Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ο βυζαντινός Ιππόδρομος -- β΄μέρος--

            
 
 
 
 
 
 
            Από τα σπουδαιότερα μέρη τού Ιπποδρόμου τής Πρωτευούσης, ήταν το «κάθισμα», ή «σέντζον» το οποίο ίδρυσε ό Μέγας Κωνσταντίνος, για να παρακολουθή από εκεί τούς αγώνες ό βασιλεύς. Το βασιλικό κάθισμα δεν επικοινωνούσε με τον στίβο και τις κερκίδες, προκειμένου ό αυτοκράτωρ να προστατεύεται από τις επιθέσεις τού όχλου, πράγμα όχι σπάνιο κατά την τέλεσι των ιπποδρομιών. Στο χαμηλότερο σημείο τού «καθίσματος» εκάθηντο οι αξιωματούχοι τής ανακτορικής φρουράς με τα λάβαρα και τις βασιλικές σημαίες. Σε διάφορα σημεία τού Ιπποδρόμου ευρίσκοντο έξη θύρες. Μιά από αυτές την ονόμασαν «νεκρά», γιατί εκεί κατά τον Σκαρλάτο, ετάφησαν οι νεκροί τής «Στάσεως τού Νίκα».
            Ο Ιππόδρομος, όπως και τα αρχαία ελληνικά στάδια είχε σχήμα πεταλοειδές. Στα καθίσματα, τα βάθρα, όπως ελέγοντο, εκάθηντο οι θεαταί. Πολλοί από αυτούς τοποθετούσαν στα μαρμάρινα εδώλια μαξιλάρια γεμισμένα με άχυρα, ή φύλλα καλάμου. Ο στίβος περιεβάλλετο από τον «εύριπον», βαθύ χαντάκι πλάτους τριών μέτρων. Το χαντάκι αυτό γεμάτο νερό, εμπόδιζε τούς φιλάθλους να φθάσουν στον στίβο, για να βοηθήσουν ή να ενθαρρύνουν τούς δικούς των. Παλαιότερα και όταν στον Ιππόδρομο εγίνοντο θεατροκυνήγια, ό «εύριπος» προεφύλασσε το κοινό από τα άγρια θηρία.
             Όπως στον ρωμαϊκό Ιππόδρομο, έτσι και σε εκείνον τής Κωνσταντινουπόλεως, υπήρχε ή λεγομένη spina, στην οποίαν ευρίσκοντο διάφορα μνημεία. Μεταξύ αυτών διεκρίνετο ό Οβελίσκος τού Μεγάλου Θεοδοσίου, ό Οβελίσκος τού Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου και ή περίφημη χάλκινη στήλη τού τριελίκτου όφεως, ή οποία, υποβαστάζουσα χρυσούν τρίποδα, είχε αφιερωθή στο Μαντείο των Δελφών από τις ελληνικές πόλεις, οι οποίες έλαβαν μέρος στην μάχη των Πλαταιών. Την στήλη μετέφερε και έστησε στον Ιππόδρομο ό Μέγας Κωνσταντίνος.
              Ως προς την έκτασι και την χωρητικότητα τού Ιπποδρόμου τής πρωτευούσης υπάρχουν διαφωνίες. Από τις ανασκαφές όμως μπορούμε κατά προσέγγισι να υπολογίσωμε το πλάτος σε 110 μέτρα, το μήκος σε 400 και την χωρητικότητα σε εκατό χιλιάδες άτομα. Μεταξύ τούτων βεβαίως ευρίσκοντο ό βασιλεύς και τα μέλη τής βασιλικής οικογενείας. Ο βασιλεύς παρακολουθούσε, όπως προαναφέραμε, τούς αγώνες από το «σέντζο» φορών την επίσημη στολή του, δηλαδή το κόκκινο διβητήσιο, την χλαμύδα και το στέμμα. Κοντά του ήσαν οι πρίγκιπες και οι σπουδαιότεροι άρχοντες, μεταξύ των οποίων ό μάγιστρος, ό κοιαίστωρ, ό πραιπόσιτος και ό καστρήτσιος. Η βασίλισσα, οι πριγκίπισσες και οι αρχόντισσες, παρακολουθούσαν διακριτικά τις ιπποδρομίες και τα άλλα θεάματα, από το κατηχουμενείο τού ναού τού Αγίου Στεφάνου, το οποίο ευρίσκετο εντός τού Ιπποδρόμου, και κρυμμένες πίσω από λεπτά παραπετάσματα.
             Οι προαναφερθέντες θεαταί, μηδέ τού βασιλέως εξαιρουμένου, ανήκαν στην μία, ή την άλλη ομάδα, είτε δηλαδή στους Βενέτους, είτε στους Πρασίνους. Την συμπεριφορά τους κατόπιν τούτου μπορεί ό καθένας να φαντασθή. Αρκεί, και δεν είναι άτυχής ό παραλληλισμός, να αναλογισθή τι γίνεται σήμερα στα γήπεδα, κατά την διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνος. Κατ’ αρχάς και οι δύο παρατάξεις προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να ενθαρρύνουν τούς ηνιόχους τής ομάδος των. Έτσι, άλλοι τούς ηύχοντο «καλόν αγώνα», άλλοι χειροκροτούσαν και άλλοι παρακαλούσαν τον Θεό και την Παναγία: «Όλους τούτους βοήθησον, τούς πρώτους βοήθησον νικήσουσι πρεσβείαις σου, Θεοτόκε, χαροποιούντες την βασιλείαν, την πολιτείαν. Ο Θεός ό Άγιος, νίκην αυτοίς παράσχου». Μετά τις ευχές ακολουθούσαν οι κατάρες εναντίον αλλήλων, οι ύβρεις, οι βλασφημίες και τα συρίγματα, για να φθάση κάποτε ή αγρία συμπλοκή, ή οποία πολλές φορές στοίχιζε χιλιάδες θύματα και από τις δύο πλευρές.
               Συνήθως οι θεαταί, όταν οι αγώνες συνεχίζοντο και το απόγευμα, έφεραν μαζί και την τροφή τους μέσα σε μικρά κάνιστρα, στα οποία όμως πολλές φορές έκρυβαν πέτρες, εγχειρίδια σιδηράς ράβδους και άλλα φονικά όργανα, προορισμένα να χρησιμοποιηθούν εν περιπτώσει ανάγκης, Οι επιθέσεις δεν εστρέφοντο μόνο εναντίον αλλήλων, αλλά και εναντίον των αρχόντων και τού αυτοκράτορος ακόμη.
                Γνωστή είναι βεβαίως ή «Στάσις τού Νίκα», ή οποία, αν και στο βάθος είχε κίνητρα πολιτικά, εν τούτοις υπήρξε αποτέλεσμα τού φανατισμού τού όχλου, τον οποίο επιτήδειοι δημαγωγοί εξήγειραν εναντίον τού Ιουστινιανού. Χωρίς να αναφερθούμε στο Ιστορικό τής «Στάσεως», πού είναι σε όλους γνωστό, είναι νομίζομε ενδιαφέρον να παραθέσωμε μερικές άγνωστες πτυχές της και κυρίως τον διάλογο ό οποίος διεξήχθη μεταξύ τού Ιουστινιανού και τού πλήθους, ως και άλλα τραγικά περιστατικά τα οποία αναφέρουν Βυζαντινοί Ιστοριογράφοι. Διάλογο αυτού τού είδους μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του πρώτη φορά αναφέρει ή παγκόσμιος ιστορία. Ο διάλογος, όπως τον διέσωσε ό χρονογράφος Θεοφάνης (Θεοφάν. Χρονογρ. 1. 278) και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διεξήχθη έχουν ως εξής: Την 13ην  Ιανουαρίου τού 532 ό Ιουστινιανός τελούσε την εορτή των Ειδών τού Ιανουαρίου και διέταξε, όπως εσυνηθίζετο, την τέλεσι ιππικού αγώνος. Τον αγώνα αυτόν εξεμεταλλεύθησαν οι Πράσινοι, για να δείξουν την μεγάλη προς τον αυτοκράτορα δυσαρέσκεια, επειδή ό τελευταίος συμπαθούσε τούς Βενέτους. Άρχισαν λοιπόν να θορυβούν μέχρι σημείου, ώστε να είναι αδύνατη ή τέλεσις τού ιππικού αγώνος. Ο Ιουστινιανός συγκρατηθείς έπ’ αρκετόν, διέταξε τέλος τον διαγγελέα του, τον μανδάτορα, όπως ελέγετο, να παραγγείλη στα πλήθη να ησυχάσουν. Στην αρχή και σε ερώτησι τού Ιουστινιανού γιατί θορυβούν, οι Πράσινοι εφάνησαν διαλλακτικοί και θέλοντας να κολακεύσουν τον αυτοκράτορα ανεφώνησαν. «Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, tu vincas (ευχή στην λατινική)• αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ό Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι, μή πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν». Τότε ό Ιουστινιανός ερώτησε: «Τίς έστιν; ούκ οίδα».
Πράσινοι: «Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται».
Μανδάτωρ: «Ουδείς υμάς αδικεί».
Πράσινοι: «Εις και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μή ανακεφαλώσοι».
Μανδάτωρ: «Τίς έστιν εκείνος; ούκ οίδαμεν».
