιοριστούν σε δεύτερο ρόλο και  η αμοιβαία έχθρα με τους Βενετούς θα κορυφωθεί. Θα εκμεταλλευτούν τα εχθρικά αισθήματα των Βυζαντινών εναντίον της Βενετίας και θα εξασφαλίσουν στενές σχέσεις με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας.
         Με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την παλινόρθωση της αυτοκρατορίας το 1261, θα βρεθούν σε πλεονεκτική θέση, κάτι που θα επιβεβαιωθεί με  την υπογραφή της συνθήκης του Νυμφαίου στις 10 Ιουλίου του 1261, με πρωτοβουλία του  αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282), ο οποίος παραχώρησε σημαντικά εμπορικά προνόμια ως αντάλλαγμα για τη βοήθεια που θα του παρείχαν  στην προσπάθειά του να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη.
         Μετά την ανακατάληψη της βυζαντινής πρωτεύουσας στις 25 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι Γενουάτες εγκαταστάθηκαν στο Γαλατά, στην ανατολική ακτή του Κεράτιου κόλπου, ο οποίος λόγω της προνομιακής του θέσης εξελίχθηκε γρήγορα στο σπουδαιότερο εμπορικό κέντρο της Γένοβας στην Ανατολή. Οι Γενουάτες επωφελούμενοι από τη συνθήκη του Νυμφαίου εμφανίζονται στα τέλη του 13ου αιώνα σε πολυάριθμα λιμάνια του  Αιγαίου: Ραιδεστό, Θεσσαλονίκη, Λήμνο, Χίο, Φώκαια, Σμύρνη, Αδραμύττιο, Ρόδο κ.ά.
         Με αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του 1302 οι Γενουάτες στο Πέραν είχαν το δικαίωμα να σηκώσουν οχυρωματικά τείχη. Αργότερα χτίστηκε ο κυκλικός πύργος (το 1348), καθώς και το ανάκτορο του Γενουάτη podestà. Ο Πύργος του Γαλατά ήταν το βορειότερο παρατηρητήριο και ο κύριος αμυντικός πύργος της οχύρωσης.
         Μέχρι το 1453, όταν η βυζαντινή πρωτεύουσα καταλήφθηκε από το σουλτάνο Μωάμεθ Β΄, η γενουατική συνοικία στο Πέρα βρισκόταν σε άνθηση Επικεφαλής ήταν ένας podestà, επιλεγμένος από τη μητρόπολη και διορισμένος ως πρέσβης στο ανάκτορο του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Πληθώρα δημόσιων συμβολαιογραφείων, τραπεζών, αποθηκών και εμπορικών πρακτόρων βρίσκονταν στο Πέρα.
          Μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες από τη Γένουα εγκαταστάθηκαν στο Πέρα και άνοιξαν τις δικές τους τράπεζες, εμπορικά και συμβολαιογραφικά γραφεία με τους πολυάριθμους αντιπροσώπους τους και μεσάζοντες που δούλευαν με τις παροικίες στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας. Συμβολαιογραφικά έγγραφα που σώζονται δείχνουν τον υπερβολικά μεγάλο τζίρο, που ανερχόταν στα 200.000 δουκάτα ετησίως. Δείγματα τέτοιων εγγράφων αποτελούν οι συμβολαιογραφικές πράξεις των μεγαλεμπόρων και τα λογιστικά βιβλία από τις γενουατικές γαλέρες. Πλοία από διάφορες γενουατικές παροικίες της βόρειας ακτής της Μαύρης θάλασσας και από τις εκβολές του Δούναβη, αλλά κυρίως από την Τραπεζούντα κατέληγαν στο λιμάνι του Πέρα. Από εκεί τα αγαθά που έφθαναν από τις χώρες της Μαύρης θάλασσας επανεξάγονταν στη Γένουα: σιτάρι, ζωικό λίπος, κερί, ακατέργαστο και επεξεργασμένο μετάξι, φίνα υφάσματα και πολυτελή αγαθά από την Ανατολή, στυπτηρία για τη βαφή των υφασμάτων, γούνες, αλάτι και δούλοι από τις ταταρικές χώρες.
