Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού

 
 
 
Δυο διηγήσεις για το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και τόσο το ίδιο αληθινές.
 
          Στις 15 Αυγούστου 1118 πεθαίνει ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος Α΄ Κομνηνός, ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, που κατόρθωσε να αναστείλει την παρακμή του 11ου αιώνα και να οδηγήσει την αυτοκρατορία σε σταθερότητα παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον.
          Ο θάνατος του από βαριά αρρώστια ήταν τραγικός. Η ποδάγρα και η ραγδαία επιδείνωση της σε συνδυασμό με την κόπωση δεκαετιών οδήγησαν τον Αλέξιο Κομνηνό στον θάνατο. Ήδη το 1116 είχε επιδεινωθεί τόσο πολύ ώστε ο Αλέξιος δεν μπορούσε να περπατήσει. Ενάμιση χρόνο μετά τα πρώτα συμπτώματα, σύμφωνα με τον προσωπικό γιατρό του αυτοκράτορα, Νικόλαο Καλλικλή, είχε αρχίσει η μετάσταση. Η επιδείνωση ήταν ραγδαία σε βαθμό που ο Αλέξιος υποχρεωνόταν να παραμένει συνέχεια καθιστός. Φλεγμονές, οιδήματα και διάρροιες ταλαιπώρησαν τον αυτοκράτορα προκαλώντας του περιπλοκές και φριχτούς πόνους, έως ότου εξέπνευσε στις 15 Αυγούστου 1118.
          Ακολουθούν δυο διηγήσεις για το θάνατό του: στην πρώτη, η κόρη του Αννα Κομνηνή, που τον υπεραγαπούσε και τον θαύμαζε, περιγραφεί στην <<Αλεξιάδα>>,συντετριμμένη, τις τελευταίες του στιγμές. Στο δεύτερο απόσπασμα ο Ιωάννης Ζωναράς στηλιτεύει τη συνομωσία που εξυφαίνονταν στο παλάτι από την Άννα και την μητέρα της, για να μην ανεβεί στο θρόνο ο διάδοχος Ιωάννης αλλά ο  σύζυγος της Άννας, Νικηφόρος Βρυέννιος.Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τις παρατηρήσεις του τις έγραψε μετά το θάνατο του Αλέξιου, όταν είχε απολυθεί από το αξίωμα και πιθανότατα ήταν βαθιά χολωμένος.
         Τελικά το σχέδιο τους απέτυχε. Ο Ιωάννης πήγε μυστικά στο μοναστήρι των Μαγγάνων,όπου βρισκόταν ο πατέρας του και πήρε το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι από το χέρι του λίγες ώρες πριν πεθάνει.
         Τα δυο αποσπάσματα φαίνονται αντίθετα το ένα προς το άλλο. Κι όμως και τα δυο έχουν βάση αλήθειας. Για να κατανοήσουμε κάποιες καταστάσεις, πρέπει να υπεισέλθουμε στη ψυχολογία των ηρώων της εποχής, να γνωρίσουμε την ιδεολογία τους έτσι όπως προσδιορίζεται από το ρόλο τους μέσα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Ο κόσμος του Βυζαντίου είναι ένας κόσμος των αντιθέσεων, του μεγαλείου αλλά και της παρακμής, θαυμαστός αλλά και παράξενος, γι΄ αυτό και συναρπαστικός.
         Ο Αλέξιος βέβαια τελικά ετάφη στη Μονή Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη με τις τιμές που του άρμοζαν.
 
Τι γράφει η Άννα Κομνηνή στην <<Αλεξιάδα>>
<<Άφησα το χέρι του αυτοκράτορα και στράφηκα προς τη βασίλισσα. Και πάλι του έπιασα τον καρπό… ασφυξία. Εκείνη με σκουντούσε συνεχώς θέλοντας να μάθει πως ήταν ο σφυγμός του. Τον άγγιξα πάλι, κατάλαβα ότι κάθε δύναμη ζωής είχε χαθεί κι ο σφυγμός είχε σβήσει εντελώς. Έσκυψα τότε το κεφάλι, χωρίς μιλιά, παγωμένη σαν σε όνειρο, και, σκεπάζοντας με τα δυο μου χέρια τα μάτια μου, τραβήχτηκα πίσω κι άρχισα να θρηνώ.
Κι εκείνη κατάλαβε αμέσως και γέμισε τον αέρα με την κραυγή της. Αλλά πώς να παραστήσω το πένθος που κυρίευσε όλη την οικουμένη, πώς να θρηνήσω για το δικό μου πόνο; Απόθεσε η βασίλισσα τη βασιλική καλύπτρα κι έπειτα πήρε ένα ξυράφι κι έκοψε σύρριζα τα μαλλιά της. Πέταξε από τα πόδια της τα ερυθρά σανδάλια και ζήτησε να της φέρουν τα συνήθη μαύρα. Ακόμα και το πεορφυρό της ένδυμα ήθελε ν΄ αλλάξει, μα δεν είχε πρόχειρο κανένα μαύρο. Η Τρίτη σδελφή μου, που είχε δοκιμάσει την πίκρα της χηρείας, της έδωσε ένα μαύρο, το φόρεσε η βασίλισσα και σκέπασε το κεφάλι της με μια απλή μαύρη μαντίλα.
Ο βασιλιάς είχε παραδώσει στο Θεό την άγια ψυχή του και για μένα βασίλεψε ο ήλιος… όσοι δεν είχαν χάσει τη φωνή τους από τον πόνο, θρηνούσαν… Όσο για μένα, ακόμα και τώρα αμφιβάλλω αν βρίσκομαι στη ζωή, αν στ΄ αλήθεια γράφω και μνημονεύω το θάνατο του  αυτοκράτορα κι αγγίζω τα μάτια μου για να βεβαιωθώ πως δεν είναι όνειρο, όσα τώρα διηγούμαι. Μα κι όνειρο να  μην είναι, είναι παραίσθηση, μπορεί να ΄χω τρελαθεί και μου συμβαίνουν πράγματα τερατώδη κι αλλόκοτα. Πώς αφού χάθηκε εκείνος, εγώ βρίσκομαι στη ζωή; Πώς δεν παρέδωσα μαζί με αυτόν την ψυχή μου, πώς δεν έπεσα από ψηλά να σκοτωθώ; Μα όπως λέει ο τραγικός ποιητής << Δεν υπάρχει πόνος και θεόσταλτη συμφορά, που δε θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος της>> ( Ευριπίδου, Ορέστης) .
Για αυτό ο Θεός έστειλε σε μένα τις μεγαλύτερες συμφορές: έχασα έναν τέτοιο φωστήρα της οικουμένης, το Μέγα Αλέξιο. Έσβησε ύστερα το πιο μεγάλο λυχνάρι ή μάλλον η σελήνη η πάμφωτη, η Ειρήνη η βασίλισσα. Κι όμως ζω κι αναπνέω…