Πράσινο;: «Σύ και μόνος οίδας, Τρισαύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον».
Μανδάτωρ: «Εί τις αν έστιν, ούκ οίδαμεν».
Πράσινοι: «Καλαπόδιος, ό Σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων».
Μανδάτωρ: «Ούκ έχει πράγμα Καλαπόδιος».
Πράσινο;: «Εί τις ποτέ έστιν τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα. Ο Θεός ανταποδώσει αυτώ αδικούντι με διά τάχους».
Μανδάτωρ: «Υμείς ούκ ανέρχεσθε εις το θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τούς άρχοντας».
Πράσινοι: «Εί τις δήποτε αδικεί με, τον μώρον ποιήσοι τού Ιούδα».
Στο σημείο αυτό ό αυτοκράτωρ ερεθισθείς ακόμη περισσότερο από το θράσος των Πρασίνων, άρχισε να τούς βρίζη και να τούς απειλή.
Μανδάτωρ: «Ησυχάσατε, Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρείται».
Πράσινοι: «Ιουδαίους και Σαμαρείτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μεθ’ όλων».
Μανδάτωρ: «Έως πότε εαυτούς καταράσθε; Όντως ει μή ησυχάσητε αποκεφαλίζω υμάς». Με την φοβερή απειλή οι Πράσινοι αντέδρασαν ηπιώτερα, αλλά συνέχισαν να παραπονούνται:
«Επαρθήτω το χρώμα τούτο. Και ή δίκη ου χρηματίζει. Άνες το φονεύεσθαι και άφες κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε. Αληθώς δύο ταύτα ου φέρει ανδρωπίνη φύσις (την αδικίαν δηλαδή και την ωμότητα)• είθε Σαββάτιος μή εγεννήθη, ίνα μή έσχεν υιόν φονέα» (Σαββάτιος ήτο ό πατέρας τού Ιουστινιανού).
Μετά την βαρυτάτη αυτή προσβολή κατά τού βασιλέως εξανέστησαν οι Βένετοι και έκραξαν οργισμένοι:
Βένετοι: «Τούς φονείς όλου τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Πότε ου σφάζεις και αποδημείς; »
Βένετοι: «Σύ δε σφάζεις και διακινείς. Τούς φονείς γάρ τού σταδίου υμείς μόνοι έχετε».
Πράσινοι: «Δέσποτα Ιουστινιανέ αυτοί, αυτοί προκαλούσι και ουδείς αυτούς φονεύει. Νοήσοι ό μή θέλων. Τον ξυλοπώλην τον εις το ζεύγμα τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ;»
Μανδάτωρ: «Υμείς αυτόν εφονεύσατε».
Πράσινοι: «Τον υιόν τού Επαγάθου τις εφόνευσεν, αυτοκράτορ; »
Μανδάτωρ: «Και αυτόν υμείς εφονεύσατε, και τούς Βενέτους πλέκετε».
Πράσινο;: «Άρτι, Κύριε, ελέησον• τυραννείται ή αλήθεια. Ήθελον αντιβάλαι τοις λέγουσιν εκ
Θεού διοικείσθαι τα πράγματα.
Πόθεν αύτη ή δυστυχία;»
Μανδάτωρ: «Βλάσφημοι και θεοχόλητοι, ως πότε ούκ ησυχάζετε;»
               Μετά την φράσι αυτή οι Πράσινοι εσηκώθησαν και ομοφώνως απείλησαν: «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων». Εν συνεχεία εγκατέλειψαν τον Ιππόδρομο, για να προετοιμάσουν την επανάστασι τής επομένης, πράγμα πού έγινε με τα γνωστά καταστροφικά για το Βυζάντιο αποτελέσματα. Σε μία κρίσιμη καμπή τής στάσεως ό Ιουστινιανός, αφού ικανοποίησε τα αιτήματα των Πρασίνων απομακρύνας μερικούς από τούς αμέσους συνεργάτες του, προσπάθησε με μιά νέα θεαματική χειρονομία να καταπραϋνη τα πνεύματα. Πήρε το Ευαγγέλιο και, όταν έφθασε στον Ιππόδρομο, με φωνή παλλομένη από συγκίνησι, αφού προηγουμένως υπεσχέθη γενική αμνηστία, υπεκρίθη, ότι όλα όσα έγιναν οφείλονται στις δικές του αμαρτίες, Η στάσις αυτή τού αυτοκράτορος μερικούς ικανοποίησε. Οι περισσότεροι όμως τον ύβρισαν με τις λέξεις «Επιορκείς, γάδαρε... Επιορκείς, γάδαρε..». Κατόπιν τούτου ό Ιουστινιανός απεσύρθη στα ανάκτορα και έδιωξε τούς συγκλητικούς λέγων: «απέλθετε, έκαστος φυλάξει τον οίκον αυτού».
              Η συνέχεια είναι γνωστή με την απόφασι τού αυτοκράτορος να εγκαταλείψη την πόλι και την σθεναρή στάσι τής Θεοδώρας, χάρις στην οποία εσώθη στην κυριολεξία ή αυτοκρατορία. Ο δραματικός επίλογος τής στάσεως, με θύματα τριάντα χιλιάδες νεκρούς και από τις δύο παρατάξεις, υπήρξε, από το άλλο μέρος, για τούς κυβερνήτες και τούς ιθύνοντες των πολιτειών, τρανό παράδειγμα τού πόσο επικίνδυνος γίνεται ό συγκεντρωμένος όχλος, έστω και αν αυτοί πού τον αποτελούν είναι ειρηνικοί φίλαθλοι, όταν ευρεθούν οι κατάλληλοι δημαγωγοί να ερεθίσουν τα κατώτερα τού ανθρώπου ένστικτα. Οι φατρίες τού βυζαντινού Ιπποδρόμου, γίνονταν πολλάκις συμμορίες κακοποιών, οι οποίοι δεν εδυσκολεύοντο να διαπράττουν τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα.
               Τον φανατισμό των φιλάθλων τού Ιπποδρόμου υπέθαλπε, εκτός των άλλων, και ή στάσις τού εκάστοτε αυτοκράτορος, ό οποίος ανήκε στην μία ή την άλλη παράταξι. Αιτία αυτής τής συμπαθείας υπήρξαν εκτός από την «Στάσι τού Νίκα» και δύο άλλες μικρότερες, επί βασιλείας τού Αναστασίου και τού διαδόχου του Ιουστίνου. Κατά μαρτυρίαν τού Μαλάλα κατά το δέκατο τέταρτο έτος τής βασιλείας τού Αναστασίου (513) οι Πράσινοι, κινούμενοι και από θρησκευτικό φανατισμό, έφεραν στον Ιππόδρομο καλάθια με φρούτα και μαζί κρυμμένα μικρά εγχειρίδια. Την ώρα πού ό αγώνας ευρίσκετο στο πιο ενδιαφέρον σημείο του, όρμησαν αιφνιδίως κατά των πλησίον ευρισκομένων Βενέτων και έσφαξαν περίπου τρεις χιλιάδες. Ο Αναστάσιος θέλων να τιμωρήση το έγκλημα, διέταξε τον έπαρχον να συλλάβη και να τιμωρήση τούς πρωταιτίους τής στάσεως Πρασίνους. Η φυλάκισις των Πρασίνων έδωσε αφορμή σε νέα αιματοχυσία. Στην επόμενη ιπποδρομία οι οπαδοί των απήτησαν από τον Αναστάσιο να ελευθερώση τούς φυλακισμένους. Ο αυτοκράτωρ αγανακτήσας για την θρασύτατη απαίτησι, διέταξε τούς εσκουβίτορες, δηλαδή τούς σωματοφύλακές του, να επιτεθούν εναντίον των ταραξιών. Η συμπλοκή εγενικεύθη. Εκατοντάδες και από τα δύο μέρη έχασαν την ζωή τους. Μεταξύ αυτών, ήταν και ένας γιος τού αυτοκράτορος, από παλλακίδα. Την ανθρωποσφαγή ακολούθησε ολική σχεδόν καταστροφή του Ιπποδρόμου. Ο όχλος επυρπόλησε την λεγομένη Χαλκή Πύλη και τον Έμβολο, μέχρι του βασιλικού καθίσματος και τού Κωνσταντινίου φόρου. Προ τής δημιουργηθείσης καταστάσεως ό Αναστάσιος υπεχώρησε και για να καταπραΰνη τους Πρασίνους αναγκάσθηκε να διορίση έπαρχο τον πάτρωνά των Πλάτωνα.
             Ο διάδοχος τού Αναστασίου Ιουστίνος ευνοούσε τούς Βενέτους. Την εύνοια αυτή εκμεταλλευθέντες εκείνοι, μέχρι τού έκτου έτους τής βασιλείας του, διέπραξαν παντός είδους κακουργήματα εις βάρος των Πρασίνων. «...Έσφαζον τοις ξίφεσι (οι Βένετοι) τούς απαντώντας Πρασίνους και τούς κατ’ οίκον κρυπτομένους• ανεόντες δε εφόνευον, μή τολμώντων των αρχόντων εκδίκησιν των φόνων ποιήσαι». Μερικοί αυτοκράτορες, όχι μόνο απλώς συμπαθούσαν και εμφανώς μεροληπτούσαν υπέρ τής μιάς παρατάξεως, αλλά ήσαν και οι ίδιοι ηνίοχοι, όπως λόγου χάριν ό Μιχαήλ, τού οποίου ό βίος κατά τον Ανώνυμον ήταν «πλήρης πράξεων ασελγών», αφού είχε μανία διά τα θέατρα και τα Ιπποδρόμια.



