Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Κωνσταντινούπολη, Ναός της Αγίας του Θεού Ειρήνης

 
 
Κωνσταντινούπολη, Ναός της Αγίας του Θεού Ειρήνης
 

                   Η Αγία Ειρήνη  αποτέλεσε τον πρώτο Πατριαρχικό ναό του Βυζαντίου, πριν την κατασκευή της Αγίας Σοφίας. Παρά το γεγονός ότι η Αγία Ειρήνη δεν κατάφερε να αποσπάσει την αναγνώριση που της άξιζε, παραμένει κατεξοχήν παράδειγμα της πρώιμης βυζαντινής αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης και πρωτότυπο υπόδειγμα της σταυροειδούς τρουλαίας βασιλικής. Επιπλέον, ο αποσπασματικά σωζόμενος σταυρός στην αψίδα αποτελεί σημαντικό δείγμα εικονομαχικής τέχνης στην Κωνσταντινούπολη. Ίσως το γεγονός ότι συνδέθηκε με την εικονομαχία, εξηγεί εν μέρει τη σχετική παραμέλησή της.
                   Η εκκλησία κτίστηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και ονομάζονταν και «Πατριαρχείο». Μέχρι το έτος 360, και πριν την κατασκευή της Αγίας Σοφίας, ήταν η μητρόπολη της Κωνσταντινούπολης.
                     Στην εκκλησία αυτή συγκροτήθηκε επί Θεοδοσίου του μεγάλου η Β΄ οικουμενική σύνοδος, που συνέχισε και συμπλήρωσε τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και καταδίκασε τις κακοδοξίες του Μακεδόνιου και των πνευματομάχων (οι οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος), καθώς και του Απολιναρίου (υπερτόνιζε το θείο στοιχείο στον Χριστό, αποκλείοντας την ύπαρξη ανθρώπινης ψυχής κατά την ενανθρώπηση Του).
                       Με την Στάση του Νίκα (532 μ.Χ.) καταστράφηκε και ξανακτίσθηκε από τον Ιουστινιανό. Η Αγία Ειρήνη που χτίστηκε μετά τη Στάση του Νίκα, κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες με την παρακείμενη Αγία Σοφία, είναι μια υποδειγματική τρουλαία βασιλική, τρίκλιτη, με υπερώα στις τρεις πλευρές που ανοίγονταν στον κεντρικό χώρο και προς το ιερό στα ανατολικά. Χωρίς να έχει ξεπεράσει ποτέ την Αγία Σοφία, η Αγία Ειρήνη παραμένει η δεύτερη σε μέγεθος κωνσταντινουπολίτικη εκκλησία, με την κάτοψη του σημερινού σωζόμενου κτίσματος να έχει διαστάσεις περ.58Χ30 μ., χωρίς να υπολογίζουμε το αίθριο και τη διάμετρο του τρούλου να είναι περίπου 15 μ. 