         Οι προσπάθειες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων να περιορίσουν τη μετατροπή της γενουατικής παροικίας σε μία ανεξάρτητη και αυτόνομη διοικητικά οντότητα στάθηκαν ανεπιτυχείς. Η γενοβέζικη συνοικία αναπτύχτηκε και γιγαντώθηκε αποτελώντας ένα ιδιότυπο κράτος απέναντι από την Πόλη με μεγάλη οικονομική, εμπορική και πολιτική δύναμη.
         Οι πρώτες εμπορικές συμφωνίες μεταξύ Γενουατών και Οθωμανών ανάγονται στο 1352, πολύ πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Τα γενουατικά πλοία μετέφεραν οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις το 1421 και το 1444, προκειμένου να πολεμήσουν ενάντια στους χριστιανούς. Οι εμπορικές σχέσεις και συμφωνίες συνεχίστηκαν και μετά την άλωση της Πόλης.
          Kατά την οθωμανική πολιορκία του 1453  οι Γενοβέζοι του Γαλατά  επίσημα είχαν κηρύξει ουδετερότητα, μυστικά συνέχιζαν τις εμπορικές τους δουλειές και με τους Βυζαντινούς αλλά και με το τουρκικό στρατόπεδο, πουλώντας διάφορες προμήθειες, κυρίως λάδι που ήταν απαραίτητο για τα κανόνια. Ο ίδιος ο σουλτάνος δεν ήθελε να ταράξει αυτήν την περίεργη ουδετερότητα με μια επίθεση εναντίον τους γιατί υπήρχε πάντα ο κίνδυνος της αποστολής μεγάλης ιταλικής βοήθειας. Αυτή η διπλή στάση της γενοβέζικης κοινότητας ισορροπούσε σε ένα τεντωμένο σκοινί, με ανοιχτούς διαύλους πληροφοριών και προς τα δυο μέρη. Η οξύτατη αντιπαλότητα και ο ανταγωνισμός τους με τους Βενετούς δημιουργούσε ένα άσχημο κλίμα που είχε δυσμενείς συνέπειες στην άμυνα της Πόλης.

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Τεχνολογίες και μηχανικές εφευρέσεις

              




           Το 1983, εντοπίστηκε από το Βρετανικό Μουσείο ένας μηχανισμός από τον 5ο ή 6ο αιώνα μ.Χ., με προέλευση από τον «ελληνόφωνο χώρο» του Βυζαντίου ή από ελληνόφωνους τεχνικούς και επιστήμονες, ο οποίος αποτελεί φορητό ρολόι/ημερολόγιο. Πρόκειται για ένα μηχανισμό σημαντικά απλούστερο από εκείνο των Αντικυθήρων, ο οποίος είχε κατασκευαστεί περί τά 600 χρόνια νωρίτερα, κατά την ελληνιστική εποχή.
          Αποτελούνταν από ένα σύστημα τροχών που ήταν χειροκίνητο και έδειχνε τις ημέρες της εβδομάδας, τις θέσεις ήλιου και σελήνης στο ζωδιακό κύκλο, καθώς και το σεληνιακό χρόνο. Οι τροχοί αυτοί συνιστούσαν το μηχανικό ημερολόγιο. Αν και απόγονος του υπολογιστή των Αντικυθήρων, κατασκευαστικά είναι κατώτερος από το δεύτερο.
        Πιο συγκεκριμένα τέσσερα τμήματα είναι αυτά που διασώθηκαν. Μια μεγάλη επιφάνεια σε σχήμα κύκλου η οποία έχει διαβαθμίσεις που αντιστοιχούν στους διάφορους μήνες του χρόνου και βοηθούσαν στους υπολογισμούς που γίνονταν με το γνώμονα που όμως, δε διασώθηκε. Ήταν κινητός και βοηθούσε στον προσδιορισμό της ώρας, εξαιτίας της σκιάς που έριχνε στον ηλιακό δίσκο. Ένας βραχίονας αναρτήσεως, ο οποίος μαζί με την κυκλική επιφάνεια αποτελούν τμήματα ενός ηλιακού ρολογιού. Ένας άξονας με αναστολέα που έχει επτά λοβούς και στην κάτω πλευρά έχει δύο γρανάζια, από τα οποία το ένα έχει επτά δόντια και το άλλο δέκα και τέλος ένας δίσκος, ο σεληνιακός δίσκος που έχει 59 δόντια και στην κάτω πλευρά του έχει ένα γρανάζι με 19 δόντια.

