Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Ακροκόρινθος -Ο γίγαντας βράχος

                                            







                                                      Ακροκόρινθος -Ο γίγαντας βράχος
 

                    Ένας πέτρινος γίγαντας ύψους 575 μέτρων στην είσοδο της Πελοποννήσου. Είναι το κάστρο με την παλιότερη-από το 7ο αιώνα π.Χ.- και τη μεγαλύτερη συνεχή κατοίκηση ως τα τέλη της Τουρκοκρατίας. Ο κολοσσιαίος βράχος θεωρείται από τα μεγαλύτερα φυσικά οχυρά της Ευρώπης
           Το κάστρο του Ακροκορίνθου βρίσκεται ΝΔ της αρχαίας Κορίνθου. Η συνολική περίμετρός των τειχών του  είναι  3.000 μ. Η στρατηγική του θέση, στην είσοδο της Πελοποννήσου, το καθιστούσε ιδιαίτερα σημαντικό. Αποτελούσε τη βασική γραμμή άμυνας για τους υπερασπιστές της Πελοποννήσου και βασικό εμπόδιο για τους επίδοξους κατακτητές της. Η θέα από τον Ακροκόρινθο φτάνει ως τον Παρνασσό και την Ναύπακτο. Περιλαμβάνει τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Μεγαρίδα και επιβλέπει τα νότια περάσματα προς την Αργολιδα επιβεβαιώνοντας την κορυφαία στρατηγική του θέση.
            Αποτελεί τυπικό δείγμα φρουριακής αρχιτεκτονικής και έχει χτιστεί σε επάλληλες οικοδομικές φάσεις μέσα στην πάροδο των αιώνων, καθώς υπήρξε η οχυρωμένη ακρόπολη της αρχαίας και στη συνέχεια κάστρο της μεσαιωνικής Κορίνθου. Οι μεγάλοι καλοπελεκημένοι δόμοι του αρχαίου ελληνικου τείχους ξεχωρίζουν από τις επόμενες μεσαιωνικές βενετσιάνικες και τουρκικές οικοδομικές φάσεις που χρησιμοποιούσαν μικρά λιθάρια. Τρεις επάλληλες αμυντικές σειρές τειχών με ισάριθμους πυλώνες οδηγούν στο εσωτερικό του κάστρου, συνολικής επιφάνειας 240.000 τετραγωνικών μέτρων, όπου υπάρχουν ερείπια κτισμάτων όλων των εποχών. Στη ΝΔ πλευρά του κάστρου κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας ορθώθηκε διώροφος πύργος με περίβολο που δέχτηκε επεμβάσεις κατά την Οθωμανική περίοδο. Είχε μεγάλη  επάρκεια νερου και  μπορούσε να αντέξει σε πολιορκία, ακόμα κι όταν το υπόλοιπο κάστρο είχε καταληφθεί. 

                 Η πρώτη φάση των τειχών χρονολογείται στον 7ο-6ο π.Χ. αιώνα, περίοδο ακμής για την πόλη της Κορίνθου. Η επόμενη σημαντική φάση τοποθετείται στον 4ο ή στο α΄ μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, ενώ το 146 π.Χ. τα τείχη καταστρέφονται από τον Ρωμαίο Λεύκιο Μόμμιο. Κατά τον 6ο αιώνα έχει θεωρηθεί πως το κάστρο δέχεται επισκευές από τον Ιουστινιανό, ενώ σημαντικές εργασίες οχύρωσης έλαβαν χώρα κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο (8ο-12ο αι.). Το κάστρο καταλαμβάνεται από τους Φράγκους το 1210 και ο υπερασπιστής του Λέων Σγουρός, ο ισχυρός και φιλόδοξος άνδρας της περιοχής, που αντιστάθηκε για πέντε ολόκληρα χρόνια,αυτοκτονεί, πέφτοντας έφιππος από τα τείχη, για να μην παραδοθεί. Στους αιώνες που ακολουθούν γίνονται επισκευές και ενισχύσεις των τειχών τόσο από τους Φράγκους, όσο και από τους Παλαιολόγους, σε μια εποχή κατά την οποία η πόλη της Κορίνθου φαίνεται να μεταφέρεται εντός του κάστρου. Εργασίες εκτελούνται και από τους Οθωμανούς κατακτητές (1458-1823), όπως επίσης και από τους Ενετούς, οι οποίοι ενισχύουν τμήματα των τειχών κατά τη διάρκεια της Β΄ Ενετοκρατίας (1687-1715).
               Στο εσωτερικό του κάστρου ζούσαν χιλιάδες οικογένειες . Σήμερα σώχονται ίχνη από ένα τζαμί, ένα ξωκλήσι, υπόγειες στέρνες νερού και λίγα αρχαία ερείπια.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Μέγας Αλέξανδρος και Βυζάντιο