                  Η  Αγία Ειρήνη έπαθε μεγάλες ζημιές από το σεισμό του 740. Ο τρούλος της εκκλησίας κατέρρευσε και το κτήριο έμεινε σε ερείπια. Ουσιαστικά ξαναχτίστηκε από τον Κωνσταντίνο Ε΄, γύρω στο 753. Δεδομένων των ιστορικών συνθηκών,αυτή η φάση της εκκλησίας μάς δίνει πρόσβαση στην αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης την περίοδο της Εικονομαχίας. Σε αυτή την επισκευή του 8ου αιώνα, και παρά τη σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη οικονομική δυνατότητα, το κτήριο διατήρησε την αρχική του κλίμακα του 6ου αιώνα, καθώς και την κάτοψη βασιλικής, ενώ έλαβε μορφή σταυροειδούς με τρούλο και έναν ελλειπτικό θόλο πάνω από το δυτικό τμήμα του κυρίως ναού.
                Από τον εσωτερικό διάκοσμο της Αγίας Ειρήνης έχουν σωθεί κυρίως ψηφιδωτά στην αψίδα και στο νάρθηκα, τοιχογραφίες στο νότιο κλίτος και το διακονικό, ανάγλυφα κιονόκρανα,   καθώς και κομμάτια αναγλύφων,ενσωματωμένα στο δάπεδο.Πιο διάσημο είναι οπωσδήποτε το αποσπασματικά σωζόμενο ψηφιδωτό με το μνημειακό σταυρό στην αψίδα του ιερού, που έγινε από τον Κωνσταντίνο Ε΄ κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας. Ο σταυρός πάνω σε χρυσό βάθος είναι μοναδικό δείγμα εικονομαχικής τέχνης. Η απόφαση να διακοσμηθεί η αψίδα με ένα μεμονωμένο μνημειακό σταυρό, που θυμίζει έντονα εικόνες του Τίμιου Σταυρού, αποτελεί ένδειξη των αντιλήψεων του Κωνσταντίνου Ε΄ και άλλων εικονομάχων, για τους οποίους μόνο ο σταυρός και η Θεία Ευχαριστία ήταν αποδεκτές εικόνες του Χριστού.
                    Η Αγία Ειρήνη υπήρξε πρότυπο για άλλες εκκλησίες και συγκεκριμένα για την ονώνυμη εκκλησία που χτίστηκε περίπου το 1050 στο Κίεβο της Ουκρανίας.
                  Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης η εκκλησία δε μετατράπηκε σε τζαμί, αλλά χρησιμοποιήθηκε ως οπλοστάσιο από τους Οθωμανούς, αποθήκη για λάφυρα πολέμου με διάφορα λάβαρα και βυζαντινά κατάλοιπα ως εμβλήματα νικών, και αργότερα έγινε πολεμικό μουσείο.. Σήμερα η Αγία Ειρήνη λειτουργεί κυρίως ως αίθουσα συναυλιών, λόγω της εξαιρετικής ακουστικής Μια σαρκοφάγος από πορφυρίτη, που παραδοσιακά συνδέεται με το Μέγα Κωνσταντίνο, βρίσκεται στο αίθριο της Αγίας Ειρήνης, ενώ σε παλαιότερες φωτογραφίες από το χώρο, μερικές φορές φαίνεται τμήμα της περίφημης αλυσίδας που είχε κλείσει τον Κεράτιο για να προστατευτεί η Κωνσταντινούπολη στην πολιορκία του 1453.