Τι γράφει ο Ιωάννης Ζωναράς, χρονογράφος, νομικός και θεολόγος για το θάνατο του μεγάλου Κομνηνού:
 
Ο νόμιμος κληρονόμος του αυτοκράτορα,
ο Ιωάννης, έμεινε κλειδαραμπαρωμένος στο
Ιερόν Παλάτιον με την σφραγίδα της εξουσίας,
και η πρωτότοκη Άννα, η καισάρισσα, ωρύονταν,
και η θεοσεβούμενη Ειρήνη Δούκαινα η Αυγούστα,καταριόταν,
και άπλυτος ο Αλέξιος ο Πρώτος ο Κομνηνός,
παρατημένος Δεκαπενταύγουστο στο ανάκτορο του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων,
σ΄ένα δωμάτιο στον πέμπτο όροφο, ούτε τον νεκροστόλισαν
ούτε τον έψαλαν, όπως του άξιζε, μ΄ένα σκουφάκι μόνον κόκκινο στην κεφαλή,
έξελθε, βασιλεύ, ο Βασιλεύς των βασιλέων,
ο Άρχων του κόσμου σε καλεί,
ο Άρχων των αρχόντων, μάταιε, σε αναμένει.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Ιερά λείψανα και εκκλησίες της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη





          Το μαφόριο της Θεοτόκου αποτελούσε το ιερότερο θεομητορικό λείψανο το οποίο βρισκόταν στην Πόλη και τη μοναδική <<απτή>> παρουσία της στη  Βασιλεύουσα. Το ένδυμα είχε βρεθεί στην Παλαιστίνη από δύο αυλικούς αξιωματούχους, οι οποίοι το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, όπου με ανάλογη τιμή το υποδέχτηκε ο αυτοκράτορας Λέων ο Α΄ (457-474). Το κειμήλιο τοποθετήθηκε σε ειδική λειψανοθήκη, την αγία σορό, η οποία με τη σειρά της αποτέθηκε σε παρεκκλήσι, στις Βλαχέρνες. Εκεί λίγο νωρίτερα, είχε ιδρυθεί από την αυτοκράτειρα Βερίνα, ναός αφιερωμένος στη Θεοτόκο, που ανάδείκνυε τη λειτουργία αγιάσματος στο οποίο κατέφευγαν οι πιστοί για να θεραπευτούν. Στα τέλη του 5ου αιώνα οι Βλαχέρνες είχαν ήδη αποκτήσει προσκυνηματικό χαρακτήρα, που αργότερα θα συνδυαστεί με εβδομαδιαίες λιτανείες και αγρυπνίες. Μια από τις θεομητορικές εικόνες θα ηγείται των αυτοκρατορικών εκστρατειών και η εκκλησία θα καταστεί το σημαντικότερο αυτοκρατορικό προσκύνημα στην Πόλη.
        Μια δεύτερη εκκλησία της Θεοτόκου που ιδρύθηκε πάλι από τη Βερίνα στις τελευταίες δεκαετίες του 5ου αιώνα θα στεγάσει κι αυτή ένα λείψανο της Θεοτόκου. Πρόκειται για τα Χαλκοπρατεία (περιοχή με εργαστήρια σιδηρουργικής) που βρίσκονταν στο κέντρο της Πόλης και αποτελούσαν συνήθη σταθμό στις διαδρομές του αυτοκράτορα μέσα στην πόλη. Στην εκκλησία αυτή παραδόσεις που χρονολογούνται από το 8ο αιώνα τοποθετούν την << αγία σορό>> που περιείχε τη ζώνη της Θεοτόκου, ένα κειμήλιο για την προέλευση  του οποίου τίποτε δεν είναι γνωστό. Ο ναός των Χαλκοπρατείων στέγαζε κι ένα δεύτερο κειμήλιο, την εικόνα της Θεοτόκου που  επέστρεψε από τη Ρώμη στην Πόλη με θαυματουργό τρόπο, μετά τη λήξη της εικονομαχίας και την αποκατάσταση των εικόνων.
           Στην περιοχή ανάμεσα στην Αγία Σοφία και στη θάλασσα, κοντά στο αυτοκρατορικό παλάτι  τοποθετείται η εκκλησία της Θεοτόκου των Οδηγών, χτισμένη στα τέλη του 8ου αιώνα, και συνδέεται με την ύπαρξη ιαματικού αγιάσματος. Κείμενα του 14ου αιώνα αναφέρουν την ύπαρξη σειράς κειμηλίων, όπως την άτρακτο με την οποία έγνεθε το κόκκινο μαλλί η Παναγιά κατά τον Ευαγγελισμό ή σταγόνες από το γάλο του θηλασμού του Ιησού. Όμως το πιο σημαντικό κειμήλιο του ναού ήταν η εικόνα της Παναγιάς της Οδηγήτριας που κάθε Τρίτη περιερχόταν τους δρόμους της Θεοφύλαχτης στηριγμένη στους ώμους των θεραπόντων της.
          Η τέταρτη από τις πιο σημαντικές θεομητορικές εκκλησίες ήταν η Παναγία των Πηγής, που είχε ιδρυθεί κατά τον 6ο αιώνα από τον Ιουστινιανό. Και αυτή η εκκλησία στέγαζε αγιάσμα. Βρισκόταν στο νοτιοδυτικό άκρο των χερσαίων τειχών της Πολης και  αποτελούσε μαζί με την Παναγία των Βλαχερνών (βορειοανατολικό άκρο) μια νοητή ζώνη προστασίας της Κωνσταντινούπολη από την Παναγία.
         Από τα ιερά κειμήλια της Παναγιάς δε σώθηκαν βέβαια ούτε το μαφόριο ούτε η ζώνη της Θεοτόκου και η εικόνα των Οδηγών η οποία καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά την άλωση. Τα χαλκοπρατεία και οι Οδηγοί δεν υπάρχουν ούτε ως αρχαιολογικοί χώροι, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από τους Θεομητορικούς ναούς.
          Ωστόσο η  Παναγιά είναι παρούσα στην Πόλη της παρά την αλλαγή των καιρών: στη Παναγία των Βλαχερνών και στη Θεοτόκο της Πηγής για να επιβεβαιωθεί έτσι και ο Προκόπιος που είχε γράψει  για <<τα ακαταγώνιστα φυλακτήρια της Πόλης>>.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Τα πεντακόσια (;) ονόματα της Παναγιάς

 
 