                

Ο Αλέξανδρος νικά το Δαρείο.
Χειρόγραφο στο Ελληνικό Ινστιτούτο Βενετίας, 14ος αι





                                            Μέγας Αλέξανδρος και Βυζάντιο

           Κατά την ιστορική διαδρομή της χιλιόχρονης  αυτοκρατορίας ο θρύλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου διατηρήθηκε ανέπαφος,ο ίδιος έφτασε να αποκαλείται «κοσμοκράτωρ», να θεωρείται άγιος και να αποτελεί πρότυπο για τους αυτοκράτορες.
         Την πιο σημαντική συμβολή στη διαιώνιση του θρύλου του Μεγαλέξανδου έχει «Το Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου» που περιέχει τη φανταστική διήγηση της ζωής του μακεδόνα βασιλιά και γράφτηκε μεταξύ 3ου αι. π.Χ. και 3ου αι. μ.Χ. και αποδόθηκε λανθασμένα στον ιστορικό Καλλισθένη από την Όλυνθο.Το κείμενο γνώρισε τεράστια δημοτικότητα και μεταφράστηκε σε περισσότερες από 24 γλώσσες. Οι μεταφράσεις δεν έμειναν πιστές στο πρωτότυπο κείμενο, αλλά αποτελούν παραλλαγές προσαρμοσμένες στη κουλτούρα κάθε τόπου.
          Το μυθιστόρημα αγαπήθηκε και πολυδιαβάστηκε από τους Βυζαντινούς. Ο Μέγας Αλέξανδρος με τα ηρωικά του κατορθώματα και τις κατακτήσεις του,αποτέλεσε πρότυπο για τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Η αυτοκρατορική ιδεολογία των Βυζαντινών ταίριαζε απόλυτα με την εικόνα του Αλέξανδρου,ως κοσμοκράτορα της οικουμένης. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η επίδραση του Αλέξανδρου στα χρόνια της μακεδονικής δυναστείας, όταν η αυτοκρατορία κατόρθωσε να ανακτήσει σημαντικό μέρος των εδαφών της. Αυτοκράτορες όπως ο Αλέξιος Κομνηνός και ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, αλλά και ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος είχαν ως πρότυπο τον Αλέξανδρο.
           Ο  ίδιος ο Διγενής Ακρίτας  θεωρείται απόγονος  του Αλέξανδρου. Μετά τη λατινική κατάκτηση το 1204, με την αφύπνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης και όσο η αυτοκρατορία συρρικνώνεται,ο Αλέξανδρος θα είναι ο ήρωας, ιδιαίτερα για τους αυτοκράτορες της Τραπεζούντας, σε κείμενα της εποχής οι Τούρκοι αποκαλούνται «Μήδοι». Ο ίδιος ο Μανουήλ Παλαιολόγος, διοικητής της πόλης από το 1382 ώς το 1387 και κατόπιν αυτοκράτορας, κατά την πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Τουρκους, για να τους εμψυχώσει, τους θύμιζει ότι πρόγονοί τους ήταν ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος και τους προτρέπει να φανούν γενναίοι, όπως ο Αλέξανδρος, στην υπεράσπιση της πόλης.
          Πέρα από το  << μυθιστόρημα του Αλέξανδρου>> υπάρχουν  πολλές αναπαραστάσεις της
 <<ανάληψης τους Αλέξανδρου>> και κατ' επέκταση της αποθέωσής του. «Η Ανάληψη του Αλεξάνδρου>>  στο Βυζάντιο απεικονίστηκε σε ποικιλία έργων: σε κοσμήματα, μολύβδινες σφραγίδες, πήλινα εφυαλωμένα αγγεία, πολυτελή σκεύη και μαρμάρινες ανάγλυφες πλάκες. Στα έργα αυτά ο Αλέξανδρος παριστάνεται ως κανονικός  βυζαντινός αυτοκράτορας με πλήρη αυτοκρατορική περιβολή.