         Σχετικά με τις  αυτόματες μηχανές, οι πρώτες προσπάθειες πραγματοποίησής τους ανάγονται σε χιλιάδες χρόνια πριν και με αυτή την έννοια έχουμε αρχαίες μαρτυρίες κινεζικών και ινδικών επινοήσεων. Από την κλασική Ελλάδα είναι γνωστό το μηχανικό περιστέρι που κατασκευάστηκε από τον Αρχύτα, φίλο του Πλάτωνα, αλλά η μεγάλη πρόοδος έγινε κατά την ελληνιστική εποχή. Τότε έζησε και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς, μαθηματικός, φυσικός, μηχανικός και συγγραφέας πολυάριθμων έργων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ένα σύγγραμμα μηχανικής με τον τίτλο Αυτοματοποιητική, στο οποίο μεταξύ άλλων περιγράφονται σχέδια για τη δημιουργία «ειδικών κατασκευών» στους ναούς, όπως πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν αυτόματα ή αγάλματα που σερβίρουν κρασί.
         Η παράδοση διατηρήθηκε στο Βυζάντιο, όπου ήταν γνωστό το μεγαλόπρεπο υδραυλικό ρολόι της Γάζας (500 μ.Χ.), με τον Ηρακλή να χτυπά τις ώρες με το ρόπαλό του, ενώ ο χρυσός θρόνος του αυτοκράτορα Θεόφιλου στηριζόταν πάνω σε μηχανικά λιοντάρια που βρυχιούνταν όταν τα μηχανικά πουλιά κελαϊδούσαν πάνω σε ψεύτικα κλαδιά δεξιά και αριστερά. Στο μεταξύ, τα έργα του Ήρωνα είχαν μεταφραστεί στα αραβικά και είχαν διαδοθεί μέχρι τις Ινδίες.
          Από τον 8ο αιώνα και μετά, οι Άραβες θα αναδειχτούν σε πρωτοπόροι σχεδιαστές  μηχανών σύνθετης τεχνολογίας. Ακολουθώντας τη γραμμή των ελληνικών μελετών, άνθισε στον αραβικό κόσμο η δημιουργία αυτομάτων κάθε είδους, όπως υδραυλικά ρολόγια, μηχανικά πουλιά και μοντέλα ανθρωπόμορφων μηχανών που ήταν σε θέση να βγάζουν ήχους ή ακόμα και να πλένουν τα χέρια. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε τα έργα των αδελφών Μπανού Μουζά (9ος αιώνας) και του μηχανικού Αλ-Τζαζάρι (συγγραφέα του έργου Βιβλίο γνώσεων των μηχανικών επινοήσεων, που γράφτηκε μεταξύ του 1204 και του 1206). Στη συνέχεια η τεχνογνωσία έφτασε στη δύση και αναπτύχτηκε με τη δημιουργία εντυπωσιακών κατασκευών.
          Στο «Παλάτι της Μαγναύρας» εγκατέστησε ο Θεόφιλος «μηχανικές κατασκευές», με εντυπωσιακά διακοσμητικά και λειτουργικά στοιχεία. (Norwich J.: «Σύντομη Ιστορία του Βυζαντίου», εκδ. «Γκοβόστης», Αθήνα 1999). Σε περιγραφές πρεσβευτών αναφέρεται ότι, ο αυτοκρατορικός θρόνος στη Μαγναύρα βρισκόταν στη σκιά ενός ολόχρυσου πλάτανου, τα κλαδιά του οποίου ήταν γεμάτα από μηχανικά πουλιά, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Αυτά τα πουλιά κελαηδούσαν και έδιναν στον παρατηρητή την εντύπωση ότι πηδάνε από τον πλάτανο στο θρόνο και πάλι πίσω. Γύρω δε από τον κορμό του πλάτανου υπήρχαν ολόχρυσοι γρύπες και λιοντάρια που βρυχιόνταν. Με ένα νεύμα του αυτοκράτορα έμοιαζαν τα τεχνητά ζώα να «ζωντανεύουν» και να προκαλούν ήχους, συνοδευόμενα από μουσική οργάνων. Με ένα δεύτερο νεύμα ακολουθούσε σιωπή. Την ώρα που οι επισκέπτες αποχωρούσαν, άρχιζαν πάλι οι κινήσεις των ζώων, οι βρυχηθμοί των αρπακτικών και τα κελαηδήματα των πτηνών.