 
            Ξεπερνούν στην Ορθοδοξία τα 500, τα επίθετα που έχουν αποδοθεί στην Παναγία. Ο κάθε ερευνητής όλο και νομίζει ότι ολοκλήρωσε τον κατάλογο και όλο κάποιο νέο και άγνωστο ως τα τώρα προκύπτει. Τόση είναι η αγάπη, η γόνιμη σκέψη και η εφευρετικότητα, όχι μόνο των καλλιτεχνών και των λογίων, αλλά και του απλού πιστού λαού, που γεννά συνεχώς και νέα επίθετα στην Παναγία, που μπορούν να χωριστούν σε οκτώ κατηγορίες.
            1. Από την παράσταση της Παναγίας στην εικόνα: Τέτοια επίθετα είναι η Βρεφοκρατούσα, η Γλυκοφιλούσα, η Γαλακτοτροφούσα, η Πλατυτέρα των Ουρανών, η Οδηγήτρια και άλλα. Είναι ακόμη το επίθετο Δεξιοκρατούσα ή Δεξιά, όταν κρατάει τον Χριστό στο δεξί της χέρι και όχι προς το μέρος της καρδιάς της. Ακόμη, Μεγαλομάτα, όταν έχει μεγάλα μάτια. Υπάρχουν και ονόματα που συνδυάζονται με μιαν ιερή ιστορία. Λ.χ. το όνομα της Εικόνας «Αξιον Εστίν», που είναι θησαυρισμένη στο Ναό του Πρωτάτου, στις Καρυές του Αγίου Ορους, πήρε το όνομα από το θαύμα που επιτελέσθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, μπροστά της, όταν βρισκόταν σε κελί του Αγίου Ορους. Κατά την παράδοση, ο Αρχάγγελος έψαλε το γνωστό ύμνο «Αξιον εστίν…» σε πλάκα και έγινε άφαντος. Επίσης, το επίθετο Τριχερούσα το πήρε η εικόνα της Παναγίας από το ότι υπάρχει σε αυτήν ένα τρίτο χέρι, που συμβολίζει το θαύμα που συνέβη στον υμνητή και δογματίσαντα για την Παναγία, Αγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Το δεξί χέρι τού το έκοψαν Μουσουλμάνοι και θαυματουργικά αποκαταστάθηκε.Η Παναγία η Εσφαγμένη ονομάστηκε έτσι γιατί κατά την παράδοση μοναχός θύμωσε μαζί της και με μαχαίρι χτύπησε την εικόνα της Παναγίας στο πρόσωπο. Τότε από την εικόνα άρχισε να τρέχει αίμα, ενώ ο μοναχός τυφλώθηκε και έκανε ως τρελός. Ο μοναχός ζήτησε συγγνώμη και συγχωρήθηκε, αλλά το χέρι που χτύπησε την Παναγία τιμωρήθηκε, αφού έμεινε άλιωτο μετά το θάνατο του μοναχού. Υπάρχει ακόμη η Παναγία η Πυροβοληθείσα, στη Μονή Βατοπεδίου, αφού την εικόνα της τη χτύπησαν με όπλο Τούρκοι.
            2. Από τον τόπο Της: Ετσι υπάρχει η Παναγία η Αθηνιώτισσα, η Καστριώτισσα, η Κάμπου, η Πυργιανή, η Εγκλειστριανή (από τη μονή του Οσίου Νεοφύτου του Εγκλείστου), η Σπηλιανή, η Μεγαλοσπηλαιώτισσα (του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων), η Τουρλιανή, η Θαλασσινή, η Καλαμού, η Καμινιώτισσα, η Βλαχερνίτισσα, η Ολυμπιώτισσα, η Σουμελιώτισσα, η Πλατανιώτισσα, η Καταπολιανή, η Χοζοβιώτισσα (από τη μονή Χοζεβά των Αγίων Τόπων), η Παμμακάριστος (από μονή της Κωνσταντινούπολης), η Αγία Σιών, η Εικοσιφοίνισσα, η Ελωνα, η Τροοδίτισσα, η Κυκκώτισσα, η Μαλεβή (από το όρος Πάρνων, που λέγεται και Μαλεβός) η Πουρσιώτισσα, η Βλοχαιτισσα,η Λιγοβιτσιάνα , Αμπελακιώτισσα,η Μεγαλοχωρίτισσα, η Μυρτιώτισσα(Μυρτιά Ακαρνανίας) η Μυρτιδιώτισσα,(Κυθήρων),.
         3. Από την τεχνοτροπία του ναού Της: Τέτοια επίθετα είναι η Θολοσκέπαστη, η Μολυβδοσκέπαστη, η Πελεκητή, η Κρεμαστή, η Μαρμαριώτισσα ,Εκατονταπυλλιανη.
          4. Από το όνομα του κτήτορα του ναού ή της μονής Της: Τέτοια επίθετα είναι Παναγία η Παχειά, η Γλυκειά (από το επίθετο γλυκύς), η Περλιγκού, η Λυκοδήμου, η Κοροβιλιά
          5. Από το μήνα που εορτάζεται η Παναγία: Σοτομπριανή, Βρεχούσα, Αυγουστιανή και Δεκαπεντούσα, Τριτιανή, Μεσοσπορίτισσα, Βροντού, Ακαθή (από τον Ακάθιστο Υμνο).
           6. Από τα θαύματα της Παναγίας: Γοργοϋπήκοος, Ελεούσα, Ελεήστρα, Γιάτρισσα, Θεραπεία, Γαιματούσα (σταματά την αιμορραγία), Υγεία, Υπακοή, Ψυχοσώστρα, Παραμυθία, Παρηγορήτρα, Παυσολύπη, Φανερωμένη, Μυροβλύτισσα.
          7.Εγκωμιαστικά από την έξαρση της αγάπης των πιστών: Συνήθως χρησιμοποιείται επίθετο με πρώτο συνθετικό το χρυσό: Χρυσοκελλαριά, Χρυσοσπηλιώτισσα, Χρυσοπηγή, Χρυσογαλούσα, Χρυσοποδαρίτισσα, Χρυσοχεριά… Υπάρχουν όμως και άλλα, όπως Αγγελόκτιστη, Αερινή, Αναφωνήτρα, Επίσκεψις, Παντάνασσα, Τρανή, Χιλιαρμενίτισσα, Αγία Κόρη.
          8. Αυτά που Της έδωσαν οι υμνογράφοι της Εκκλησίας: Κυρίως προέρχονται από τον Ακάθιστο Υμνο: Αμόλυντος, Υψηλοτέρα, Καθέδρα, Κλίμαξ, Σκέπη, Πόλη, Παράκλησις, Επίσκεψις, Καταφυγή, Κεχαριτωμένη, Χώρα του Αχώρητου, Ορος Αλατόμητον, Νεφέλη ολόφωτε,Κυρία των Αγγέλων.


Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Η απώλεια της εικόνας της Παναγιάς κατά τη διάρκεια της επίθεσης των σταυροφόρων

            
Ζώνη φύλλου εξάπτυχου από το Σινά (τέλος 11ου- αρχές 12ου αιώνα), στο οποίο περιέχονται πέντε απεικονίσεις της Παναγιάς από την Πόλη
 
 
 
            Προστάτιδα του στρατεύματος και των αυτοκρατόρων, η Παναγία ήταν πανταχού παρούσα στην ίδια την  καρδιά της αυτοκρατορίας, που της είχε αφιερωθεί, την Κωνσταντινούπολη, όπου οι περισσότερες, αναλογικά, εκκλησίες, είχαν ιδρυθεί προς τιμήν της, ενώ οι λιτανείες και οι αγρυπνίες και τα πανηγύρια προς τιμήν της, η συνεχής αναφορά του ονόματος της στοιχειοθετούν την βαθιά πίστη της Θεοφύλαχτης Πόλης.
           Η εικόνα της Παναγιάς ετίθετο πάντα επικεφαλής των στρατιωτικών σωμάτων, τα οποία καθοδηγούσε ο αυτοκράτορας. Η καθοδήγησή της αποτελούσε την εγγύηση της νίκης της αυτοκρατορίας και της κυριαρχίας της στη χριστιανική οικουμένη.
           Ένα από τα πολλά περιστατικά με την εικόνα της Παναγιάς συνέβη κατά την πολιορκία της Πόλης από τους Σταυροφόρους.  Μετά την ανατροπή του Αλέξιου Δ΄ και του πατέρα του Ισαάκιου,  αυτοκράτορας γίνεται ο Μούρτζουφλος, με το όνομα Αλέξιος Ε΄. Οι στιγμές είναι δραματικές, οι σταυροφόροι είναι έξω από τα τείχη, ενώ έχουν σπάσει και την αλυσίδα και έχουν εισβάλει  στον Κεράτιο. Τα συσσωρευμένα λάθη και οι αδέξιοι χειρισμοί έχουν φέρει την Πόλη στο χείλος της καταστροφής.
            Ο Μούρτζουφλος (ονομαζόταν έτσι λόγω δυσμορφίας του προσώπου του) είχε καταφέρει να γίνει δημοφιλής στο λαό, αντιμετωπίζοντας μια λατινική δύναμη έξω από τα τείχη, παραβαίνοντας τις σαφείς οδηγίες του αυτοκράτορα Αλέξιου Δ΄. Το Φεβρουάριο του 1204 ηγήθηκε πραξικοπήματος στο παλάτι και αμέσως προσπάθησε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη αντιμετωπίζοντας τους Λατίνους σε ανοιχτή μάχη.
           Για την επίθεση εναντίον των σταυροφόρων του Ερρίκου του Αινώ, πήρε μαζί του συμβολικά την εικόνα της Παναγίας, την κατά τον Χωνιάτη << σίγουρη προστασία κατά των εχθρικών επιθέσεων>>.
          Ο αυτοκρατορικός στρατός είχε στήσει ενέδρα σε κάποιο δάσος στους σταυροφόρους. Οι Βυζαντινοί περίμεναν να περάσει η εμπροσθοφυλακή και την κατάλληλη στιγμή επιτέθηκαν στο κύριο εχθρικό σώμα. Η επίθεση κατέληξε σε αποτυχία, ο ίδιος ο Μούρτζουφλος κινδύνεψε να σκοτωθεί, οι σταυροφόροι του Ερρίκου κατόρθωσαν να πάρουν την ιερή εικόνα και τα αυτοκρατορικά λάβαρα. Αυτό αποτελούσε ένα μεγάλο πλήγμα και μια πολύ αρνητική συνέπεια της μάχης.
         Όταν επέστρεψαν στην Πόλη, ο αυτοκράτορας για ευνόητους λόγους θέλησε να αποκρύψει την αλήθεια για τη μάχη και πολύ περισσότερο για την εικόνα. Η ενέργειά του αυτή όμως προκάλεσε μεγαλύτερη καταρράκωση του ηθικού του λαού. Όταν οι σταυροφόροι πληροφορήθηκαν ότι ο Μούρτζουφλος απέκρυψε την αλήθεια, τοποθέτησαν την ιερή εικόνα και τα λάβαρα σε μια γαλέρα και υπό τον ήχο των σαλπίγγων πλησίασαν με αυτήν τα τείχη, για να δει ο κόσμος ότι ο αυτοκράτοράς τους είχε ηττηθεί.
        Αν και αυτή η εικόνα δεν  ήταν πιθανότατα η περίφημη Οδηγήτρια, η απώλειά της έμοιαζε να δείχνει ότι η Θεία Προστασία είχε εγκαταλείψει την Πόλη και ότι η εύνοια της Παναγίας είχε μεταφερθεί στο στρατόπεδο  εχθρών της αυτοκρατορίας, των σταυροφόρων.


Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Τοπογραφία της Κωνσταντινούπολης-- Παναγία Μουχλιώτισσα

         
 