Το παλάτι του Πορφυρογέννητου


                                               






                                                        Το παλάτι του Πορφυρογέννητου

           Το παλάτι του Πορφυρογέννητου χτίστηκε στα τέλη του 13ου αιώνα και ανήκει στην παλαιολόγεια περίοδο. Σε πηγές της Ύστερης Βυζαντινής περιόδου, γίνεται λόγος για κατοικία ενός πορφυρογέννητου που δεν κατονομάζεται. Θεωρείται πάντως  πως ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Κωνσταντίνου Δούκα Παλαιολόγου, γιου του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, που ήταν Πορφυρογέννητος (γεννήθηκε δηλαδή στην αίθουσα της Πορφύρας όταν ο πατέρας του ήταν αυτοκράτορας). Το κτίριο εικονίζεται στα σχεδιαγράμματα και στις λιθογραφίες των περιηγητών της εποχής των Παλαιολόγων. Βρίσκεται  στη βορειοανατολική γωνία της παλιάς πόλης της Κωνσταντινούπολης, στο βόρειο μέρος των χερσαίων τειχών του Θεοδοσίου Β΄, δίπλα στο παλάτι των Βλαχερνών, γι αυτό και κάποιοι το συγχέουν με αυτό. Η οικοδόμησή του τοποθετήθηκε μεταξύ των ετών 1261 και 1271, διάστημα κατά το οποίο ανακαινίστηκε και το παλάτι των Βλαχερνών.

            Το παλάτι του Πορφυρογέννητου  έχει τεράστια σημασία γιατί είναι ένα από τα δύο (το άλλο είναι το παλάτι του Βουκολέοντα) που σώζονται σε σχετικα καλή κατάσταση.Ανήκει στον τύπο της ακρόπολης-παλατιού, με ισχυρή οχύρωση. Ο σκελετός του διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Έχει  σχήμα τραπεζίου, είναι  τριώροφο κτήριο με περίβολο. Λείπουν μόνο η οροφή και τα πατώματα των ορόφων. Οι τοίχοι του διατηρούνται σε εξαιρετική κατάσταση και τα κομψά σχέδια της τοιχοδομίας δεν έχουν υποστεί σημαντικές φθορές.Τα χρώματα και τα σχέδια του κτιρίου εντυπωσιάζουν: κόκκινα τούβλα δημιουργούν περίτεχνα γεωμετρικά σχέδια πάνω στον τοίχο από λευκή πέτρα.
             Η κύρια πρόσοψη του παλατιού, που για να τη δεις πρέπει να μπεις στην κεντρική αυλή, είναι η καλύτερα διατηρημένη οποιουδήποτε κοσμικού -μη εκκλησιαστικού-βυζαντινού κτίσματος.Εδώ σώζεται και εντυπωσιάζει ένας μικρός εξώστης- μπαλκόνι. Από τους πάνω ορόφους η θέα της Πόλης είναι μία από τις ωραιότερες της Κωνσταντινούπολης, καθώς μπορεί να ατενίσει κανείς όλο τον Κεράτιο κόλπο.Ετσι μπορεί να δικαιολογήσει κανείς την κατασκευή του στο συγκεκριμένο σημείο, συν το γεγονός ότι πρόσφερε ασφάλεια στον αυτοκράτορα μακριά  από το πολυβουο και επικίνδυνο ενίοτε κέντρο.
          Η χρήση του αργότερα δεν ήταν και τόσο βασιλική. Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς,λειτούργησε με την σειρά σαν θηριοτροφείο για εξωτικά και άγρια ζώα,σαν οίκος ανοχής ,σαν εργαστήριο κεραμικής τέχνης,και σαν πτωχοκομείο απόρων της εβραϊκής κοινότητας.
           Την περίοδο 1959-1965 στο κτήριο πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης και το 2006 εκτεταμένες επισκευές. Σήμερα έχει χαρακτηριστεί χώρος αρχαιολογικής σημασίας, τον οποίο μπορεί κανείς να επισκεφθεί παράλληλα με τα τείχη της πόλης .

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Το Καρναβάλι στο Βυζάντιο

                   





                     