ΣΑΡ. Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ  Ύπαστυνόμος Α’

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ. 67, Ιανουάριος 1974.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

O ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ -Α΄ μέρος-

 
 
 
 
              Άρτον και θεάματα» έλεγαν « οι Ρωμαίοι. Άρτον και θεάματα ζητούσαν και οι Βυζαντινοί. Είναι βέβαιον, ότι οι κάτοικοι τής αυτοκρατορίας ήσαν εξαιρετικά φιλοθεάμονες. Πολλοί συγγραφείς, και ιδίως Πατέρες της Εκκλησίας, περιέγραψαν με τα ζωηρότερα χρώματα την μέχρι πάθους αγάπη των Βυζαντινών προς τα παντός είδους θεάματα, τα οποία κατακρίνουν και απαγορεύουν στους Χριστιανούς. «Υπάρχουν πόλεις», γράφει ό Μ. Βασίλειος, «οι οποίες δεν χορταίνουν, από βαθέος όρθρου μέχρις εσπέρας, να βλέπουν παντός είδους θεάματα, από διαφόρους Θαυματοποιούς». Άλλος συγγραφεύς, ό Λέων ό Διάκονος, χαρακτηρίζει τούς Βυζαντινούς ως τούς πιο φιλοθεάμονες από όλους τούς ανθρώπους:
«Φιλοθεάμονες των άλλων ανθρώπων Βυζάντιοι».
            Τα θεάματα, τα οποία οι κάτοικοι των μεγάλων κυρίως πόλεων έβλεπαν, ήσαν πολλά και ποικίλα, από τα λαϊκώτερα, μέχρις εκείνων, τα οποία εχρηματοδοτούντο και κατηυθύνοντο από το κράτος. Στα λαϊκά, ας πούμε, θεάματα ανήκαν επιδείξεις εξηυερωμένων θηρίων, παραστάσεις μίμων, σχοινοβατών, θαυματοποιών και άλλων. Πολλές φορές, λόγου χάριν, προκαλούσε συναγερμό ή εμφάνισις, στους δρόμους και τις πλατείες, ενός πιθήκου, μιάς μαϊμούς. Όπως συμβαίνει και σήμερα, και την εποχή εκείνη την μαϊμού περιέφεραν Αθίγγανοι, οι οποίοι, μετά την σχετική επίδειξι, ζητούσαν από τούς θεατάς τον οβολόν των. Οι ίδιοι Αθίγγανοι επεδείκνυαν γυμνασμένες αρκούδες, οι οποίες διασκέδαζαν επίσης τούς κατοίκους με τα έξυπνα παιχνίδια τους. Τέλος, δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο, να φέρουν στον κόρφο τους ξεδοντιασμένα φίδια. Συνηθισμένο επίσης θέαμα ήσαν τα άγρια θηρία. Επιτήδειοι θηριοδαμασταί κρατούσαν δεμένα από την μύτη με χονδρά σίδερα, με κούρκουρα, όπως έλεγαν, τίγρεις, λεοπαρδάλεις, λεοντάρια, ελέφαντες, ακόμη και ρινόκερους.
               Ενδιαφέρον επίσης θέαμα αποτελούσαν οι νάνοι, οι γιγαντόσωμοι και τα γεννημένα τέρατα, των οποίων, σημειωτέον, ή εμφάνισις εθεωρείτο κακός οιωνός. Χρονογράφος, αναφερόμενος εις Σιαμαίους αδελφούς, έγραφε, γεμάτος έκπληξι και απορία: «Το εν ήσθιε και έπινε και το έτερον ούκ ήσθιε• το εν εκάθευδε και το έτερον εγρηγόρει, έστι δ’ ότε και συνέπαιζον προς άλληλα και έκλαιον αμφότερα και έτυπτον άλληλα• έζησαν δε μικρόν προς έτη δύο». Πολύ διασκέδαζαν οι Βυζαντινοί και με τούς μεταμφιεσμένους, οι οποίοι, κατά την εορτή συνήθως των Καλενδών, την 1η  Ιανουαρίου, περιεφέροντο στους δρόμους προκαλούντες ασυγκράτητα γέλια. Παρά το γεγονός, ότι τις μεταμφιέσεις κατεδίκαζε ή Εκκλησία, πολλοί ήσαν εκείνοι, οι οποίοι «εναλλάποντες την εαυτών φύσιν και τον τρόπον, μορφήν τού διαβόλου ενδύονται αιγείοις δέρμασι περιβεβλημένοι, το πρόσωπον ενηλλαγμένοι».
               Όμως, ούτε τα θηρία, ούτε οι έξυπνες μαϊμούδες, ούτε οι μίμοι, ούτε οι σχοινοβάτες και τα άλλα αξιοπερίεργα και θαυμαστά, ήσαν ικανά να παραβληθούν με τον Ιππόδρομο, ή, όπως έλεγαν, το Ιππήλατον θέατρον, ή θέατρον ιπποδρομίου, ή θέατρον Ιππικού.
              Ιπποδρόμια υπήρχαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις τής αυτοκρατορίας. «Εν ταις μεγίσταις πόλεσι», αναφέρει ό Ζωναράς «θέατρα ήν και ίπποι ετρέφοντο». Ονομαστότεροι Ιππόδρομοι εθεωρούντο εκείνοι τής Αλεξανδρείας, τής Αντιοχείας, τής Λαοδικείας, τής Νικομηδείας, τής Θεσσαλονίκης, τής Χαλκηδόνος, της μεσαιωνικής Σπάρτης και βεβαίως τής Κωνσταντινουπόλεως.          
            Αναφέρεται ότι, το 536, επί βασιλείας Ιουστινιανού, ό γενικός διοικητής Αλεξανδρείας Αυγουστάλιος, αγόρασε αντί τριακοσίων είκοσι χρυσών νομισμάτων έξη πώλους καταλλήλους για ιπποδρομιακούς αγώνες. Στην Νικομήδεια ή οποία κατεστράφη από σεισμό ό Θεοδόσιος Β’, πλην των άλλων οικοδομημάτων, έκτισε μεγαλοπρεπές ιπποδρόμιο. Στα ιπποδρόμια έτρεχαν κατά χιλιάδες οι άνθρωποι, για να απολαύσουν την «τερπνήν και χαρμόσυνον θέαν», όπως έλεγε ό Φιλόθεος και να συμμετάσχουν «στην δημοχαρή πανήγυριν», όπως αργότερα συνεπλήρωσε ό γραφικός Πτωχοπρόδρομος. Ο ίδιος σε άλλο σημείο και παραπονούμενος, γιατί δεν θα μπορούσε να παρακολουθήση τον αγώνα, βεβαιώνει, πώς δεν θα το θεωρούσε ντροπή, αν τού επέτρεπαν να πάη, έστω και ανυπόδητος, στον Ιππόδρομο.
               Το πάθος τους για τον Ιππόδρομο δεν εδίστασαν να μεταφέρουν ακόμη και στις εκκλησίες. Στα υπέρθυρα πολλών από αυτές βρέθηκαν επιγραφές με τις οποίες οι φανατικοί φίλαθλοι εξεδήλωναν την πίστι τους και την πεποίθησί τους, για την νίκη τού υποστηριζομένου χρώματος όπως, λόγου χάριν, «νικά ή τύχη των Βενέτων». Κατά την εποχή επίσης των Εικονομαχιών ό Κωνσταντίνος ό Κοπρώνυμος, αφού κατέστρεψε τις τοιχογραφίες των ναών διέταξε, αντί εικόνων αγίων, να ζωγραφίζωνται άρματα και ιπποδρομίες. Την απίθανη είδησι αναφέρει ό Στέφανος ό Διάκονος και αποδέχονται ό Σταματιάδης και ό αείμνηστος Κουκουλές. Όταν επρόκειτο να γίνη ιππόδρομος «χαρά μεγάλη διεκέχυτο έφ’ άπασαν την Κωνσταντινούπολιν. Αι οδοί έγεμον ανδρών, γυναικών και παιδίων, πάσης τάξεως και πάσης ηλικίας. Εκεί έβλεπέ τις την των Βυζαντινών πολυτέλειαν όλων και των γυναικών την καλλονήν». Πλούσιοι και πτωχοί προσεπάθουν με κάθε τρόπο να επιδειχθούν.
               Τόσος ήταν ό φανατισμός των παικτών, ώστε, όπως αναφέρουν πολλοί συγγραφείς, όταν ετελούντο ιπποδρομίες, οι πόλεις μετεβάλλοντο εις πόλεις μαινομένων. Όλοι εφρόντιζαν με κάθε τρόπο να εξασφαλίσουν μία θέσι την ημέρα των αγώνων, εθεωρείτο δε μεγάλη δυστυχία, αν κανείς δεν μπορούσε για οποιοδήποτε λόγο να ευρίσκεται στην ώρα του στα εδώλια των θεατών. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω ανέκδοτο, πού διέσωσε ό Μιχαήλ Γλυκάς. Επί Ιουστινιανού, γράφει ό Γλυκάς, ζούσε κάποιος Αντίοχος, ό οποίος ηρνείτο να πωλήση στο κράτος οικόπεδο ευρισκόμενο πλησίον τής Αγίας Σοφίας. Παρά τις επανειλημμένες συστάσεις τού αυτοκράτορος, ό Αντίοχος ήταν ανένδοτος. Τότε ό μάγιστρος Στρατήγιος, συνέλαβε και εφυλάκισε τον Αντίοχο την παραμονή τής Ιπποδρομίας. Προ τού κινδύνου να χάση τον αγώνα, ό Αντίοχος συνεφώνησε: «Εί θεάσομαι το ιππικόν, είπε, το τού βασιλέως ποιήσω θέλημα».
             Προαναφέραμε ότι, τις ιπποδρομίες παρακολουθούσαν όχι μόνο νέοι, αλλά και γέροντες και γυναίκες και κληρικοί ακόμη. Οι τελευταίοι αυτοί, φανατικοί όσο και οι λαϊκοί, αποτολμούσαν την τέρψη μιάς ιπποδρομίας παρά τις αυστηρές κυρώσεις πού προέβλεπε ή Εκκλησία. «Μή εξέστω τινί των εν ιερατικώ καταλεγομένων τάγματι ή μοναχών εν ιπποδρομίαις ανιέναι», έγραφε κανών τής εν Τρούλλω Συνόδου, απειλών εναντίον των παραβατών καθαίρεσι. Όσον αφορά στις γυναίκες κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους ήσαν κοινές, χωρίς να αποκλείωνται και εκείνες τής καλής τάξεως, αφού υπήρχε νόμος, ό οποίος προέβλεπε διαζύγιο, για όσες παρακολουθούσαν ιπποδρομίες χωρίς την έγκρισι τού συζύγου των.
             Μεταξύ των θεατών υπήρχαν άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Έβλεπε κανείς δούλους, θηριοδαμαστάς, αιχμαλώτους, λωποδύτες και κακοποιά στοιχεία πάσης φύσεως, στρατιώτες αλλά και εμπόρους Βυζαντινούς και ξένους, πολίτες τής ανωτέρας κοινωνίας, υπαλλήλους τού κράτους και άρχοντες. Καμμιά δύναμις δεν ήταν ικανή να εμποδίση όλο αυτό το ανθρώπινο μωσαϊκό να επευφημήση τον θρίαμβο ενός ηνιόχου. «Ούτε πενία, ούτε ασχολία, ούτε ασθένεια σώματος ή ποδών αρρωστία», έλεγε παραπονούμενος ό ιερός Χρυσόστομος, δεν αποτρέπει τούς Χριστιανούς από το «αμαρτωλό ιπποδρόμιο». Πολλοί, συμπληρώνει άλλού ό φωτισμένος ιεράρχης, εγκαταλείπουν την εκκλησία, για να προφθάσουν τον αγώνα. Όσοι δεν εύρισκαν θέσι εντός τού σταδίου, παρακολουθούσαν το θέαμα από τούς εξώστες, τις στέγες των σπιτιών και τα γύρω υψώματα. Στον ιππόδρομο έμεναν πολλές φορές ολόκληρη την ημέρα «Πατούμενοι και ωθούμενοι και επί τής κεφαλής των τας καυστικάς τού ηλίου ακτίνας δεχόμενοι, ή υπό τής βροχής πολλάκις διάβροχοι γενόμενοι, ή την παγεράν τού ανέμου πνοήν υπομένοντες, καθάπερ εν λειμώνι τρυφώντες».
               Είπαμε, ότι το μεγαλύτερο και πιο ονομαστό από τα ιπποδρόμια τής αυτοκρατορίας ήταν τής Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ιππόδρομος τής βυζαντινής Πρωτευούσης δεν αποτελούσε μόνο χώρο αγώνων, αλλά και το κέντρο τής κοινωνικής ζωής τής πόλεως και τού Βυζαντίου ολοκλήρου, αφού εκεί συνήθως ανηγορεύοντο βασιλείς, ετελούντο θρίαμβοι νικητών στρατηγών, δίκες σπουδαίων προσώπων, επαναστάσεις, όπως ή περίφημη «Στάσις τού Νίκα», θανατικές εκτελέσεις, διαπομπεύσεις κλτ.
              Γενικώς ό Ιππόδρομος υπήρξε, κατά παρατήρησι διασήμου ξένου Ιστορικού, «το κάτοπτρον τής ελληνικής μεσαιωνικής κοινωνίας». Τον Ιππόδρομο τής Κων/πόλεως ίδρυσε, κατά μαρτυρία τού Λυδού, ό Ρωμαίος αυτοκράτωρ Σεβήρος και συνεπλήρωσε, μετά την μεταφορά τής πρωτευούσης, ό Μέγας Κωνσταντίνος, Ήταν ένα από τα παλαιότερα δημόσια κτίρια τής Βασιλευούσης και, με βάσι την θέσι του, εκανονίσθη και ή θέσις άλλων οικοδομημάτων, όπως του Παλατίου και τής Αγίας Σοφίας, ή οποία δεν βλέπει ακριβώς προς ανατολάς, αλλ’ έχει μικρή απόκλισι προς μεσημβρίαν.
          Αν επιχειρήσωμε μιά σύντομη τοπογραφική περιγραφή τού Ιπποδρομίου τής Κωνσταντινουπόλεως, στηριζόμενοι στις μαρτυρίες Βυζαντινών συγγραφέων και τις μελέτες νεωτέρων ερευνητών, θα πρέπει να σημειώσωμε τα εξής σπουδαιότερα σημεία του: Την θολωτή κατ’ αρχάς πύλη, ή οποία ευρίσκετο στην κεντρική είσοδο και από την οποία ξεκινούσαν οι πομπές. Εκατέρωθεν τής πύλης, ευρίσκοντο τα λεγόμενα μάγγανα, έξη τον αριθμό. Τα μάγγανα ήσαν ιππαφέσεις, από τις οποίες εκκινούσαν οι ηνίοχοι. Οι τελευταίοι εστέκοντο όπισθεν κλειστών θυρών και, όταν εδίδετο το σύνθημα, οι θύρες άνοιγαν ταυτοχρόνως, ώστε όλοι μαζί να αναχωρήσουν.                
           Κοντά στα μάγγανα ό Θεοδόσιος Β’ είχε στήσει τούς περίφημους χάλκινους ίππους τού Λυσίππου, τούς οποίους οι Φράγκοι, όταν κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολι, μετέφεραν στην Βενετία, για να στολίσουν τον ναό τού Αγίου Μάρκου. Εκτός από τούς ίππους τού Λυσίππου ένα ακόμη πλήθος από αγάλματα αυτοκρατόρων, ηνιόχων, ευνούχων, νάνων κ.λπ., τοποθετημένα φύρδην μίγδην, κοσμούσαν τον περίβολο. Αξιολογώτερα όμως ήσαν τα αμίμητα αριστουργήματα τής κλασικής γλυπτικής, τα οποία από πολυάριθμες αρχαίες πόλεις έφθασαν στην χριστιανική Κωνσταντινούπολι. Μέσα στον Ιππόδρομο ό Χωνιάτης είδε και περιγράφει τα αγάλματα των Διοσκούρων, τού Διός, τού Απόλλωνος, τού Ηρακλή, (χαλκούν) έργο και αυτό τού Λυσίππου, τού Καλυδωνίου Κάπρου, τής Αρτέμιδος, τής Σκύλλας, τής Αθηνάς, τής Ελένης τού Μενελάου και άλλα.
ΣΑΡ.Π. ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ Ύπαστυνόμος Α’
Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τευχ.67, Ιανουάριος 1974.
 