           Ο Λιουτπράνδος, επίσκοπος Κρεμόνας, περιγράφει σε αναφορά του, μετά την πρώτη διπλωματική αποστολή του στην Κων/πολη, τους μηχανισμούς στο παλάτι της Μαγναύρας, μεταξύ άλλων, ως εξής:
                «Παρόλο που με την άφιξή μου τα δύο λιοντάρια βρυχήθηκαν και τα πουλιά κελάηδησαν, το καθένα ανάλογα με το είδος του, δεν με κατέλαβε φόβος ούτε θαυμασμός, διότι μου τα είχε προαναγγείλει κάποιος... Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα. Σήκωσα μετά το κεφάλι μου κι εκείνος που είχα δει πριν να κάθεται λίγο υπερυψωμένα από το δάπεδο, φάνηκε τώρα να φορά άλλα ρούχα και να βρίσκεται κοντά στο ταβάνι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς συνέβη αυτό, παρά μόνο πως τον ανύψωσε μέχρι εκεί κάποιο  εργαλείο» («Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, Πρεσβεία στην Κων/πολη του Νικηφόρου Φωκά», εκδόσεις «Στοχαστής», Αθήνα 1997-98.)
           Οι μηχανισμοί αυτοί  από χρυσό, τοποθετημένοι στην αίθουσα της εθιμοτυπίας του βυζαντινού παλατιού, δεν είχαν καμία πρακτική χρησιμότητα. Εντάσσονταν μέσα στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας και σκοπός τους ήταν να  εντυπωσιάζουν τους επίσημους επισκέπτες προκαλώντας τους δέος και να τους πείθουν για τη δύναμη της αυτοκρατορίας. Ο Μιχαήλ Γ' αναγκάστηκε να λιώσει  μέρος αυτού του ολόχρυσου μηχανισμού  εξαιτίας μηχανικών προβλημάτων, ενώ αργότερα ο Κωνσταντίνος Ζ' διέταξε και πάλι την κατασκευή του από χρυσό και ο πιθανός κατασκευαστής του ήταν  ο Ήρωνας ο βυζαντινός. Δεν ξέρουμε αν λειτουργούσε ο μηχανισμός με ατμό ή νερό.





 

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Το τρίκλινο των δεκαεννιά ανάκλιντρων - Μέγα Παλάτιον




           Bγαίνοντας από την αίθουσα του θρόνου, το χρυσοτρίκλινο, ο αυτοκράτορας κατευθυνόταν στην αίθουσα των εορτών και των δεξιώσεων, το τρίκλινο των δεκαεννιά ανάκλιντρων.
            Το τρίκλινο των δεκαεννιά ανάκλιντρων ή το τρίκλινο των Δεκαεννέα Ακκουβιτών ήταν μια επιμήκης αίθουσα συνεστιάσεων με δεκαεννέα κόγχες, σε καθεμιά από τις οποίες βρισκόταν ένα ημικυκλικό θρανίο και ένα τραπέζι. Ονομάστηκε έτσι γιατί διέθετε δεκαεννέα ανάκλιντρα δεξιώσεως. Εδώ ο αυτοκράτορας έδινε τα επίσημα γεύματα, όταν το απαιτoύσε η περίσταση. Κάθε ανάκλιντρο (τηρείται η ρωμαική παράδοση)  χωρούσε  δώδεκα πρόσωπα. Ολα μαζί σχημάτιζαν δυο σειρές από εννέα ανάκλιντρα η κάθε μια. Το δέκατο έννατο, το αυτοκρατορικό ανάκλιντρο, ήταν τοποθετημένο χωριστά, πάνω σε ένα είδος εξέδρας, που δέσποζε στο Τρίκλινο. Παραπετάσματα που κρέμονταν από ασημένιες κολόνες, έδιναν  την δυνατότητα να απομονώνεται ο αυτοκράτορας από τους προσκαλεσμένους του.