         
               Η Aποκριά, μια πανάρχαια γιορτή, είναι ίσως η γιορτή που έχει τον περισσότερο οικουμενικό κα παγκόσμιο χαρακτήρα από οποιαδήποτε άλλη. Τη  συναντούμε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης κι αυτό  δεν οφείλεται μόνο στην αλληλεπίδραση των εθίμων αλλά στην κοινή ανάγκη για διασκέδαση, γέλιο, φυγή από την πραγματικότητα, με αντιστροφή των ρόλων.
            Οι μεταμφιέσεις συνοδευόμενες με χορούς και οινοποσία εμφανίζονται από πολύ παλιά και στην Ασία και στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στις γιορτές που έχουν σχέση με τον Διόνυσο. Οι απόκριες, κατά άλλους, προέρχονται από τις ρωμαϊκές καλένδες (γιορτές για την έναρξη του μήνα και της χρονιάς). Σχετίζονται με έθιμα (πολλά έχουν επιβιώσει ως τις μέρες μας),  που συμβολίζουν την αναγέννηση της φύσης,  τη μετάβαση από τον χειμώνα προς την άνοιξη. Το κυρίαρχο στοιχείο της Αποκριάς  ωστόσο, ήταν και είναι η ανάγκη για διασκέδαση, για πειράγματα, η κατάργηση των απαγορέψεων και των κοινωνικών καταπιεσμών και με αυτή της τη μορφή η Αποκριά έχει φτάσει  στις μέρες μας.
            Το καρναβάλι σαν γιορτή διαμορφώνεται στη βυζαντινή περίοδο.
Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή, ο χριστιανός, που θα προετοιμαστεί και θα νηστεύει για την κορυφαία γιορτή της Ορθοδοξίας, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει, να κάνει κάθε είδους τρέλα. Γι' αυτό άλλοτε η αρχή του Τριωδίου αναγγελλόταν είτε με πυροβολισμούς είτε με τον δημόσιο τελάλη είτε με τα τύμπανα...  Σύμφωνα με τον πρωτοπόρο νεοέλληνα «μεσαιωνολόγο» Κ. Σάθα τ' όνομα απόκρεως βρίσκεται για πρώτη φορά στα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αιώνας). Δηλώνονταν μ΄ αυτό οι τελευταίες μέρες πριν από τη Σαρακοστή προς το Πάσχα. Ο χρονογράφος Θεοφάνης μιλά για τη «προ της νηστείας του Πάσχα Αποκρεωσίμου».
             Δυο αιώνες αργότερα,στην περίοδο των εικονομάχων βασιλέων, η λέξη εκφράζει κάποιες βακχικές γιορτές. Την εποχή των Παλαιολόγων είναι συνυφασμένη και με το θέατρο.
Ο Φαίδων Κουκουλές, που πρώτος ασχολήθηκε συστηματικά με τα λαϊκά θεάματα και τις διασκεδάσεις στο Βυζάντιο, αναφέρει ότι υπαινιγμούς για διασκεδάσεις, τραγούδια και παιχνίδια στις απόκριες βρίσκουμε από τον 8ο αιώνα. Ετσι, στους κατηχητικούς λόγους του Θεοδώρου Στουδίτου διαβάζουμε ότι την «ημέραν ταύτην άδουσιν άσματα δαιμονικά, ήγουν τραγούδια και παίζουν ωσάν μικρά παιδιά».
              Η Αποκριά ουσιαστικά δηλώνει το αντίθετο από αυτό που λέει το όνομά της. Όχι αποχή από το κρέας, αλλά υπερβολική κατανάλωση κρέατος και κρασιού. Το στοιχεία αυτά, η αντίθεση, η ανατροπή των κοινωνικών ρόλων, πέρα από  συμβατικότητες και νόρμες, η  κατάρριψη της ιεραρχίας θα προσδιορίζουν το καρναβάλι σε όλη τη μεσαιωνική και βυζαντινή εποχή. Στο καρναβάλι όλα ανατρέπονται και αλλάζουν. οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα τους και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες, ο ζητιάνος γίνεται βασιλιάς, ο σοφός θα γίνει τρελός και ο σοφός τρελός, ο αμαρτωλός ντύνεται παπάς….  Κι όλα αυτά με αστεϊσμούς, πειράγματα, βωμολοχίες, αυτοσχέδια δρώμενα που η πρωτοτυπία και η ευρηματικότητα τους εκπλήσσει και που δε θα υπήρχε περίπτωση να εκδηλωθούν, αν δεν υπήρχε αυτό το πλαίσιο της κατάργησης των απαγορεύσεων, των περιορισμών και καταπιέσεων.
                Η Αποκριά θα προκαλέσει την έντονη αντίδραση ητς Εκκλησίας με απαγορεύσεις και καταδίκες,  με την αιτιολογία ότι οι μεταμφιέσεις είναι  κατάλοιπα «των ειδωλολατρικών εορτών». Ωστόσο οι γιορτές αυτές θα καθιερωθούν και θα επιβληθούν, κάτι που δείχνει και τη δύναμη της βυζαντινής κοινωνίας. Τον 13ο αιώνα φαίνεται ότι έχει πια διαμορφωθεί σε γενικές γραμμές η περίοδος των Απόκρεων στο Βυζάντιο. Γίνεται λόγος για διασκεδάσεις στην Κωνσταντινούπολη οι οποίες διαρκούν τρεις βδομάδες. Την ίδια περίπου περίοδο ανάλογες διαδικασίες παρατηρούνται στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία και σε άλλες χώρες.
 