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κωνσταντινούπολη, η Βασιλεύουσα, του Στήβεν Ράνσιμαν

 
 
 
                                              Κωνσταντινούπολη, η Βασιλεύουσα
                                      του Στήβεν Ράνσιμαν, κορυφαίου Βυζαντινολόγου

              Τον 5ο ήδη αιώνα ό πληθυσμός τής Κωνσταντινούπολης, χωρίς τα προάστιά της, πρέπει να ήταν περίπου ένα εκατομμύριο και ό αριθμός αυτός διατηρήθηκε κατά προσέγγιση ως τη λατινική κατάκτηση. Μετά τη λατινική κατάκτηση όμως άρχισε να λιγοστεύει με γρήγορο ρυθμό, ώσπου το 1453 αυτοί πού έμεναν δεν ήταν ούτε εκατό χιλιάδες. Η έκταση τής Πόλης ήταν πολύ πιο μεγάλη και από όσο θα δικαιολογούσε ένας τέτοιος αριθμός. Η βάση τού Τριγώνου, όπου ήταν χτισμένη, είχε περίπου εφτάμιση χιλιόμετρα μήκος και εκεί, σε διπλή γραμμή, από τον Μαρμαρά ως τον Κεράτιο κόλπο, εκτείνονταν τα χερσαία τείχη, πού είχε χτίσει ό Θεοδόσιος Β’, με τις έντεκα πύλες τους, εκ περιτροπής μιά στρατιωτική και μιά πολιτική. Από τις δύο άκρες τους άρχιζαν τα θαλάσσια τείχη, πού το καθένα είχε δέκα περίπου χιλιόμετρα μήκος, για να συναντηθούν στην αμβλεία κορυφή τού τριγώνου στο Βόσπορο. Μέσα στα τείχη υπήρχαν διάφορες πολυάνθρωπες πόλεις και χωριά, πού τα χώριζαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα και κήποι. Όπως ή παλιά Ρώμη έτσι και ή Κωνσταντινούπολη μπορούσε να υπερηφανεύεται για τούς εφτά της λόφους. Οι λόφοι αυτοί ορθώνονταν απότομοι πάνω από το Βόσπορο και τον Κεράτιο κόλπο, προς τη θάλασσα όμως τού Μαρμαρά οι πλαγιές ήταν πιο μαλακές και οι χώροι ανάμεσά τους πιο μεγάλοι.
           Ο ταξιδιώτης που ερχόταν από τη θάλασσα, από το νότο ή από τη δύση, καθώς πλησίαζε την Πόλη, έβλεπε στο δεξί του χέρι τούς θόλους και τις σκεπασμένες με κεραμίδια στοές τού Μεγάλου Παλατίου, την Αγία Σοφία να υψώνεται από πίσω και κήπους να απλώνονται ως κάτω στο Βόσπορο. Ύστερα έβλεπε τον πελώριο κυρτό τοίχο, πού ακόμα και σήμερα υποστηρίζει το νότιο άκρο τού ιπποδρόμου, να υψώνεται πάνω από το κομψό λιμάνι τού παλατιού, την εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, και πιο χαμηλά μιά συνοικία με παλάτια μικρότερα. Στα αριστερά το θαλάσσιο τείχος, με τούς αραιούς πύργους του, ήταν κατά διαστήματα κομμένο, και στα σημεία αυτά υπήρχαν μικρά τεχνητά λιμάνια για τα πλοία πού δεν ήθελαν να κάμουν το γύρο ως τον Κεράτιο κόλπο. Γύρω από τα λιμάνια αυτά ήταν ένα πλήθος σπίτια πυκνοχτισμένα. Από πίσω, κυρίως στην κοιλάδα τού μικρού ποταμού Λύκου, υπήρχαν περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, ακόμα και χωράφια με σιτάρι, στην κορυφή όμως τού λόφου δέσποζε ή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και άλλα μεγάλα κτίρια. Λίγο αριστερότερα το τοπίο γινόταν πιο ομαλό. Στην όχθη βρισκόταν ή πολυάνθρωπη συνοικία τού Στουδίου με το ξακουστό μοναστήρι της. Από πίσω έβλεπε κανείς το απάνω μέρος των χερσαίων τειχών καθώς κατέβαιναν προς τη θάλασσα. Και έξω όμως από τα τείχη τα σπίτια των προαστίων ήταν πυκνά σε μιά απόσταση τριών περίπου χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής.