 
         Ο ναός της Παναγίας Μουχλιώτισσας είναι γνωστός και με τα ονόματα Θεοτόκος Παναγιώτισσα, Θεοτόκος των Μαγουλίων, Παναγία των Μογγόλων, Θεοτόκος του Μουχλίου, Παναγία Μουχλιώτισσα και στα τουρκικά Kanlı Kilise (η ματωμένη εκκλησία). Υπάρχει η άποψη ότι το προσωνύμιο Μουχλιώτισσα προέρχεται από τη μεσαιωνική πόλη Μουχλίον της Αρκαδίας, οι κάτοικοι της οποίας εγκαταστάθηκαν το 1242 στη συνοικία Φανάρι. Το πιο πιθανό είναι πως πρόκειται για την απόδοση στα ελληνικά της σλαβικής λέξης Mogyla (Μογγολία) και αναφέρεται στη σχέση της εκκλησίας με την Μαρία Παλαιολογίνα που στάλθηκε νύφη στη Μογγολία.Ο προσδιορισμός «ματωμένη» (από την τουρκική ονομασία) οφείλεται είτε στο εξωτερικό κόκκινο χρώμα του ναού  είτε στη «ματωμένη» ιστορία της Μαρίας Παλαιολογίνας, κόρης του Μιχαήλ Η΄ (1261 -1282), που τον ανακαίνισε.Ο ναός βρίσκεται στον πέμπτο λόφο της Κωνσταντινούπολης, στo Φανάρι, κοντά στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο και στο μετόχι του Πανάγιου Τάφου, μεταξύ της Μεγάλης του Γένους Σχολής και του Ιωακείμειου Παρθεναγωγείου. Ο ναός συνεχίζει να χρησιμοποιείται έως σήμερα ως χριστιανικός ναός
          Στο χώρο αυτό αναφέρεται, ήδη από τον 7ο αιώνα, η ύπαρξη γυναικείας μονής, της Αγίας Ευστολίας, που ιδρύθηκε από τις κόρες του αυτοκράτορα Μαυρικίου (582-602) Σώπατρα και Ευστολία. Τον 11ο αιώνα μαρτυρείται η ύπαρξη ανδρικής μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου των Παναγίου. Η μονή ανακαινίστηκε το 1261 από τον πεθερό του Γεωργίου Ακροπολίτη, τον Ισαάκιο Δούκα, θείο του Μιχαήλ Η΄, ή κατά άλλους από τον ίδιο τον Ακροπολίτη.
         Στη συνέχεια, η Μαρία Παλαιολογίνα, μεταξύ των ετών 1282 και 1285, ανακαίνισε εκ νέου τον υπάρχοντα ναό, του πρόσθεσε νάρθηκα και επανίδρυσε τη μονή, αυτή τη φορά γυναικεία. Η Μαρία το 1265 πήγε στην Περσία για να παντρευτεί το μεγάλο χάνο των Μογγόλων Hulagu, επικυρώνοντας έτσι συμφωνία του πατέρα της, του Μιχαήλ Η΄, με τους Μογγόλους. Καθώς αυτός πέθανε προτού η Μαρία φτάσει, παντρεύτηκε τελικά το γιο του, τον Abaga. Έμεινε εκεί 15 χρόνια και σ’ αυτήν οφείλεται ο εκχριστιανισμός του συζύγου της και αρκετών αξιωματούχων της Αυλής. Γι’ αυτό είναι γνωστή και ως Κυρία ή Δέσποινα των Μογγόλων. Επιστρέφοντας στην Πόλη, αγόρασε ολόκληρη την περιοχή με τους αμπελώνες και τα οικήματα, ανακαίνισε ορισμένα κτήρια έκτισε κι άλλα  και οργάνωσε γυναίκεια μονή. Αφιέρωσε σ᾽ αυτὴ κειμήλια, πολύτιμα σκεύη, βιβλία, κτήματα στην Κωνσταντινούπολη καὶ τη  Ραιδεστὸ και ξόδεψε όλη της την περιούσια. Στη μονή έμεναν 33 μοναχές, αλλά και η ίδια η Παλαιολογίνα στο τέλος της ζωής της.
         Μετά την Άλωση η μονή του Μουχλίου πιθανότατα καταστράφηκε. Ο ναός ωστόσο διατηρήθηκε και, μαζί με μερικά οικήματα και οικόπεδα της περιοχής, κατά την παράδοση δόθηκε στον αρχιτέκτονα Χριστόδουλο από το Μωάμεθ Β΄ ως αμοιβή για την ανέγερση από εκείνον του τεμένους του Fatih Camii στη θέση του ναού των Αγίων Αποστόλων, το 1471. Έτσι ο ναός, λειτουργώντας πλέον ως ενοριακός και όχι ως μοναστικός, αποτέλεσε τη μόνη βυζαντινή εκκλησία της πόλης που παρέμεινε χριστιανική στη χρήση της. Το φιρμάνι του Μωάμεθ Β΄ καθώς και άλλων σουλτάνων που επικύρωναν και επιβεβαίωναν το ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μουχλιώτισσας είχε ιστορηθεί κατά τους Νεότερους χρόνους στο εσωτερικό του ναού.
 
       Στη σημερινή της κατάσταση, η Μουχλιώτισσα έχει ακανόνιστη κάτοψη εξαιτίας της επέκτασης που έγινε κατά  το 18ου αιώνα. Ο αρχικός ναός ήταν τρουλαίος τετράκογχος. Οι γωνίες του κεντρικού τρουλαίου τετραγώνου ορίζονταν με κίονες ύψους περίπου 3 μ., οι οποίοι έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα του 5ου αιώνα, σε δεύτερη χρήση. Από τον αρχικό βυζαντινό ναό έχουν διατηρηθεί ο κύριος τρουλαίος χώρος της εκκλησίας, οι δύο από τις αρχικές κόγχες και τα δύο τρίτα του τριμερούς νάρθηκα.
        Ο τρούλος είναι εσωτερικά οκτάπλευρος, πτυχωτός, με οκτώ αρχικά μονόλοβα παράθυρα και ύψος 13,60 μ. Μεταξύ των τόξων του μετώπου και των σφαιρικών τριγώνων παρεμβάλλονται τόξα ή υποτυπώδεις καμάρες. Εξωτερικά, το τύμπανο του τρούλου ήταν κυλινδρικό και η στέγαση κωνική. Η εξωτερική όψη του τυμπάνου διαμορφώνεται με οκτώ ελαφρώς προεξέχοντα τόξα, που πλαισιώνουν τα παράθυρα και εναλλάσσονται με οκτώ μικρότερα τυφλά τόξα.
        Ο αρχιτεκτονικός τύπος της Μουχλιώτισσας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων, αφενός επειδή σπανίζει στην περιοχή της πρωτεύουσας (το μόνο άλλο παράδειγμα είναι ο ναός της Καμαριώτισσας στη νησίδα της Χάλκης) αφετέρου γιατί παρουσιάζει τη μοναδική παραλλαγή με κογχάρια και κίονες γύρω από τον κεντρικό τρουλαίο χώρο. Ωστόσο, παρά τη σπανιότητά τους στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης, οι τετράκογχοι ναοί αποτελούν έναν από τους πρωιμότερους (ήδη από τον 6ο αιώνα) και διαχρονικότερους τύπους της βυζαντινής ναοδομίας.
        Σύμφωνα με μια αναφορά από τον ύστερο 13ο αιώνα, η εκκλησία αγιογραφήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα από το Μόδεστο. Τα μόνα ίχνη τοιχογραφιών που σώζονται σήμερα, από παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στον ανατολικό τοίχο της επέκτασης, είναι έργα μεταβυζαντινού ζωγράφου. Οι τοιχογραφίες αυτές διατηρούνταν κάτω από το επίχρισμα μέχρι το 1899, αλλά καταστράφηκαν σε επισκευές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Σώζονται επίσης η ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας της Μουχλιώτισσας (τέλη 13ου-αρχές 14ου αιώνα), και τέσσερις εικόνες της Μεταβυζαντινής περιόδου: Η αγία Παρασκευή, η αγία Ευφημία, οι Τρεις Ιεράρχες και οι Άγιοι Θεόδωροι. Το τέμπλο, ο δεσποτικός θρόνος στα νότια και ο άμβωνας στα βορειοανατολικά είναι ξυλόγλυπτα και κοσμούνται με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Οι εικόνες στην κάτω ζώνη του εικονοστασίου φέρουν ασημένιες επενδύσεις και χρονολογούνται το 1884.
     Η Παναγία η Μουχλιώτισσα είναι ουσιαστικά η μόνη βυζαντινή εκκλησία που δε μετατράπηκε σε τζαμί. Η άλλη είναι η Αγία Ειρήνη που χρησιμοποιείται ως μουσείο και συναυλιακός χώρος.


Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Η πολιορκία της Πόλης από τους Αβάρους 7-8-626

 
 
 
          O Ηράκλειος κατά το σχεδιασμό των πολεμικών του επιχειρήσεων γνώριζε ότι το αδύνατο σημείο της στρατηγικής του ήταν η προστασία της Πόλης από τους αναξιόπιστους Αβάρους σε συνδυασμό και με τις κινήσεις αντιπερισπασμού των Περσών. Οι Άβαροι σχεδίαζαν επί μεγάλο χρονικό διάστημα την κατάκτηση της βυζαντινής πρωτεύουσας και δεν πτοήθηκαν ούτε από την αποτυχία να εξουδετερώσουν τον Βυζαντινό αυτοκράτορα το 617. Παρά τις μεγάλες χορηγίες που έλαβε το 619 από τη βυζαντινή πλευρά (ετήσιο φόρο ύψους 200.000 χρυσών νομισμάτων και επιφανείς ομήρους), ο φιλόδοξος χαγάνος των Αβάρων δεν σταμάτησε τις μεγάλης κλίμακας προετοιμασίες για την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκμεταλλευόμενοι τις δυσκολίες των Βυζαντινών στο ανατολικό μέτωπο, όπου βρισκόταν ο Ηράκλειος από το 622, οι Αβάροι αθέτησαν τη συμμαχία με τους Βυζαντινούς και από κοινού με τους Πέρσες αποφάσισαν να πολιορκήσουν τη βυζαντινή πρωτεύουσα.
          Στις αρχές Ιουνίου 626 εμφανίσθηκαν πρώτα μπροστά στη Χαλκηδόνα, στις μικρασιατικές ακτές του Βοσπόρου, τα στρατεύματα του Πέρση στρατηγού Σαρβαραζά (Shahrbaraz). Αναμένοντας την άφιξη του χαγάνου, ο Σαρβαραζάς πυρπόλησε τα προάστια της Χαλκηδόνος, εκκλησίες και πολυτελείς επαύλεις.
          Την Κυριακή, 29 Ιουνίου 626, η εμπροσθοφυλακή των Αβάρων, η οποία αριθμούσε περί τους 30.000 άνδρες, κατέφτασε στρατοπεδεύοντας στην περιοχή Μελαντιάδα, δίπλα στη θάλασσα του Μαρμαρά. Ο υπόλοιπος όγκος της ορδής (περίπου 80.000) αφίχθη στις 29 Ιουλίου. Ο Άβαρος χαγάνος διέταξε το στρατό του να παρελάσει πλήρως εξοπλισμένος μπροστά από τα τείχη της Πόλης, με σκοπό να εντυπωσιάσει τους Βυζαντινούς και να ρίξει το ηθικό τους.
         Την ίδια ημέρα ο βυζαντινός στρατός εγκατέλειψε τα περίχωρα και αποσύρθηκε στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Στην πόλη επικράτησε μεγάλη ταραχή και σημειώθηκαν αντιδράσεις πανικού. Οι Βυζαντινοί έστειλαν απεσταλμένους στον χαγάνο για να διερευνήσουν τις προθέσεις του και τις απαιτήσεις του, μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής πολιτικής. Στο μεταξύ, ο μάγιστρος Βώνος, ο οποίος είχε επιφορτιστεί τη μέριμνα της πρωτεύουσας από κοινού με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο, με εντολή του αυτοκράτορα Ηρακλείου, άρχισε εσπευσμένες προσπάθειες για την άμυνα της πόλης, ενώ ο Σέργιος προσπαθούσε να καθησυχάσει και να ενθαρρύνει τους πολίτες. Έγκαιρα ενημερωμένος για τις προθέσεις των Αβάρων, ο Ηράκλειος από τη μακρινή Λαζική, όπου είχε στρατοπεδεύσει με τον στρατό του, απέστειλε μία δύναμη στρατιωτών για να ενισχύσει τη φρουρά της πόλης και έδωσε εντολή για την οργάνωση της άμυνας.
           Αβαροι από την ανατολική συνοικία των Συκεών και Πέρσες στη Χρυσούπολη, στη μικρασιατική πλευρά του Βοσπόρου, από κοινού συνεννοούμενοι με σήματα καπνού προέβαιναν σε φωτιές και λεηλασίες, σφίγγοντας τον κλοιό της πολιορκίας. Οι Άβαροι μάλιστα εντόπισαν και κατέστρεψαν το υδραγωγείο  το οποίο προμήθευε με νερό την πόλη. Η ανησυχία κι οι φόβοι στην πρωτεύουσα αυξήθηκαν.
          Περιμένοντας τη σύγκρουση, ο μάγιστρος Βώνος επιθεώρησε τους στρατιώτες στα τείχη και έδωσε τις τελευταίες εντολές. Ο πατριάρχης Σέργιος οργάνωσε λιτανεία  έχοντας επικεφαλής την εικόνα της Παναγιάς της Οδηγήτριας, για την εμψύχωση των υπερασπιστών της πόλης. Οι  Αβάροι προώθησαν τις πολιορκητικές μηχανές τους, προέβησαν στις τελευταίες προετοιμασίες και άρχισαν να σφυροκοπούν τα τείχη.Είχαν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία στην πολιορκία πόλεων, λόγω των στενών επαφών που είχαν με τους αριστοτέχνες του είδους, τους Κινέζους.
        Τα ξημερώματα της 31ης Ιουλίου άρχισε η επίθεση των Αβάρων, την οποία περιγράφει ως αυτόπτης μάρτυρας ο ποιητής Θεόδωρος Σύγκελος σημειώνοντας ότι οι Άβαροι επιτέθηκαν στα τείχη της Πόλης ως βροντές, αστραπές και χαλαζίας. Στην πρώτη γραμμή είχαν τοποθετηθεί οι ελαφρώς οπλισμένοι Σλάβοι και στη δεύτερη το θωρακισμένο πεζικό των Αβάρων. Ήδη από την πρώτη ημέρα οι επιτιθέμενοι υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Το γεγονός αυτό αναπτέρωσε το ηθικό των υπερασπιστών που πίστευαν ότι τους βοηθούσε η προστάτιδα της Πόλης, η Θεοτόκος.Την επομένη, την 1η Αυγούστου, οι επιτιθέμενοι συνέχισαν την έφοδο με τη βοήθεια πολιορκητικών μηχανών: προώθησαν στα τείχη δώδεκα ψηλούς ξύλινους πολιορκητικούς πύργους καλυμμένους με δέρματα υψηλούς σχεδόν όσο ήταν τα τείχη. Όμως οι υπερασπιστές κατόρθωσαν να πυρπολήσουν ορισμένους, αναγκάζοντας τους Αβάρους να αποσύρουν τους υπόλοιπους.
           Η αποτυχία της πρώτης επίθεσης δεν πτόησε το χαγάνο, που αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία ζητώντας την παράδοση της Πόλης εκβιάζοντας και υπενθυμίζοντας ότι είναι αποκλεισμένη από την Ευρώπη και την Ασία.