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Το παλάτι των Βλαχερνών

                              
                           
                             Οι Βλαχέρνες (Βλαχέρναι) ήταν προάστιο της Κωνσταντινούπολης.
Αρχικά η περιοχή ήταν εκτός των πρώτων τειχών της πόλης, όμως το 627 τα Θεοδοσιανά τείχη ενσωμάτωσαν τις Βλαχέρνες στο κύριο σώμα της Κωνσταντινούπολης. Τον 11ο αιώνα ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός δημιούργησε το ανάκτορο των Βλαχερνών, το οποίο υπήρξε η μόνιμη κατοικία των Αυτοκρατόρων από το 1081 ως το 1453. Παρόλα αυτά το Μέγα Παλάτιο συνέχιζε να χρησιμοποιείται για επίσημες τελετές.
                   Tο συγκρότημα των ανακτόρων των Βλαχερνών είναι πολύ μεταγενέστερο από εκείνο του Μεγάλου Παλατίου. O Μανουήλ Κομνηνός (1143-1180)  αποφάσισε να επεκτείνει και να μεγαλώσει το ανάκτορο, μεταφέρωντας την αυτοκρατορική κατοικία στην άλλη άκρη της Πόλης, στον λόφο των Βλαχερνών, δίπλα στα τείχη. O επισκέπτης της υποβαθμισμένης σήμερα περιοχής, δεν μπορεί να εκτιμήσει τους λόγους της ανέγερσης του πολυτελέστατου κτίσματος. Την εποχή όμως που χτίστηκε πάνω στον ψηλότερο από τους Επτά λόφους, χωρίς κανένα εμπόδιο μπροστά του, για αυτό και ονομαζόταν <<Υψηλόν Παλάτιον>>, προσέφερε στους ενοίκους του ανεμπόδιστη  πολλαπλή θέα του Κερατίου, της απέναντι ακτής της Περαίας, των εξοχών πέρα από τα θεοδοσιανά τείχη και  της Κωνσταντινούπολης, μέχρι τη θάλασσα του Μαρμαρά, πέρα στον ορίζοντα.
                   Το ανάκτορο των Βλαχερνών βρισκόταν μακριά από τον συνωστισμό των αγορών της Πόλης και κυρίως τον Ιππόδρομο και τον όχλο του, προσφέροντας έτσι στον αυτοκράτορα  απομόνωση  και ασφάλεια  από πιθανούς λαϊκούς ξεσηκωμούς  και από τις θανατηφόρες επιδημίες  που συχνά τότε μάστιζαν τις πόλεις.
                  Το πολυτελέστατο κτίσμα των Βλαχερνών ήταν ένα συγκρότημα κτιρίων. Οι ξένοι επισκέπτες που έμπαιναν στο παλάτι έμεναν με ανοιχτό το στόμα βλέποντας τέτοιο πλούτο και χλιδή.
                     Ο ιστορικός A.P. Kazhdan/Ann Wharton Epstein στο έργο του «Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα» περιγράφει το παλάτι των Βλαχερνών:

                  <<Αυτός ο βασιλιάς Εμμανουήλ [Μανουήλ Α΄ Κομνηνός] έχτισε ένα μεγάλο παλάτι ως έδρα της κυβέρνησής του πάνω στην παραλία, εκτός από τα παλάτια που είχε χτίσει ο πατέρας του, και το ονόμασε Βλαχέρνες. Τις κολόνες και τους τοίχους του τα επένδυσε με χρυσάφι και ασήμι, και πάνω τους σκάλισε εικόνες με μάχες που έγιναν πριν από την εποχή του αλλά και με μάχες δικές του. Έστησε επίσης ένα θρόνο, ώστε αυτός να κάθεται αποκάτω. Ήταν γεμάτο πετράδια ανυπολόγιστης αξίας, και τη νύχτα δεν χρειάζονταν φώτα, γιατί όλοι μπορούσαν να δουν από το φως που έβγαζαν τα πετράδια>>.