Σημείωση Το εξαιρετικό αυτό κείμενο έχει γραφτεί το 1974 και γι΄ αυτό ακολουθείται η ορθογραφία της εποχής.
 
 



Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά: H βυζαντινή αρχόντισσα

               
 
 
 
                Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά. Κόρη του Μεγάλου Δούκα (=πρωθυπουργού) Λουκά Νοταρά και τελευταία σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Παλαιολόγος μαζί με τον πατέρα της τη φυγαδεύουν, λίγες μέρες πριν την τελική επίθεση των Τούρκων. Πέρασε σχεδόν τη μισή ζωή της αυτοεξόριστη στη Βενετία, όπου ακολούθησε το κάλεσμα της ψυχής της και αφιερώθηκε στην υπηρεσία του λαού της, των χιλιάδων προσφύγων από την Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη
             Στη διαθήκη της, ως πραγματική αρχόντισσα, άφησε πράγματα για την κοινότητα των Ελλήνων της Βενετίας και τις ανάγκες τους. Αν και ανορθόγραφη βοήθησε ουσιαστικά στην έκδοση του Ετυμολογικού λεξικού του Καλλιέργη και ήταν βιβλιόφιλη ώστε να αγοράζει παλιά χειρόγραφα. Εξέφραζε το μεταίχμιο δύο κόσμων, του βυζαντινού που είχε ήδη εκπέμψει τις τελευταίες του αναλαμπές (…) και του νέου ελληνικού που είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τη θέση του στο ιστορικό στερέωμα.
 