           Ο Σέργιος και ο Βώνος ήθελαν να κερδίσουν χρόνο. Παράλληλα η οργάνωση της άμυνας και η εμψύχωση του στρατού και του λαού ήταν συνεχής. Λιτανείες και μετάνοιες λάμβαναν χώρα στις εκκλησίες της Πόλης, ενώ οι εικόνες της Θεοτόκου ήταν στερεωμένες σε κάθε πύλη, για να τις βλέπουν και να εμψυχώνονται οι υπερασπιστές. Ο πατριάρχης ηγήθηκε πομπής γύρω από τα τείχη, φέροντας την εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτρας, ενώ ο λαός ακολουθούσε με βαθιά κατάνυξη. Ιστορίες διαδίδονταν από στόμα σε στόμα ότι η μορφή της Παναγιάς είχε θεαθεί στις επάλξεις, για να προστατεύσει την ιερή της Πόλη.
        Στο μεταξύ, βρισκόταν σε εξέλιξη μία νέα διπλωματική προσπάθεια εκ μέρους των Βυζαντινών. Ο χαγάνος προειδοποίησε τη βυζαντινή πρεσβεία ότι, εάν η πόλη δεν τού παραδοθεί, θα καταστρέψει ό,τι βρεθεί στο δρόμο του και απείλησε ότι θα μεταφέρει τα περσικά στρατεύματα στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου.Μάλιστα, παρουσίασε στους Βυζαντινούς τους Πέρσες απεσταλμένους που είχε στείλει ο Σαρβαραζάς. Οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ότι ο στρατός τους είχε πετύχει μεγάλες νίκες στην Ανατολή σε βάρος του στρατού των Βυζαντινών. Ένταση και διαπληκτισμοί επικράτησαν μέσα στη σκηνή του χαγάνου. Είναι φανερό ότι  η από κοινού παρουσία και σύμπνοια Αβάρων και Περσών είχε σκοπό να πανικοβάλλει τους Βυζαντινούς και να κάμψει την οποιαδήποτε ιδέα για αντισταση.
           Οι Βυζαντινοί απέρριψαν το τελεσίγραφο του Αβάρου αρχηγού προσφέροντας ως αντάλλαγμα φόρο υποτέλειας και πλούσια δώρα και εγκατέλειψαν τις διαπραγματεύσεις. Την ίδια νύχτα κατόρθωσαν να αιχμαλωτίσουν τους Πέρσες απεσταλμένους, οι οποίοι προσπαθούσαν να επιστρέψουν στη Χαλκηδόνα. Ο ένας εκτελέσθηκε επιτόπου και οι άλλοι δύο οδηγήθηκαν στην πόλη. Το πρωί της επομένης, 3 Αυγούστου, τους ανέβασαν στα τείχη και τους επέδειξαν στους πολιορκητές. Στον έναν από τους δύο έκοψαν τα χέρια και μετά τον έστειλαν πίσω στους Αβάρους, μαζί με το κεφάλι του απεσταλμένου τον οποίο είχαν σκοτώσει την προηγουμένη, ενώ τον δεύτερο τον οδήγησαν με πλοίο μπροστά στη Χαλκηδόνα, τον επέδειξαν στους Πέρσες και στη συνέχεια τον αποκεφάλισαν και πέταξαν το κεφάλι του στην ακτή.
        Την επόμενη στις 3 Αυγούστου ο  χαγάνος διέταξε τους Σλάβους να καθελκύσουν τα μονόξυλα τους για να μεταφέρουν 3000 Πέρσες στην ευρωπαϊκή ακτή. Η έλλειψη πολεμικής εμπειρίας  στη θάλασσα ήταν το  αδύνατο σημείο των Αβάρων. Ο βυζαντινός στόλος τους έκλεισε το δρόμο, ακολούθησε σύντομη ναυμαχία, που έληξε  συντριβή των Σλάβων και των Σασσανιδών. Η νίκη του ανώτερου βυζαντινού στόλου ήταν απόλυτη.
         Η αποτυχία ήταν βέβαιο ότι θα εξωθούσε τον Άβαρο Χαγάνο σε βιαστική επιθετική κίνηση που ξεκίνησε το πρωί της 6ης Αυγούστου και διήρκησε μέχρι τη νύχτα της 7ης Αυγούστου. Οι Αβαροι επιτέθηκαν στα χερσαία τείχη, ενώ οι Σλάβοι με τον εναπομείναντα στόλο τους από την θάλασσα, προσπαθoύσαν να ανοίξουν δίοδο και να εισέλθουν στον Κεράτιο.
          Και οι δυο επιθέσεις σε στεριά και θάλασσα αποκρούστηκαν  με πείσμα και αποφασιστικότητα από τους Βυζαντινούς. Επί πολλές μέρες μετά, έπλεαν στην θάλασσα κουφάρια Σλάβων πολεμιστών και ξύλινα απομεινάρια πλοίων. Οι ιστορικοί εκείνης της εποχής περιέχουν διηγήσεις στρατιωτών ότι είδαν την Θεοτόκο να στέκεται δίπλα τους και να τους ενισχύει στον αγώνα τους.
         Ο χαγάνος, ο οποίος παρακολουθούσε από τον κοντινό λόφο την εξέλιξη της μάχης, πήγε με τα πόδια στη σκηνή του και μέσα στην απόγνωσή και την οργή του άρχισε να χτυπάει το στήθος και το κεφάλι του. Οι Σλάβοι, φοβούμενοι αντίποινα εκ μέρους των Αβάρων, εγκατέλειψαν τις θέσεις μάχης τους και άρχισαν να διαφεύγουν στα γύρω μέρη. Το ιππικό των Αβάρων ρίχθηκε να τους βρει και ξαφνικά ο χώρος μπροστά από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης έμεινε έρημος. Οι Πέρσες από τη μεριά τους υποχώρησαν και αυτοί διότι είχαν διαδοθεί φήμες ότι ο Θεόδωρος, αδερφός του Ηράκλειου, έφτανε επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης αλλά και ότι Τούρκοι είχαν εισβάλλει στις περσικές επαρχίες του Καυκάσου. Ο Θεόδωρος πράγματι, λίγο αργότερα έφτασε, προσπαθώντας να δισφαλίσει τη θετική εξέλιξη και να ελέγξει την κατάσταση στα βαλκανικά σύνορα της αυτοκρατορίας.
           Το πρωί της 8ης Αυγούστου 626 μπροστά από τα τείχη της πρωτεύουσας δεν υπήρχε ούτε ένας στρατιώτης των Αβάρων. Στην Κωνσταντινούπολη επικράτησε ανακούφιση και οι πολίτες επιδόθηκαν σε πανηγυρισμούς.  Ακόμα κι αν οι επιχειρήσεις του Ηράκλειου δεν ήταν επιτυχείς, είχε τουλάχιστον  επιτευχθεί η σωτηρία της Πόλης. Τα τείχη της είχαν αντέξει, η υπεροπλία στη θάλασσα είχε επιβεβαιωθεί, η διπλωματική τακτική ήταν η ενδεδειγμένη και η ισχυρή άμυνα αποδείχτηκε σωτήρια. Οι Αβάροι ποτέ δεν ανέκτησαν πραγματικά τη δύναμή τους μετά από αυτήν την αποτυχία και ο έλεγχός τους πάνω στα ποικίλα φύλα από έναν ευρύτατο χώρο - από την Κεντρική Ευρώπη έως τον Καύκασο - αποδυναμώθηκε σημαντικά.
          Μια μεγαλοπρεπής και κατανυκτική Θεία Λειτουργία τελέστηκε στην Παναγία των Βλαχερνών, όπου πρωτοστάτησε ο πατριάρχης Σέργιος. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλε τον λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
          Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Άρα, μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε έτους. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην»,  προς τιμή της Παναγιάς  αποδίδοντας της τον χαρακτηρισμό «Υπέρμαχος Στρατηγός».


Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

Η εικόνα της Παναγίας στη Βυζαντινή Τέχνη.

 
 
                                
                                      Η εικόνα της Παναγίας στη Βυζαντινή Τέχνη.
 
           Κορυφαία και πρωτεύουσα θέση ανάμεσα στις γιορτές του καλοκαιριού κατέχει στην καρδιά του Αυγούστου η Κοίμησις της Θεοτόκου. Άπειρα τα επίθετα και οι προσωνυμίες  που συνδέουν την Παναγιά με τους διάφορους τόπους, την Παναγιά όλης της χριστιανικής οικουμένης. Άπειρα και τα προσκυνήματα που καθιστούν το μήνα Αύγουστο το μήνα της Παναγιάς.  Η μορφή της υμνήθηκε από την εκκλησία και εικαστικά μέσω των εικόνων και των ψηφιδωτών έχει αποτυπωθεί σε άπειρες παραλλαγές. Σύμφωνα με την παράδοση ο ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε πρώτος την Παναγία στο γνώριμο ως σήμερα τύπο της Οδηγήτριας. Η εικόνα άρεσε και στην ίδια και είχε την ευλογία της.
         Το να ασχοληθεί κανείς με το πρόσωπο της Θεοτόκου και τις απεικονίσεις του στη βυζαντινή τέχνη  είναι ένα πανδύσκολο έργο. Εδω απλά θα αναφέρουμε τους εικονογραφικοὺς τύπους που διαμόρφωσε η αγιογραφική-καλλιτεχνική παράδοση στο χώρο της ορθoδοξίας. Η πλατυτέρα των ουρανών, η μητέρα του Θεού, η τιμιωτέρα των χερουβίμ, η βλαχερνίτισσα, η νικοποιός, η παράκληση, η ελεούσα, η γλυκοφιλούσα, η κυρία των αγγέλων, η χώρα του αχωρήτου, η γαλακτοτροφούσα, η φοβερὰ προστασία, η οδηγήτρια, η βρεφοκρατούσα, η ελεοῦσα, η ρίζα του Iεσσαί, η ζωοδόχος πηγή, η αμίαντος, η αμόλυντος, η αγγελόκτιστη, η Παναγία τοῦ πάθους και πέρα απὸ τα καθιερωμένα ονόματα που η αγιογραφικὴ παράδοση μας κατέλειπε, ο κάθε τόπος ήθελε μια δικιά του Παναγιά, μία δικιά του Μάννα, που να προστρέχει σε καλὲς ή δύσκολες ώρες. Η Παναγιὰ της Τήνου, η Εικοσιφοίνισσα, η των Ιβήρων, η Καταπολιανή, των Βλαχερνών, η Σουμελά, η Παρηγορήτισσα της Αρτας, η Λαμπηνή, η Χρυσκαλίτισσα στα Χανιά  καὶ τόσες άλλες που συνέδεσαν τὸ όνομά της, με το ὄνομα της πόλεως που προστατεύει και μεσιτεύει για το λαό της.
          Η σύνδεση του ονόματος της Παναγιάς  και η κατασκευή του ναού προς τιμήν της έχει να κάνει και με την τεχνοτροπία του Ναού της (Μολυβδοσκέπαστη, Θολωτή κ.ά.). 
         Η εικόνα της σχετίζεται και ονομάζεται από τα θαύματα της Παναγίας: Γοργοϋπήκοος, Ελεούσα κά. ή μπορεί να έχει πάρει το όνομά της από εγκωμιαστικά λόγια, λόγω της μεγάλης  αγάπης των πιστών και της αναφοράς τους στο πρόσωπό της:  Χρυσοκελλαριά, Χρυσοσπηλιώτισσα κά.
         Υπάρχουν εικόνες της που τα ονόματα τους προέρχονται από τα επίθετα που της προσέδωσαν οι υμνογράφοι της εκκλησίας μας, Αμόλυντος, Υψηλοτέρα κά.
         Επίσης θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε την ειδική λατρευτική σχέση της Παναγίας με την Κωνσταντινούπολη ως προστάτιδας της Πόλης μέσα από ιστορικά γεγονότα, εκστρατείες και πολιορκίες της Πόλης.
         Η εξέχουσα θέση της Θεοτόκου στο Βυζάντιο επιβεβαιώνεται και  από τις πολλές εκκλησίες που χτίστηκαν στη Κωνσταντινούπολη και αφιερώθηκαν στην χάρη της.
         Ξεχωριστό κομμάτι αποτελεί η εικόνα της Υπερμάχου στρατηγού στη δημόσια λατρεία της αυτοκρατορίας (νομίσματα, σφραγίδες, δίπτυχα κά), αλλά και στην ιδιωτική λατρεία των πιστών χριστιανών (κοσμήματα,ενδύματα κά.).
        Σημαντικό κεφάλαιο της Βυζαντινής τέχνης είναι η μορφή της Παναγίας στα εξαιρετικά ψηφιδωτά των εκκλησιών της Βασιλεύουσας αλλά και όλων των Ορθόδοξων εκκλησιών.
        Η μελέτη και η καταγραφή όλων αυτών των στοιχείων θα επιβεβαιώσει τη  ειδική όσο και πρωτεύουσα θέση της Παναγίας στην Ορθοδοξία, στην  τέχνη και στο πολιτισμό του Βυζαντίου.