                    Το ανάκτορο των Βλαχερνών κυριολεκτικά ισοπεδώθηκε από τους Σταυροφόρους.
Τις Βλαχέρνες τις βρήκαν σε κακό χάλι οι Παλαιολόγοι, όταν απελευθέρωσαν την Πόλη το 1261. Τις ανακαίνισαν, και εδώ διανυκτέρευσε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάσης, τη νύκτα πριν από την Άλωση. Τις Βλαχέρνες τις κατέστρεψαν οι Οθωμανοί τα πρώτα χρόνια της εξουσίας τους.
                     Ο επισκέπτης της περιοχής σήμερα περπατώντας κατά μήκος των τειχών  στον Κεράτιο, θα συναντήσει  τα ερείπια του παλατιού των Βλαχερνών. Σε αυτά περιλαμβάνονται ένας πύργος, γνωστός ως φυλακή του Ανεμά, ένας άλλος πύργος, γνωστός ως Πύργος του Ισαάκ Αγγέλου.  Το κτιριακό συγκρότημα του παλατιού περιλάμβανε κρήνες και πολλές εκκλησιές μεταξύ των οποίων την Παναγία των Βλαχερνών,ενώ δίπλα, σε  άμεση γειτνίαση, υπήρχε  το παλάτι του Πορφυρογέννητου, ένα μέρος του οποίου σώζεται μέχρι σήμερα. Σε όλα αυτά θα αναφερθούμε σε επόμενο αφιέρωμα.

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Το παλάτι του Βουκολέοντα

    







                                                      Το παλάτι του Βουκολέοντα

                       Περνώντας από τον παραλιακό δρόμο του Μαρμαρά στη σημερινή γειτονιά του Αχίρκαπι, ο ανυποψίαστος περαστικός βρίσκεται μπροστά σε ένα ερειπωμένο κτίριο του οποίου την ταυτότητα και ιστορία ελάχιστοι γνωρίζουν. Είναι  το Ανάκτορο του Βουκολέοντα, που στέκεται λησμονημένο από τους πάντες ,πάνω στον παραλιακό δρόμο του Μαρμαρά. Η σημασία του είναι τεράστια, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα δείγματα κοσμικής αρχιτεκτονικής των Βυζαντινών, και το μόνο κτίριο του Μεγάλου Παλατιού που στέκεται μέχρι σήμερα. Πίσω από το ερειπωμένο παλάτι διέρχονται σιδηροδρομικές γραμμές και αυτοκινητόδρομοι. Η κατασκευή τους αλλοίωσε και κατέστρεψε μεγάλο κομμάτι του ανακτόρου.

                 Ο Βουκολέων ήταν συγκρότημα ανακτόρων δίπλα στη θάλασσα που διέθετε δικό του λιμένα. Το ανακτορικό συγκρότημα κτίσθηκε από τον Θεοδόσιο Β΄ και επεκτάθηκε από τον Ιουστινιανό. Από τη σημερινή μορφή του αυτοκρατορικού συγκροτήματος ελάχιστα τμήματα του εσωτερικού χώρου διατηρούνται και καθίσταται δύσκολη η αποκατάσταση της κάτοψής του. Συμφώνα με τους μελετητές του ανακτόρου μόνο ο άνω όροφος του ανακτόρου μπορούσε να κατοικηθεί και λειτουργούσε ως έπαυλη, ενώ το κάτω τμήμα χρησίμευε ως στρατώνας ή καταυλισμός για τους ναύτες. Σώζεται σήμερα το κέλυφος ενός μακρού κτίσματος με εντυπωσιακά μαρμάρινα πλαίσια στα παράθυρα και θολωτή στέγη. Μάλλον χρονολογείται από την περίοδο του Θεοφίλου (829-842) ή του Νικηφόρου Φωκά (963-969), ο οποίος κατοικούσε στο Βουκολέοντα. Ο άτυχος αυτοκράτορας δολοφονήθηκε βάναυσα στο παλάτι, σύμφωνα με το σχεδιο που κατέστρωσαν η αυτοκράτειρα Θεοφανώ με τον Ιωάννη Τσιμισκή, ένα  παγωμένο βράδυ του χειμώνα που λυσσομανούσε ο βοριάς και έπεφτε άφθονο χιόνι.
                  
                    Το όνομά  <<Βουκολέοντας>> συνδέεται με μία μαρμάρινη γλυπτή σύνθεση που ήταν τοποθετημένη στην αποβάθρα του λιμανιού και παρίστανε ένα βόδι και ένα λιοντάρι.. Το όνομα αυτό  μαρτυρείται πρώτη φορά στις γραπτές πηγές μόλις το 800 («επί τον Βουκολέοντα και την Σιδηράν διαβιβάσας»). Ο Κίνναμος και ο Λέων Γραμματικός αναφέρουν πως το δυτικό τμήμα του λειτουργούσε ως φυλακή.