             Βασισμένη σε ισχυρές πηγές, η διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας, Χρύσα Μαλτέζου, τοποθετεί τη γέννηση της Άννας στην εποχή λίγο πριν από τον θάνατο του μεγάλου δάσκαλου της διασποράς, Μανουήλ Χρυσολωρά (πέθανε τον Απρίλιο του 1415). Κι αυτό σημαίνει ότι, τη χρονιά της άλωσης, η Άννα ήταν περίπου σαραντάρα (γύρω στα δέκα χρόνια μικρότερη από τον αυτοκράτορα που γεννήθηκε το 1404). Εικοσάχρονη την υπολογίζει να ήταν την ίδια χρονιά, ο συγγραφέας και ερευνητής Γιώργος Χατζηδάκης, έχοντας υπόψη του άλλες, επίσης ισχυρές, πηγές.
                 Υπέρ της τελευταίας άποψης είναι το εξακριβωμένο γεγονός ότι ο μικρότερος αδελφός της, Ισαάκιος, ήταν 14 χρόνων το 1453. Αν δηλαδή η Άννα είχε γεννηθεί πριν από το 1415, τα δυο αδέλφια θα είχαν πάνω από 25 χρόνια διαφορά μεταξύ τους, κάτι που πολύ σπάνια μπορεί να συμβεί. Υπέρ της πρώτης άποψης συνηγορεί το ότι ο θαυμασμός των Βενετσιάνων για την Άννα ούτε με τα νιάτα της είχε να κάνει ούτε με την ομορφιά της: Της αναγνώριζαν ακάματη δραστηριότητα και ακατάβλητη θέληση για την επίτευξη των στόχων της, προσόντα που δύσκολα ανιχνεύονται σε 20χρονη νεαρή γυναίκα της εποχής εκείνης. Όμως, η κύρια δραστηριότητά της στην Ιταλία ανιχνεύεται από το 1472 κι έπειτα, όταν κατά τη δεύτερη εκδοχή ήταν γύρω στα 35 με 40 της, ηλικία ιδανική για δράση. Για το ότι στα 1453 ήταν πολύ νέα, συνηγορεί και η αγωνιώδης προσπάθεια του Κωνσταντίνου, από πριν ακόμα γίνει αυτοκράτορας, να αποκτήσει παιδί.
                 Η πόλη κυριεύτηκε κι ο Λουκάς Νοταράς, που (όπως καταγράφουν μαρτυρίες και ενωτικών) μαχόταν ακατάπαυστα και ηρωικά, πιάστηκε αιχμάλωτος. Δύσκολο, μέσα στον ορυμαγδό της μάχης, να βρήκε τρόπο να φυγαδεύσει την Άννα. Κι αν υποτεθεί ότι κατάφερε να το πράξει, παραμένει μυστήριο, για ποιο λόγο, μαζί με την κόρη του, δεν φρόντισε να γλιτώσουν και η γυναίκα του κι ο ανήλικος γιος τους.
                  Κάποιες πηγές πιθανολογούν ότι η Άννα έφυγε στην Ιταλία μετά την άλωση. Τα γεγονότα δεν συνηγορούν σ’ αυτό. Αιχμάλωτος, ο Νοταράς οδηγήθηκε μπροστά στον Μωάμεθ, που τον ρώτησε για ποιο λόγο έπρεπε να γίνουν όσα έγιναν, αντί να του παραδώσουν οικειοθελώς την Κωνσταντινούπολη. Ο Μεγάλος Δούκας απάντησε ότι κι αυτός κι ο αυτοκράτορας δεν είχαν τέτοια εξουσία («Κύριε, ουκ έχομεν τόσην ημείς εξουσίαν του διδόναι σοι την πόλιν, ουδέ βασιλεύς αυτός»). Ο Μωάμεθ εκτίμησε τη στάση του και διέταξε να τον ελευθερώσουν και να τον βάλουν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Έτσι κι αλλιώς, τον χρειαζόταν για να διοικήσει την κατακτημένη αυτοκρατορία. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να στείλει στην ως τότε πρωτεύουσά του, Αδριανούπολη, σκλάβα τη γυναίκα του Νοταρά, μεγάλη δούκισσα (πέθανε από τις κακουχίες στην πορεία). Και, λίγες μέρες αργότερα, μέθυσε κι έστειλε να του φέρουν στην κλίνη του τον 14χρονο γιο του Νοταρά, όμορφο Ισαάκιο. Η αντίσταση του Μεγάλου Δούκα είχε αποτέλεσμα να σφαχτούν κι αυτός κι ο γιος του. Κατά κάποιες πηγές και τα αδέλφια του μικρού, αν και άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ότι είχαν πέσει μαχόμενα στη διάρκεια της πολιορκίας.
                Τον ίδιο καιρό, ο επίσης εξ απορρήτων του νεκρού αυτοκράτορα, Γεώργιος Φραντζής, και η γυναίκα του έγιναν δούλοι του αρχηγού του οθωμανικού ιππικού, ενώ τα παιδιά του δόθηκαν στον σουλτάνο. Ο γιος του σφάχτηκε, επειδή αρνήθηκε να τον ακολουθήσει στην κλίνη του, ενώ η κόρη του, όμορφη Θαμάρ, κλείστηκε στο χαρέμι, όπου και πέθανε νωρίς.
                 Σε τέτοιες συνθήκες, ήταν πάρα πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ξέφευγε η Άννα, αν στ’ αλήθεια βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την άλωση. Άλλωστε, δεκαοχτώ μήνες αργότερα, ενώ βρισκόταν στην Ιταλία, δέχτηκε να πληρώσει ένα σεβαστό ποσό για να ελευθερωθούν ο Φραντζής και η γυναίκα του (ο Φραντζής κλείστηκε σε μοναστήρι, όπου έγραψε το  «Χρονικό» της άλωσης).
              Μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη αναφέρει ότι, στην προσπάθειά της να φτάσει στην Ιταλία, η Άννα Νοταρά αιχμαλωτίστηκε και πληρώθηκαν λύτρα για την απελευθέρωσή της. Αν στ’ αλήθεια συνέβη κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι η οικογένειά της ήταν ακόμα σε θέση να διαπραγματευτεί με τους απαγωγείς. Αυτό όμως μπορούσε να γίνει πριν από την άλωση, όταν ακόμα ο Λουκάς Νοταράς ήταν ο πανίσχυρος Μεγάλος Δούκας και πρωθυπουργός. Το γεγονός έρχεται να ενισχύσει την άποψη ότι η «αρραβωνιαστικιά του αυτοκράτορα» εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη έγκαιρα, παίρνοντας μαζί της ό,τι θεωρούσε πολύτιμο και ήταν δυνατό να μεταφερθεί.
                 Από αρκετό καιρό πριν από την άλωση, ο Λουκάς Νοταράς είχε φροντίσει να μεταφέρει μεγάλο μέρος της περιουσία του σε πιστωτικά ιδρύματα της Ιταλίας. Η Άννα την βρήκε να την περιμένει. Και ο καρδινάλιος Βησσαρίων, σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, την πήρε κάτω από την προστασία του. Έχοντας μείνει η μοναδική που επιζούσε από την οικογένειά της, ήταν η τελευταία Μεγάλη Δούκισσα της πρώην Βυζαντινής αυτοκρατορίας. «Αρραβωνιαστικιά του αυτοκράτορα», για τους πολλούς. Για άλλους, «χήρα του αυτοκράτορα». «Ρωμαία και χριστιανή», όπως αναφέρει η ίδια στη διαθήκη της. Φανατική ανθενωτική, σε σημείο που αρνιόταν ακόμα και να μάθει λατινικά και να εκκλησιάζεται σε εκκλησίες των καθολικών, σύμφωνα με όλες τις πηγές. Ανορθόγραφη στα ελληνικά της, κατά κάποιες μαρτυρίες. Η δράση της απέσπασε τον θαυμασμό των Ιταλών, παρ’ όλο που γι’ αυτούς ήταν «αιρετική». Την ανέχονταν.
                 Έγινε η προστάτισσα των Ελλήνων προσφύγων που, κυρίως μετά το 1470, κατά κύματα έφταναν στην Ιταλία. Ανάμεσα σε άλλα, στα 1472 (χρονιά που πέθανε ο προστάτης της, καρδινάλιος Βησσαρίων) ή 1474, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την πολιτεία της Σιένα, στην Τοσκάνη, ζητώντας να της παραχωρηθεί μια εγκαταλειμμένη έκταση με ένα κάστρο στη βαλτώδη Μαρέμα, για να στήσει εκεί ελληνική αποικία. Η κοινότητα θα αριθμούσε γύρω στις εκατό οικογένειες (κυρίως από τη Χιμάρα και τη Μάνη), θα διεπόταν από τους δικούς της νόμους και θα τηρούσε τα δικά της έθιμα, με τον όρο ότι θα ήταν σύμμαχος με τη Σιένα. Παρ’ όλο που οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν αρκετά, τελικά δεν καρποφόρησαν. Από την αλληλογραφία όμως με την ηγεσία της Σιένα, προκύπτουν κάποια διόλου ευκαταφρόνητα στοιχεία:
             Εκπρόσωπος της Άννας στις διαπραγματεύσεις ήταν ο Φραγκούλης Σερβόπουλος, επιφανής Βυζαντινός, σεβαστός στην Ιταλία, ανήκε στο στενό οικογενειακό περιβάλλον των Νοταραίων. Σε γράμμα του προς τις αρχές της Σιένα, αποκαλεί την Άννα «sponsa imperialis», που σημαίνει «μνηστή του αυτοκράτορα».
             Στα 1475, η Άννα εγκαταστάθηκε οριστικά στη Βενετία. Τον επόμενο χρόνο, γνωρίστηκε με τους Κρητικούς Νικόλαο Βλαστό και Ζαχαρία Καλλιέργη. Τη συντροφιά απασχολούσε η διάσωση της ελληνικής γλώσσας. Η Άννα ξόδευε χρήματα για να αγοράσει ελληνικά χειρόγραφα. Και η τυπογραφία διάνυε ήδη την τέταρτη δεκαετία της αφ’ ότου την ανακάλυψε ο Γουτεμβέργιος. Έστησαν τυπογραφείο που εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο σπουδαία της Ιταλίας, εφάμιλλο του σπουδαίου αντίστοιχου της Φλωρεντίας και της «αλδιανής τυπογραφίας» (του Άλδου Μανούτιου) της Βενετίας.
                Η επιχείρηση είχε καθαρά ελληνικό χρώμα, καθώς μόνον Έλληνες εργάζονταν σ’ αυτήν. Το πιο σπουδαίο επίτευγμά της ήταν η έκδοση (το 1499) του λεξικού «Ετυμολογικόν Μέγα κατά αλφάβητον το πάν ωφέλιμον» που προετοιμαζόταν επί έξι ολόκληρα χρόνια. Στο τέλος της έκδοσης, αναφέρονται τα εξής:
               «Το Μέγα Ετυμολογικόν πέρας είληφεν ήδη συν Θεώ εν Ενετία αναλώμασι μεν του ευγενούς και δοκίμου ανδρός κυρίου Nικολάου Bλαστού του Kρητός, παραινέσει δε της λαμπροτάτης κυρίας Άννης Θυγατρός του πανσεβάστου και ενδοξοτάτου κυρίου Λουκά Nοταρά πότε Mεγάλου Δουκός Kωνσταντινουπόλεως, πόνω δε και δεξιότητι Zαχαρίου Kαλλιέργου του Kρητός».
             Το τυπογραφείο έκλεισε στα 1501. Η Άννα Νοταρά πέθανε στα 1507. Άφησε την περιουσία και τα υπάρχοντά της στους Έλληνες της Βενετίας. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του Μαρίνου Σανούτου, στις 14 Μαρτίου 1514, ο Νικόλαος Βλαστός αποδέχτηκε μέρος της περιουσίας και ανέλαβε πληρεξούσιος του συνόλου της, σε εκτέλεση των επιθυμιών της Άννας, όπως αυτές καταγράφονταν στη διαθήκη της.
 