              Η ονομασία της αίθουσας προέρχεται από τον αριθμό των θρανίων- ανάκλιντρων  με μαξιλάρια για τους συνδαιτυμόνες (ἀκκουβίται). Τέτοια θρανία ήταν συνήθως ημικυκλικά στην Ύστερη Αρχαιότητα (ένα θρανίο αυτού του είδους ονομαζόταν συχνά stibadium ή σίγμα) και τα τοποθετούσαν κατά μήκος ημικυκλικών τραπεζιών. Το ημικυκλικό σχήμα των θρανίων στο Τρίκλινο των Δεκαεννέα Ακκουβιτών επιβεβαιώνεται από την αναφορά που έγραψε ο επίσκοπος Λιουτπράνδος της Κρεμόνας για ένα επίσημο γεύμα. Ο Λιουτπράνδος επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη το 10ο αιώνα. Στην αναφορά του προσθέτει ότι οι επισκέπτες συνήθιζαν να είναι ανακεκλιμένοι κατά τη διάρκεια των αυτοκρατορικών επίσημων γευμάτων, σύμφωνα με το αρχαίο έθιμο που, όμως, είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί στον πρώην ρωμαϊκό κόσμο.
                Η Αίθουσα των Δεκαεννέα Ακκουβιτών ανήκει στη χαρακτηριστική ομάδα των αντιπροσωπευτικών πολυάψιδων κτηρίων που είναι γνωστά από τον 4ο αιώνα και εξής. Σε αυτά ανήκουν το τρικλίνιο στην Οικία του Βάκχου στη βορειοαφρικανική Djemila (επτά αψίδες), η βόρεια αίθουσα του Παλατιού του Αντιόχου στην Κωνσταντινούπολη (επτά αψίδες) ή η Aula του Συμβουλίου του πρώιμου 9ου αιώνα στο Παλάτι του Λατερανού στη Ρώμη (έντεκα αψίδες).
               Το Τρίκλινο των Δεκαεννέα Ακκουβιτών δεν πρέπει να ήταν θολωτό, εφόσον ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ (913-959) λέγεται ότι αντικατέστησε την παλαιά, ξύλινη οροφή, που είχε σαπίσει, με καινούρια.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΔΡΟΜΩΝΑΣ






            Ο Δρόμων ή Δρόμωνας υπήρξε ο επικρατέστερος τύπος πλοίου του Βυζαντινού πολεμικού ναυτικού και θεωρείται η εξέλιξη της Αθηναϊκής τριήρους. Όπως και η τριήρης, έτσι και ο δρόμων ήταν ελαφριάς κατασκευής, ανθεκτικός  και έφερε δύο σειρές κουπιών.
              Ο Δρόμων έφερε δύο σειρές 50 κουπιών ανά πλευρά, με δυο κωπηλάτες ανά κουπί (ήταν δηλαδή σύμφωνα με την αρχαία ναυτική ορολογία δίκροτη τετριήρης) με πλήρωμα περίπου 200 ερέτες (κωπηλάτες). Έφερε επίσης ιστίο (πανί) στον κύριο ιστό του (κατάρτι).. Έφερε επίσης ένα ή περισσότερα τριγωνικά πανιά (λατίνια) ή τετράγωνα, ανάλογα του τύπου του. Η επιφάνεια των πανιών του ήταν μεγαλύτερη από αυτή της τριήρους με αποτέλεσμα να κινείται γρηγορότερα και αναλόγως των καιρικών συνθηκών να κινείται μόνο με πανιά.
               Κατά τη διάρκεια της  ναυμαχίας κάθε αντίπαλος επιχειρούσε να προκαλέσει ζημίες  με τη ρίψη βλημάτων ή φλεγόμενων βελών και κατόπιν να προσεγγίσει και να εμβολίσει το εχθρικό  καράβι.  Αμέσως μετά, oι στρατιώτες που  επέβαιναν  στο  κατάστρωμά του, επεδίωκαν  την επιθεση  στο αντίπαλο καράβι. Η έκβαση της μάχης πολλές φορές οφειλόταν σε αστάθμητους παράγοντες, όπως τα θαλάσσια ρεύματα και οι άνεμοι, που δεν μπορούσαν από πριν να προβλεφθούν.