                   Μέχρι το 1870  το κτίριο σωζόταν σχεδόν αυτούσιο, το δυτικό του μέρος όμως κατεδαφίστηκε για να φτιαχτεί ο σιδηρόδρομος… Οι μελετητές θεωρούν ότι  διακοσμούνταν με μία  τοξοστοιχία, στις άκρες της οποίας υπήρχαν μαρμάρινα λιοντάρια, (πλέον τα λιοντάρια φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης) Λίγο πιο ανατολικά βρισκόταν μία μικρή πύλη που εξασφάλιζε την πρόσβαση στο παλάτι . Κάτω από το ανάκτορο του Βουκολέοντος, βρέθηκε τραπεζοειδής κιστέρνα με έξι κίονες. Η ανατολική πτέρυγά του αποτελούταν από συνεχόμενες αίθουσες που έβλεπαν στη θάλασσα και φωτιζόταν με μεγάλα παράθυρα με μαρμάρινα πλαίσια, ενώ υπήρχαν και εξώστες στηριζόμενοι σε κιλλίβαντες.

                  Ο μόνος γλυπτός διάκοσμος που σώζεται είναι αυτός των κιονοκράνων της κιστέρνας. Τα κιονόκρανα αυτά είναι ιωνικά και έχουν στη στενή πλευρά τους το σύμβολο του σταυρού . Χρονολογούνται στον 6o αιώνα.

                   Όπως όλα τα ανάκτορα και τα ιδιωτικά μέγαρα της Κωνσταντινούπολης, ο Βουκολέων λεηλατήθηκε ανελέητα κατά τη διάρκεια της πρώτης άλωσης από τους σταυροφόρους το 1204. Η αυτοκρατορική οικογένεια πρέπει να κατοίκησε εδώ για κάποιο διάστημα μετά την απελευθέρωση της Πόλης το 1261, καθώς βρήκε το ανάκτορο των Βλαχερνών σε κακή κατάσταση. Πολλοί περιηγητές που έφθασαν μετά την τέταρτη σταυροφορία χρησιμοποίησαν το όνομα “Βουκολέων” για ολόκληρο το Μέγα Παλάτιον, που είχε αφεθεί να καταρρέει, με μόνες τις εκκλησίες σε λειτουργία. Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο, το παλάτι εγκαταλείφθηκε από τους Παλαιολόγους και μετατράπηκε σε φυλακή. Αργότερα, στους  πρώτους οθωμανικούς αιώνες στη θέση του ανεγέρθηκε συνοικία.

                    Σήμερα ο σιδηρόδρομος περνά εκεί ακριβώς όπου βρισκόταν η κύρια αίθουσα του ανακτόρου...


Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

To Μέγα Παλάτιον

                                             