              

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

ΜΑΞΙΜΟΣ ΠΛΑΝΟΥΔΗΣ (1260-1332)

                
 
 
 
 
          Ο λόγιος, φιλόλογος, μαθηματικός και αστρονόμος Μανουήλ Πλανούδης γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας, αλλά σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πλανούδης θεωρείται από τους σπουδαιότερους λογίους της εποχής του και πρόδροµος της αναγέννησης των κλασικών ελληνικών σπουδών στη Δύση. Το 1285, όταν έγινε μοναχός, άλλαξε το όνομά του από Μανουήλ σε Μάξιμος και με αυτό έμεινε γνωστός. Ο Πλανούδης δίδασκε, ήδη από το 1280, στις σχολές της Μονής της Χώρας και της Μονής του Ακαταλήπτου Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.
                   Άγνωστο το πώς έγινε άριστος λατινιστής και μετέφρασε έργα της λατινικής γραμματείας στην ελληνική γλώσσα (Βοήθιος, Κάτων ο Πρεσβύτερος, Οβίδιος, Κικέρων, Ιούλιος Καίσαρ, Ψευδο-Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης κ.ά.). Αρχικά μετέφρασε το De consolatione philosophiae του Βοήθιου και έτσι προλείανε τη σύνδεση μεταξύ του βυζαντινού πολιτισμού και της Δύσης. Ο Μάξιμος Πλανούδης με τις μεταφράσεις του έγινε ο πνευματικός ενδιάμεσος μεταξύ ανατολικού και δυτικού κόσμου.
                 Αρχικά ήταν υποστηρικτής της ένωσης των Εκκλησιών στο πλευρό του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Μετά όμως τον θάνατο του τελευταίου, ο νέος αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ακολούθησε ανθενωτική πολιτική και ο Μάξιμος Πλανούδης άλλαξε κι αυτός παράταξη. Τότε έγραψε το Περί αληθείας και το Κατά Λατίνων συλλογισμοί περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπου χρησιμοποιεί και επεκτείνει τους Συλλογισμούς του πατριάρχη Φωτίου. Μετά τη Σύνοδο της Λυών (1274) επιδόθηκε στη μετάφραση έργων της λατινικής θεολογίας και φιλολογίας. Μέσω αυτών των μεταφράσεων έγινε ο πρώτος Βυζαντινός λόγιος ο οποίος έκανε γνωστή στην Ανατολή τη δυτική λατινική πολιτιστική παράδοση, προωθώντας συνεχώς την επικοινωνία της Ανατολής με τη Δύση. Μετέφρασε τα Αποφθέγματα του Κάτωνος, τις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου, το Ενύπνιον του Σκιπίωνος, τους Γαλατικούς Πολέμους του Ιούλιου Καίσαρα, το Περί Τριάδος του ιερού Αυγουστίνου και άλλα. Σημαντικότερο και πλουσιότερο ήταν το έργο του στα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες, που θα το γνωρίσουμε αναλυτικά παρακάτω.
 
 
                                    Το έργο του και το ινδοαραβικό σύστημα αρίθμησης
              Ο Πλανούδης άφησε ένα πολύ σημαντικό έργο με τα σχόλια και τις συλλογές της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Με την πλούσια συγγραφική του παρουσία και την εργατικότητά του ανέδειξε την ευρύτητα του περιεχομένου της βυζαντινής παιδείας κατά τους παλαιολόγειους χρόνους. Έγραψε επίσης -εκτός από τις μεταφράσεις λατινικών έργων- και θεολογικές πραγματείες, ενώ τα έργα του είναι γεμάτα από ιστορικά και γεωγραφικά αποσπάσματα.
              Ο Πλανούδης ήταν γνωστός στη Δύση για τις συλλογές ή εκδόσεις ιστορικών, γεωγράφων, αστρονόμων, μαθηματικών και άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Kείμενα από αυτά τα έργα του, κατά τους πρώτους χρόνους του Ουμανισμού, χρησιμοποιούνταν για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στη Δύση (A. A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, 1971, σελ. 882).
                   Σχετικά με τα μαθηματικά έγραψε βιβλίο αριθμητικής κατά τη μέθοδο των Ινδών, την Ψηφιφορία κατ' Ινδούς την λεγομένην μεγάλην, όπου για πρώτη φορά στο Βυζάντιο εμφανίζεται το μηδέν (Φ. Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄ Ι, σελ. 61). Ο Πλανούδης στα αριθμητικά έργα του ονομάζει την αφαίρεση «εκβολή», τη διαίρεση «μερισμόν», ενώ την τετραγωνική ρίζα την καλεί «τετραγωνική πλευρά».
                  Όσον αφορά την εξαγωγή της τετραγωνικής ρίζας έδωσε μια -δικής του επινοήσεως- μέθοδο, η οποία παρείχε αποτελέσματα με καλύτερη προσέγγιση. Τη μέθοδο αυτή την περιγράφει ο M. Cantor (Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, 512-513). Ταυτόχρονα γράφει ότι υπάρχει και άλλη μέθοδος, που προέρχεται από μείξη της αντίστοιχης του Θέωνος του Αλεξανδρέως,,της ινδικής και της δικής του: ετέρα μέθοδος μείγμα ούσα της τε ινδικής και του Θέωνος και της ημετέρας.
                 Η σπουδαιότητα όμως του συγκεκριμένου βιβλίου αριθμητικής έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τα εξ Ανατολής ινδοαραβικά ψηφία. Για τη συγγραφή του στηρίχθηκε σε ένα βιβλίο αριθμητικής του 1252 (Αρχή της μεγάλης και ινδικής ψηφιφορίας) που χρησιμοποιούσε τα δυτικά αραβικά ψηφία γκομπάρ.
                 Σημειώνουμε ότι ο Πλανούδης, όπως αναφέρει ο καθηγητής Φαίδων Κουκουλές (Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, 1948, τόμος Α΄, Ι, σελ. 128), καλεί την αριθμητική Ψηφοφορίαν ή Ψηφιφορίαν. Επίσης είναι γνωστά από τον Kώδικα 157 sup. της Αμβροσιανής Βιβλιοθήκης του Μιλάνου τα σχόλια του Πλανούδη στο δεύτερο και στο τρίτο βιβλίο του μαθηματικού Διόφαντου: Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου.
                                               