                 Η καινοτομία του Δρόμωνα ήταν ότι, αντί για το μεταλλικό έμβολο που έφερε η Αθηναϊκή τριήρης, το βυζαντινό πλοίο έφερε «σίφωνα» στην πλώρη, από το οποίο εκτοξευόταν το περίφημο υγρό πυρ. Το όπλο αυτό μετά το 673 μ.Χ. έγινε ο φόβος και ο τρόμος των εχθρικών πλοίων. Δεν ήταν απαραίτητο πλέον τα πλοία του βυζαντινού πολεμικού ναυτικού να εμβολίζουν ή να έρχονται σε επαφή με τα εχθρικά πλοία. Στη μάχη, το πλοίο μπορούσε να φθάσει ταχύτητα περίπου 7 κόμβων, ωστόσο ήταν απαραίτητες οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες.
                 Ο Βυζαντινός Δρόμωνας με τα  100 κουπιά (50 ανά πλευρά), τους τρεις (3) ιστούς με τετράγωνα και τριγωνικά ιστία, το  πλήρες κατάστρωμα και τις υπερυψωμένες κατασκευές στην πλώρη και την πρύμνη, έδωσε τη δυνατότητα στο στόλο των βυζαντινών, από τα χρόνια του Ιουστινιανού, να κυριρχήσει στη Μεσόγειο. Προοδευτικά, από τον 11ο αιώνα και μετά, η παραμέληση του ναυτικού και ο ουσιαστικός παροπλισμός του, είχε τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα και την ανάδυση των νέων ιταλικών ναυτικών δυνάμεων.
               Oι βαρύτεροι και μεγαλύτεροι δρόμωνες του 11ου-12ου αιώνα υπήρξαν οι πρόδρομοι της δυτικής γαλέρας και γενικότερα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ναυπηγικής των «Ανακαλύψεων».
            



 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Η άγνωστη πολιορκια της Πόλης από το Λέοντα Τορνίκιο --1047--




εικόνα πολιορκίας της Πόλης


               Οι λαϊκές εξεγέρσεις και οι στάσεις στρατηγών δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο στο Βυζάντιο. Ο αυτοκράτορας μπορεί να  ήταν ο απόλυτος άρχοντας, αλλά ως αντιπρόσωπος του Θεού στη γη, η εξουσία του έπρεπε να εναρμονίζεται με τους χριστιανικούς νόμους αλλά και με τη κληροδοτημένη ρωμαϊκή παράδοση που έδινε χώρο και σε άλλους φορείς να ασκούν ορισμένες θεσμικές δραστηριότητες.
              Μέσα στο πλαίσιο αυτό, οι κοινωνικές συγκρούσεις, οι διαμαρτυρίες και η λαϊκή δυσαρέσκεια από τον 4ο ως τον 7ο αιώνα, εκδηλώνονταν στον Ιππόδρομο με κύριους πρωταγωνιστές τους Δήμους.
             Αργότερα, από τον 11 αιώνα και μετά, η αποσταθεροποίηση της αυτοκρατορίας εξαιτίας της κακοδιαχείρισης και της ανικανότητας της αυτοκρατορικής διοίκησης, της τουρκικής διείσδυσης αλλά και της ισχυροποίησης των αριστοκρατών, έφερε στο προσκήνιο στάσεις και εξεγέρσεις με έπικεφαλής έναν αριστοκράτη ή στρατηγό που  διεκδικούσαν  αυτονομία ή ακόμα και την ίδια την εξουσία. Μια τέτοια στάση εκδηλώθηκε το Σεπτέμβρη του 1047 εναντίον του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου (1042-1055) από τον Λέoντα Τορνίκιο, γόνο αριστοκρατκής οικογένειας, που η στάση του έχει καταγραφεί σαν πολιορκία της ίδιας της Πόλης, μετά από εμφύλιο πόλεμο.
            Η οικογένεια των Τορνικίω  ήταν αρμενικής καταγωγής και αποτελούσε κλάδο του αρμενικού αριστοκρατικού οίκου του Ταρόν. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι ένας κλάδος της είχε γεωργιανή καταγωγή. Ιδρυτής της θεωρείται ένας απόγονος της αρμενικής πριγκιπικής οικογένειας των Ταρονιτών. Το όνομα Τορνίκ, που είναι υποκοριστικό της αρμενικής λέξης τορν (t‘orn) και σημαίνει εγγονός, οι Βυζαντινοί το απέδωσαν Τορνίκιος ή Τορνίκης.