                                                                 To   Μέγα  Παλάτιον      
                   Στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στον Ιππόδρομο δέσποζε το Μέγα Παλάτιον, με υπέροχη θέα στη θάλασσα του Μαρμαρά προς το νότο και στο Βόσπορο προς το Βορά. Χρησίμευε ως αυτοκρατορική κατοικία και διοικητικό κέντρο και ήταν ένα συγκρότημα κτιρίων χρονολογούμενο σε διάφορες εποχές και με διάφορες μορφές.
                 Το αρχαιότερο τμήμα του Μεγάλου Παλατιού, το Παλάτι της Δάφνης, που χτίστηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους διαδόχους του τον 4ο και 5ο αιώνα, ήταν ένα συγκρότημα που πιστεύεται ότι καταλάμβανε την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Σουλτάν Αχμέτ τζαμί. Σε άμεση γειτνίαση βρίσκονταν: ο Ιππόδρομος και τα γειτονικά παλάτια, τα Λουτρά του Ζευξίππου, το αυτοκρατορικό φόρο ή Αυγουσταίον, όπου ο Ιουστινιανός Α΄ έστησε το έφιππο άγαλμά του πάνω σε μνημειακή στήλη τον 6ο αιώνα, οι εκκλησίες της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και αργότερα του Αγίου Ιωάννου του Διιπίου  στα βορειοανατολικά και οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος στα νοτιοανατολικά, η Μέση οδός, η κεντρική λεωφόρος της Πόλης  στην οποία τελούνταν οι θρίαμβοι και αργότερα σημαντικές πολιτικές και θρησκευτικές πομπές, η βιβλιοθήκη και η περίστυλη αυλή, που ονομαζόταν Βασιλική, και τα φόρα του Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου. Ανατολικότερα,   ίσως βρίσκονταν εδώ αυτοκρατορικοί κήποι και αριστοκρατικές επαύλεις.
                   Το παλάτι  είχε επεκταθεί σταδιακά από τα αρχικά οικοδομήματα του Κωνσταντίνου ( το Ανάκτορο της Δάφνης, το Αυγοστείον, τη βασιλική Εκκλησία και τα κτίσματα για τη φρουρά) τα οποία είχαν σχεδιαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα της Παλιάς Ρώμης. Σχεδόν όλοι οι κατοπινοί αυτοκράτορες πρόσθεσαν τα δικά τους κτίρια. Στα τέλη του 6ου αιώνα ο Ιουστινιανός ο Β΄ περιτείχισε όλη την περιοχή του Μεγάλου Παλατιού, και εκπλήρωσε τα φιλόδοξα σχέδιά του για ένα καινούριο ανάκτορο, την Αίθουσα του Χρυσοτρίκλινου,  με το οποίο εξασφάλιζε ακόμη περισσότερα καταλύματα για την αυτοκρατορική οικογένεια. Ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ επιβεβαίωσε τη σπουδαιότητα του Χρυσοτρίκλινου και πρόσθεσε  μια εκκλησία αφιερωμένη στη Μητέρα του Θεού, στον Φάρο. Στα μέσα του 7ου αιώνα όλη αυτή η τεράστια περιοχή περιέκλειε μια σειρά κτιρίων: κατοικίες, αίθουσες συμποσίων και εορτών, εκκλησίες, γραφεία, στρατώνες,  αρχειοφυλάκια. Όλα συνδέονταν με κήπους, δεντροστοιχίες, στοές διαδρόμους και σκεπαστές διόδους, μερικές από τις οποίες ήταν κρυφές. Όλες με τέχνη σχεδιασμένες ώστε να εκμεταλλεύονται στο έπακρο την φυσική κλίση του εδάφους.          
              Όλα  αυτά είναι εν μέρει μόνο γνωστό. Κατάλοιπα του Παλατιόυ βρίσκονται θαμμένα κάτω από μεταγενέστερα κτήρια, κυρίως κάτω από το Σουλτάν Αχμέτ, τζαμί που χτίστηκε από τους Οθωμανούς , και είναι γνωστά μόνο μέσα από κείμενα και παλαιότερες αναπαραστάσεις.
               Ο Ιουστινιανός ο Β΄ διασφάλισε την απείθειας σύνδεση ανάμεσα στο κτιριακό συγκρότημα του Χρυσοτρίκλινου και στον Ιππόδρομο μέσω μιας σκεπαστής οδού. Τον αυτοκράτορα τον προστάτευε από το περιβάλλον της πόλης μια παρεμφερής  ιδιωτική οδός που του επέτρεπε να επισκέπτεται την Αγία Σοφία, χωρίς να βγαίνει από το ανάκτορο.
              Η κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας λειτουργούσε ουσιαστικά μέσα στο Μέγα Παλάτιο. Εκεί ήταν η αυτοκρατορική αυλή, το εκκλησιαστικό κέντρο, οι βασικοί χώροι λατρείας, τα πιο σπουδαία κτίρια και ο μεγαλύτερος χώρος συγκέντρωσης του λαού, ο ιππόδρομος.
             Το Παλάτι  φαίνεται ότι άρχισε να καταρρέει σταδιακά, κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε από τη λεηλάτηση που υπέστη κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας (1204-1261). Πάντως, κατά το 10ο αιώνα, όπως μαρτυρείται από τις τελετές που συνδέονται με τη Μακεδονική δυναστεία, το Μέγα Παλάτιον συνέχιζε να αποτελεί έναν τόπο με σημαντική τελετουργική σημασία – έτσι, για παράδειγμα, το 959, όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος πέθανε, η σορός του μεταφέρθηκε σε κλίνη σε συγκεκριμένες αίθουσες μέσα στο παλάτι: στο Καβαλλάριον, την αίθουσα των Δεκαεννέα Ακκουβιτών και στη Χαλκή, όπου εκτέθηκε σε προσκύνηση. Στη Μέση Βυζαντινή περίοδο, και ιδιαίτερα επί βασιλείας του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), αυξήθηκε η σπουδαιότητα του Παλατιού των Βλαχερνών, στα βορειοδυτικά της πόλης, κοντά στον Κεράτιο κόλπο, και αποτέλεσε κατεξοχήν αυτοκρατορική κατοικία. Παρ’ όλα αυτά, στο συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού κατά το 12ο αιώνα προστέθηκαν σημαντικά νέα κτίρια, ενώ άλλα ανακαινίστηκαν, ειδικά ο Μουχρουτάς, ένα περίπτερο αναψυχής με αραβικές ή περσικές επιρροές, πιθανόν με οξυκόρυφο θόλο, που λέγεται ότι βρισκόταν στους νοτιοδυτικούς χώρους του παλατιού. Μεγάλη καταστροφή έχει καταγραφεί ότι έπληξε το σημείο αυτό στις λεηλασίες που έγιναν κατά τη διάρκεια της άλωσης από τους σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, και στη συνέχεια της Λατινοκρατίας.