                                                Αραβικά ψηφία και μηδέν

                   Ο Μάξιμος Πλανούδης, περιγράφοντας το αραβικό αριθμητικό σύστημα και αφού πρώτα παρουσιάζει τους αριθμούς από το ένα έως το εννιά, γράφει για το μηδέν τα εξής: Τιθέασι δε και έτερόν τι σχήμα ο καλούσιν τζίφραν, κατ' Ινδούς σημαίνον ουδέν. Και τα εννέα δε σχήματα και αυτά ινδικά έστι. Η δε τζίφρα γράφεται ούτως: 0.
                     Όσον αφορά το ζήτημα της εισαγωγής των αραβικών ψηφίων στο Βυζάντιο, τόσο ο καθηγητής Μιχαήλ Στεφανίδης (Εισαγωγή εις την Ιστορίαν των Φυσικών Επιστημών, 1938, σελ. 217) όσο και ο M. Cantor (Vorlesungen über Geschichte der Mathematik, 1907, σελ. 511) θεωρούν ότι αυτή γίνεται για πρώτη φορά από τον Πλανούδη. Όμως ο Paul Tannery, όπως αναφέρει ο καθηγητής Δημήτριος Κωτσάκης, υποστηρίζει: Η γνώσις του αραβικού συστήματος θα έπρεπε να έχη εξαπλωθεί μεταξύ των Ελλήνων πάρα πολύ χρόνον προτού ο Πλανούδης δημοσιεύση (περί το 1303) τα μαθήματά του. Εν τούτοις, τον 12ον αιώνα, το σύστημα τούτο δεν ήτο ακόμη εις ευρείαν χρήσιν (Δ. Κωτσάκη, Αι επιστήμαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας του Βυζαντίου, 1956, σελ. 10).
                    Ο Αυστριακός καθηγητής Ηerbert Hunger για το ίδιο θέμα τονίζει: Αυτό το σύστημα ψηφίων απαντάται στο Βυζάντιο ήδη στον περίφημο κώδικα του Ευκλείδη του έτους 888 και κατόπιν π.χ. στον μοναχό Νεόφυτο (προγενέστερος του Πλανούδη)... Ο Νεόφυτος γνώριζε το σύμβολο του μηδενός... (Ηerbert Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1991, σελ. 49). Σημειώνει ωστόσο ότι το μηδέν δεν χρησιμοποιούνταν όπως σήμερα ώστε να δείχνει την τάξη μεγέθους του αριθμού. Αυτό το κάνει ο Πλανούδης για να γίνει εφικτή η παράσταση οσωνδήποτε μεγάλων μεγεθών, τα οποία είναι τόσο απαραίτητα στην αστρονομία.
                  Πάντως, όπως και αν έγινε, η χρήση των εύχρηστων ινδοαραβικών αριθμητικών ψηφίων βοήθησε πάρα πολύ την ανάπτυξη και την εξέλιξη της επιστήμης των αριθμών, αφού παραμερίστηκαν τα πολύπλοκα και δύσχρηστα ελληνικά και λατινικά συστήματα αρίθμησης.
               Σημειώνουμε ότι η αλληλογραφία του Μάξιμου Πλανούδη με τον σπουδαίο μαθηματικό και αστρονόμο Μανουήλ Βρυέννιο ανέδειξε την ευρύτητα των αστρονομικών του γνώσεων. Μάλιστα, από τον Μανουήλ Βρυέννιο ζήτησε να του στείλει έναν κώδικα του Διόφαντου για αντιπαραβολή, επειδή προετοίμαζε τα Σχόλια αριθμητικής Διοφάντου, του Πλανούδη κυρού Μαξίμου, όπως τιτλοφόρησε το σχετικό βιβλίο του (H. Hunger, Βυζαντινή λογοτεχνία, 1992, τόμος Β΄, 50).
                                 
                                    Ο Μάξιμος Πλανούδης και η γεωγραφία
                   Iδιαιτέρως έντονο υπήρξε το ενδιαφέρον του Μάξιμου Πλανούδη για τη γεωγραφία. Μετά από αίτημα του αυτοκράτορα Aνδρόνικου B΄ Παλαιολόγου προς τον πρώην πατριάρχη Aλεξανδρείας Aθανάσιο, ο οποίος ζούσε στην Kωνσταντινούπολη, ο Μάξιμος Πλανούδης δημιούργησε ένα ακριβές αντίγραφο της Γεωγραφικής Υφηγήσεως του Κλαύδιου Πτολεµαίου με τίτλο: Ιστορική και γεωγραφική Συναγωγή ή Συναγωγή εκλεγείσα υπό διαφόρων βιβλίων, συμπεριλαβαίνοντας σε αυτό χάρτες. Το πλούσια εικονογραφημένο ελληνικό αντίγραφο χειρόγραφο κατέληξε στο Βατικανό το 1657.
                 Το συγκεκριμένο έργο θεωρείται κορυφαίο στην ιστορία της χαρτογραφίας. Ο ίδιος συγκέντρωσε επίσης χειρόγραφα του Στράβωνος τα οποία συντήρησε και αποκατέστησε.
                 Τέλος, ο Μάξιμος Πλανούδης έγραψε τα: Σχόλια εις Θεόκριτον και Ερμογένην, Ανθολογία διαφόρων επιγραφών, Παροιμίαι δημώδεις, Περί συντάξεως, και ένα μεγάλο πλήθος επιστολών προς διάφορους εκκλησιαστικούς και πολιτικούς άρχοντες.


Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

BYZANTINH ΑΘΗΝΑ --- Αγία Αικατερίνη Πλάκας

 
 

 
           Βρίσκεται στην Πλάκα, μεταξύ των οδών Χαιρεφώντος, Λυσικράτους, Γαλανού και Γκούρα, και έχει χτιστεί επάνω σε ερείπια αρχαίου Ιερού της Άρτεμης.
           Ανήκε, όπως και η γειτονική της εκκλησία της Μεταμόρφωσης (Σώτειρα του Κοτάκη), στον τύπο του απλού τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυροειδούς βυζαντινού ρυθμού, και υπέστη την ίδια τύχη.
           Η στέγαση του κεντρικού τμήματος, πριν την επισκευή του, εξωτερικά και εσωτερικά σχημάτιζε σταυρό. Τον ναό περιέτρεχε οδοντωτή ταινία από τούβλα. Το Ιερό Βήμα, στην ανατολική του πλευρά καταλήγει και εδώ σε τρεις πλινθοπερίβλητες αψίδες, από τις όποιες η μεσαία έχει τρία συνεχόμενα μονόλοβα αψιδωτά πλινθοπερίβλητα παράθυρα, ενώ οι άλλες δύο από ένα μονόλοβο. Η μαρμάρινη "Αγία Τράπεζα στηρίζεται σε ενεπίγραφο κομμάτι στύλου της κλασικής εποχής.
           Η ανέγερση της τοποθετείται στο δεύτερο τέταρτο του 11ου αιώνα (1025-1050).  Το 1839, εξαιτίας των πολεμικών γεγονότων της Επανάστασης του 1821, ήταν και αύτη μισοερειπωμένη, επισκευάστηκε όμως για τις ανάγκες του εκκλησιάσματος, έγιναν προσθήκες στη βόρεια, νότια και δυτική πλευρά, οπότε χρειάστηκε, για την επικοινωνία των πιστών, να ανοιχθούν και δίοδοι στους τοίχους. Το 1927 επισκευάστηκε και ο τρούλος, ο όποιος όμως έγινε κατά τι ψηλότερος. Σήμερα η εκκλησία είναι τρισυπόστατη, με το δεξιό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον άγιο Αντώνιο και το αριστερό στην αγία Σοφία και τις τρεις θυγατέρες της.
          Παλαιότερα ο ναός ήταν αφιερωμένος στους αγίους Θεοδώρους. Όμως, στις 19 Φεβρουαρίου 1767, επειδή η εκκλησία ήταν σχεδόν μισοερειπωμένη, ο μητροπολίτης Αθηνών Βαρθολομαίος, με τη μεσολάβηση του Σιναΐτη πρωτοσυγκέλλου Ιωνά και με τη συγκατάθεση των προυχόντων, την χάρισε στο μοναστήρι της Άγιας Αικατερίνης του Όρους Σινά, ως Μετόχι, προκειμένου να μένουν σ' αυτό όσοι Σιναΐτες πατέρες έρχονταν στην Αθήνα. Ο Ιωνάς επισκεύασε την εκκλησία, και στα εγκαίνια που τέλεσε ο παραπάνω μητροπολίτης, αφιερώθηκε στην προστάτιδα του Σινά Αγία Αικατερίνη. Ανάμνηση του γεγονότος ότι παλαιότερα ήταν αφιερωμένος στους Αγίους Θεοδώρους αποτελεί η ασημένια εικόνα, που βρίσκεται στο τέμπλο, δίπλα (αριστερά) από αυτή της Αγίας. Οι Σιναΐτες με τον καιρό αγόρασαν και παρακείμενες εκτάσεις, συνολικής έκτασης 4 περίπου στρεμμάτων. Αυτοί φύτεψαν και τους φοίνικες, που υπάρχουν ακόμα στο προαύλιο της εκκλησίας. Το 1889 ο αρχιεπίσκοπος Σιναίου Πορφύριος Α' δέχτηκε σχετικό αίτημα των ενοριτών και πούλησε στη μητρόπολη Αθηνών το Μετόχι περίπου στο μισό της αξίας του, και το αντικατέστησε με άλλο. Αξιόλογες είναι οι φορητές εικόνες που προσκυνούνται στον ναό: του Ιωάννου του Προδρόμου (έργο της Κρητικής Σχολής του 15ου αι.), της αγίας Αικατερίνης στο δεξιό μαρμάρινο προσκυνητάρι (λαϊκότροπο έργο του 17ου αι.), η ένθρονη Θεοτόκος στο αριστερό μαρμάρινο εικονοστάσι, και ο άγιος Σπυρίδων (έργο της Επτανησιακής Σχολής του 18ου αι.).

              Στην εκκλησία εκκλησιαζόταν μετεπαναστατικά ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο οποίος έμενε εκεί κοντά (στη γωνία των οδών Μακρυγιάννη και Διάκου), είχε μάλιστα στην Άγια Αικατερίνη τοποθετήσει και τρεις εικόνες που προόριζε για την ιδιόκτητη εκκλησία της Αγίας Τριάδας της Χρυσοσπηλιώτισσας, που σχεδίαζε να χτίσει στο περιβόλι του σπιτιού του. Στην εκκλησία της αγίας Αικατερίνης, ακόμα, εφημέρευσε ο Μάρκος Τσακτάνης (1883-1924), ο οποίος ίδρυσε το πρώτο Κατηχητικό Σχολείο στην Εκκλησία της Ελλάδος, και διακόνησε ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.