Από τα μέσα του 10ου αιώνα μέλη της οικογένειας άρχισαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της αυτοκρατορίας, ενώ από τα τέλη του αιώνα αυτού καθώς και στη διάρκεια του 11ου αιώνα εμφανίζονται να κατέχουν υψηλά στρατιωτικά αξιώματα και να πρωταγωνιστούν σε σημαντικά στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα. Από το 12ο αιώνα και κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο οι Τορνίκιοι κατείχαν κατά κύριο λόγο πολιτικά αξιώματα, ενώ το 13ο αιώνα η οικογένεια απέκτησε ιδιαίτερο ρόλο, λόγω των επιγαμιών με μέλη άλλων σημαντικών αριστοκρατικών οικογενειών, κατά κύριο λόγο των Παλαιολόγων.
         Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της οικογένειας τον 11ο αιώνα είναι ο Λέων Τορνίκιος, ο οποίος καταγόταν από την Αδριανούπολη, ήταν ανιψιός του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου (1042-1055) και διεκδίκησε ακόμη και το θρόνο της αυτοκρατορίας. Για τη σταδιοδρομία του έχουμε λιγοστές και συγκεχυμένες πληροφορίες. Είναι βέβαιο ότι διακρίθηκε σε υψηλόβαθμα στρατιωτικά αξιώματα, ενώ τιμήθηκε και με τον ανώτερο τίτλο του πατρικίου. Σύμφωνα με το Βυζαντινό ιστορικό Μιχαήλ Ατταλειάτη, πριν από τη στάση του εναντίον του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου διατέλεσε στρατηγός της Μελιτηνής. Σύμφωνα με το λόγιο Μιχαήλ Ψελλό όμως, ο οποίος περιγράφει το Λέοντα ως ένα δυνατό, υπερήφανο και φιλόδοξο άνδρα, υπήρξε κυβερνήτης της Ιβηρίας.Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη ότι διατέλεσε δομέστικος των σχολών της Δύσεως.                         
         Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, υποστηρικτές του στη γενέτειρά του Μακεδονία, προέβησαν σε οργανωμένη στάση εναντίον του Κωνσταντίνου Θ΄ Μονομάχου. Το Σεπτέμβριο του 1047, στην περιοχή της Αδριανούπολης, ο Τορνίκιος συγκέντρωσε τους υποστηρικτές του και μια σειρά από δυσαρεστημένους στρατηγούς και τους έθεσε σε εξέγερση κατά της κακοδιοίκησης του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Μονομάχου. Αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας, βάδισε εναντίον της πρωτεύουσας με τις δυνάμεις του και δημιουργήσε στρατόπεδο  απέναντι από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όντας έτοιμος για να την πολιορκήσει. Η Πόλη βρισκόταν σε εμφύλιο πολεμο…
       Ένα ένοπλο απόσπασμα που επιδίωξε να διαλύσει τους στασιαστές νικήθηκε εύκολα και συνελήφθη από τους εξεγερμένους. Αυτό το γεγονός  σκόρπισε  πανικό στους υπερασπιστές της πρωτεύουσας, οι οποίοι εγκατέλειψαν στιγμιαία τις θέσεις στα τείχη και στις πύλες. Ο Λέων Τορνίκιος όμως, δίστασε και έχασε την ευκαιρία να καταλάβει την πόλη. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο αυτοκράτορας κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη και να οργανώσει και πάλι την άμυνα, αναμένοντας  την άφιξη στρατιωτικών ενισχύσεων. Η πολιορκία διήρκεσε 4 ημέρες, από τις 25 Σεπτεμβρίου έως 28 Σεπτεμβρίου. Δύο επιθέσεις των ανδρών του Τορνίκιου εναντίον των τειχών της Πόλης, δεν είχαν αποτέλεσμα. Μετά την αποτυχία των επιθέσεων του, ο Τορνίκιος αναγκάστηκε να αποσυρθεί, ενώ οι οπαδοί του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν.
      Ο  Λέων Τορνίκιος τιμωρήθηκε με τύφλωση τα Χριστούγεννα του 1047 στην Κωνσταντινούπολη και πιθανόν λίγο αργότερα πέθανε.