           Στη εκκλησία φυλάσσονται, τέλος, ιερά λείψανα που έφεραν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία. Ως το 1839, πιθανόν, σωζόταν και παλαιά εικόνα με τον βίο της Αγίας Αικατερίνης.

            Στο δυτικό προαύλιο στη ρωμαϊκή εποχή λειτουργούσαν λουτρά. Στην άκρη του σώζονται αρχαίοι κίονες και επιστύλιο.
 
                                                   ΠΗΓΗ---  ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ


Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Άγιος Νικόλαος Ραγκαβά- Βυζαντινή Aθήνα

 
 
 
 
              Ο ναός του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά βρίσκεται βορειοανατολικά της Ακρόπολης, επί της οδού Πρυτανείου, στην περιοχή Αναφιώτικα, στην Πλάκα. Ο ναός κυριολεκτικά στηρίζεται στους πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης και αγναντεύει το λόφο του Λυκαβηττού. Θεωρείται ένα από τα πιο αξιόλογα βυζαντινά μνημεία της πόλης των Αθηνών, καθώς και το κέντρο της γειτονιάς που αναπτύχθηκε γύρω από τον ναό. Εξάλλου η κοντινή προς αυτόν είσοδος του αμυντικού τείχους έχει λάβει το όνομα «η Πύλη του Ραγκαβά».
                Ο ναός χρονολογείται στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα και αρχικά ήταν ιδιωτικός στη συνέχεια, όμως, έγινε και παραμένει μέχρι τις μέρες μας ενοριακός ναός. Ανηγέρθη από την αυτοκρατορική οικογένεια του Μιχαήλ Ραγκαβά Α΄, σπουδαία βυζαντινή οικογένεια στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη, από την οποία πήρε και το όνομα του ο ναός.
Τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του ναού επιβεβαιώνουν την κατασκευή του περί το 1.040-1.050 μ.Χ., καθώς ομοιάζουν με αυτά αρκετών εκκλησιών της περιόδου αυτής. Τον 19ο αιώνα πραγματοποιήθηκε η δυτική επέκταση του ναού, με την προσθήκη νάρθηκα και κωδωνοστασίου, που αλλοίωσε την αρχική μορφή του μνημείου. Ο ναός απέκτησε τη σημερινή του μορφή μετά από εργασίες συντήρησης που έλαβαν χώρα το 1979-1980, κατά τις οποίες αποκαλύφθηκαν αρκετά στοιχεία, όπως ο τρούλος, η οροφή και η βόρεια πλευρά.
                Φημίζεται ότι στο ναό του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά τοποθετήθηκε η πρώτη καμπάνα, που απέκτησε ναός των Αθηνών μετά την Απελευθέρωση της Ελλάδος, η οποία και μόνη σήμανε το Πάσχα το 1833.
            
             Ο ναός χαρακτηρίζεται για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του δόμηση. Στη βορειοανατολική πλευρά δύναται κανείς να εντοπίσει τη μεσοβυζαντινή διαρρύθμιση των προσόψεων και των περιθωρίων. Η τοιχοποιία ακολουθεί τον τύπο cloisonne, δηλαδή έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένες πέτρες με τέσσερις πλευρές, περιστοιχισμένες από τούβλα (πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία).
            Επιπλέον χαρακτηρίζεται από κουφικό κεραμοπλαστικό διάκοσμο, δηλαδή τη χρήση διακοσμητικών στοιχείων που μιμούνται την αραβική γραφή στην οποία γράφτηκε πρώτη φορά το Κοράνι στην πόλη Κούφα του σημερινού Ιράκ. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν αρκετά αρχαία αρχιτεκτονικά υλικά, με ιδιαίτερο στοιχείο τη διπλή σειρά με γεισίπους γύρω από το εξωτερικό τμήμα του ναού.
              Ο τρούλος επίσης είναι χαρακτηριστικός της περιόδου. Πρόκειται για μικρό, οκταγωνικό τρούλο, αθηναϊκού τύπου. Ο ναός εν γένει είναι τετρακίονος, σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο και ομοιάζει με αυτόν των Αγίων Ασωμάτων στο Θησείο και το ναό της Μεταμορφώσεως στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης. Πολύ αργότερα προστέθηκε το παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής στη βόρεια πλευρά.
            Σήμερα ο επισκέπτης του ναού δύναται να θαυμάσει το υπέροχο αυτό βυζαντινό μνημείο της Αθήνας, να ατενίσει την πόλη και να απολαύσει τον περίπατό του γύρω από το ναό, στα στενά σοκάκια, που ταξιδεύουν τον περιπατητή σε αλλοτινές εποχές...
 
 
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη Υλικού των Ιστοχώρων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων


H βυζαντινή Σύγκλητος

          
 
            
                 Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία (330-1453) υπήρξε μία από τις πλέον μακραίωνες κρατικές δομές στην  ιστορία της ανθρωπότητας επιβιώνοντας χάρη στον πολιτισμό που είχε αναπτύξει. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του το Βυζάντιο στηρίχθηκε σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας στο οποίο ο αυτοκράτορας είχε τον πλήρη έλεγχο. Ήταν ένα σύστημα πανίσχυρης πολιτικής διακυβέρνησης το οποίο μέχρι και τις αρχές του 11ου αιώνα ενεργούσε σε έναν ενοποιημένο πολιτισμικά χώρο, με δημογραφική επάρκεια, ανεπτυγμένη οικονομία, υψηλού βαθμού κοινωνική και πολιτική οργάνωση και πολλούς εγγράμματους ανθρώπους .

               Ο όρος «Σύγκλητος» (επίσης Βουλή, Γερουσία) στη βυζαντινή ιστορία έχει δύο διακριτές σημασίες και μπορεί να δηλώνει:
α) την ανώτερη θεσμικά διακεκριμένη τάξη (λατ. οrdo) στο Βυζάντιο, η οποία αποτελείται από άτομα που κατέχουν συγκεκριμένους τιμητικούς τίτλους ή αξιώματα.
β) ένα συγκροτημένο σώμα, μία Βουλή, στην οποία έχουν δικαίωμα συμμετοχής τα μέλη της συγκλητικής τάξης, στο σύνολό τους ή εν μέρει. Ο ρόλος του σώματος αυτού είναι άλλοτε εθιμοτυπικός και άλλοτε ουσιαστικός. Στη δεύτερη περίπτωση η Σύγκλητος μπορεί να χαρακτηριστεί και πολιτειακό όργανο.
            Αναφορές στη Σύγκλητο με την πρώτη σημασία της έχουμε καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής ιστορίας. Αντίθετα, είναι αμφίβολο αν η Σύγκλητος ως συγκροτημένο σώμα συνέχισε να υπάρχει κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο.
 
               Η σύγκλητος, ως θεσμός κληρονομημένος από το Ρωμαϊκό παρελθόν, αποτελούσε το συμβούλιο του αυτοκράτορα. Ενώ τους πρώτους δυο αιώνες του βυζαντινού κράτους η σύγκλητος έχει δικαστική και διοικητική εξουσία στην πόλη, σταδιακά οι αρμοδιότητες της προωθούνται στην περιφέρεια.Με τον καιρό η σύγκλητος  και οι συγκλητικοί έχασαν την ισχύ τους και ο όρος αποτελούσε περισσότερο τίτλο παρά αξίωμα ενώ ο ρόλος τους στο παλάτι έγινε άτυπα συμβουλευτικός.
               Κατά την περίοδο του 11ου αιώνα το «μόρφωμα» της συγκλήτου διευρύνθηκε αριθμητικά αφού άρχισαν να γίνονται μέλη του και άτομα από την ανερχόμενη αστική τάξη, εκφυλίζοντας έτσι περεταίρω τον θεσμό. Τέλος από την εποχή του Αλεξίου Ά του Κομνηνού(1081-1118), η αριστοκρατική ιεραρχία οριζόταν από τον βαθμό συγγένειας με τον αυτοκράτορα, και έτσι οι παλιοί τίτλοι σταμάτησαν πια να απονέμονται.

              Στις πηγές αναφέρονται δύο κτηριακά συγκροτήματα, τα Σενάτα ή Σινάτα, στα οποία θεωρείται ότι συνεδρίαζε η Σύγκλητος τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα. Το ένα, το πιο γνωστό, βρισκόταν στο Αυγουσταίον, τη μεγάλη κεντρική πλατεία ανάμεσα στο Ιερόν Παλάτιον και την Αγία Σοφία, ενώ το άλλο βρισκόταν στο Φόρο του Κωνσταντίνου, λίγο δυτικότερα.
              Από περιγραφές είναι γνωστό ότι τα συγκροτήματα αυτά περιλάμβαναν βασιλικές και στοές, ενώ ήταν διακοσμημένα με πληθώρα αγαλμάτων, τόσο αρχαίων, τα οποία είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη από άλλες περιοχές, όσο και σύγχρονων τα οποία παρίσταναν προσωπικότητες που επιθυμούσε να τιμήσει η Σύγκλητος. Σήμερα δε σώζονται ίχνη των συγκροτημάτων αυτών. Και τα δύο κάηκαν και ανοικοδομήθηκαν κατ’ επανάληψη, ενώ φαίνεται πως με κάποια μορφή, έστω αλλοιωμένη, υπήρχαν ακόμη το 10ο αιώνα. Ωστόσο από την εποχή του Ιουστινιανού Α΄, το αργότερο, οι συνεδριάσεις της Συγκλήτου, αν μπορούν πλέον να χαρακτηριστούν τέτοιες, πραγματοποιούνταν στο παλάτι.