             Από την πλευρά τού Κερατίου κόλπου ή όψη της Πόλης ήταν τελείως διαφορετική. Εκεί, μπρος από τα τείχη, έβλεπε κανείς μιά ακτή πού, με την πάροδο των αιώνων, συνεχώς μεγάλωνε, γεμάτη προβλήτες, αποθήκες και αποβάθρες, όπου ήταν αγκυροβολημένα τα εμπορικά πλοία, και λίγο πιο πέρα έβλεπε κανείς και σπίτια χτισμένα μέσα στο νερό απάνω σε πασσάλους. Από πίσω ένα πλήθος πύλες έβγαζαν στις εμπορικές συνοικίες. Εκεί δεν έβλεπε κανείς πολλή πρασινάδα. Οι πιο απότομες πλαγιές, πού ανέβαιναν στην κεντρική κορυφή, ήταν γεμάτες σπίτια, εκτός από τη συνοικία τού φρουρίου στην ανατολική άκρη και την ακόμα μεγαλύτερη περιοχή των Βλαχερνών, στο ακρότατο δυτικό σημείο, όπου ένα αυτοκρατορικό παλάτι και μιά πολύ ιερή εκκλησία έδιναν σε όλη τη συνοικία έναν τόνο αρχοντιάς. Στον ενδιάμεσο χώρο βρισκόταν το κέντρο της εμπορικής δραστηριότητας τής Πόλης, τα γραφεία των πλοιοκτητών και των εξαγωγέων και τα καταστήματα των ξένων εμπόρων. Σ’ αυτό το μέρος επιτρέψανε στους Ιταλούς εμπόρους να εγκατασταθούν για πρώτη φορά .
                Ή συνοικία με τα κομψά μαγαζιά βρισκόταν στο εσωτερικό. Ξεκινώντας από την είσοδο τού παλατιού και τού Ιπποδρόμου ή οδός πού λεγόταν Μέση, ό κυριότερος δρόμος, προχωρούσε κατά μήκος τού κεντρικού λόφου σε μιά απόσταση τριών χιλιομέτρων προς τα αριστερά. Ήταν δρόμος πλατύς με στοές και από τις δύο πλευρές, και περνούσε μέσα από δύο φ ό ρ ο υ ς ή αγορές (forum) — μεγάλες εκτάσεις στολισμένες με αγάλματα — το φ ό ρ ο τού Κωνσταντίνου κοντά στο παλάτι και τον ακόμα μεγαλύτερο τού Θεοδοσίου. Τελικά χωριζόταν σε δύο μεγάλους δρόμους, πού ό ένας, περνώντας από το φ ό ρ ο τού Βοός και τού Αρκαδίου, πήγαινε στη συνοικία τού Στουδίου, στη Χρυσή Πύλη και στην πύλη των Πηγών, ενώ ό άλλος περνούσε μπρος από την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και έφτανε στις Βλαχέρνες και στη Χαρισία πύλη ή πύλη τού Πολυανδρίου. Στις στοές τής Μέσης ήταν τα πιο σπουδαία μαγαζιά, κατά ομάδες, ανάλογα με τα εμπορεύματα πού πουλούσαν — Τα χρυσοχοεΐα και δίπλα τους τα αργυροχοεϊα, τα καταστήματα των υφασμάτων, τα επιπλοποιεϊα κ.ο.κ. Τα πολυτελέστερα ήταν κοντά στο παλάτι, στα λουτρά τού Ζευξίππου. Εκεί ήταν τα καταστήματα των μεταξωτών, στη μεγάλη αγορά πού την έλεγαν Λαμπτήρα ή Λαμπτήρων Οίκο γιατί τα παράθυρά της ήταν φωτισμένα τη νύχτα .
           Ιδιαίτερη αριστοκρατική συνοικία δεν υπήρχε. Παλάτια, καλύβες και σπιτάκια ήταν όλα στριμωγμένα κοντά - κοντά. Οι πλούσιοι έχτιζαν τα σπίτια τους κατά τον παλιό ρωμαϊκό τρόπο: διώροφα, με πρόσοψη γυμνή, και με μιά εσωτερική αυλή πού πότε - πότε ήταν σκεπασμένη και πού συνήθως την στόλιζαν με καμιά δεξαμενή, αλλά και με ό,τι άλλο εξωτικό στολίδι τούς περνούσε από τη φαντασία τους. Τα φτωχότερα σπίτια είχαν μπαλκόνια ή παράθυρα, πού εξείχαν πάνω από το δρόμο, και από κει οι πιο αργόσχολες νοικοκυρές παρακολουθούσαν την καθημερινή ζωή των γειτόνων τους . Οι δρόμοι αυτοί με τις κατοικίες είχαν χτιστεί κυρίως από ιδιώτες και εργολάβους, ένας νόμος όμως τού Ζήνωνος προσπάθησε να βάλει κάποια τάξη. Οι δρόμοι έπρεπε να έχουν 3,60 μέτρα πλάτος, τα μπαλκόνια έπρεπε να απέχουν τουλάχιστον 3 μέτρα από τον απέναντι τοίχο και να βρίσκονται σε 4,50 μέτρα ύψος από το έδαφος. Οι εξωτερικές σκάλες απαγορεύονταν και εκεί πού οι δρόμοι ήταν κιόλας χτισμένοι και ήταν στενότεροι από 3,60 μέτρα, δεν επιτρέπανε μεγάλα παράθυρα για θέα, μονάχα δικτυωτά για αερισμό. Αυτός ό νόμος έμεινε ως το τέλος ό καταστατικός χάρτης τής βυζαντινής πολεοδομίας. Υπήρχαν αυστηροί κανονισμοί για τούς υπονόμους, πού όλοι έβγαζαν στη θάλασσα. Κανένας, εκτός από πρόσωπα αυτοκρατορικά, δεν μπορούσε να ταφεί μέσα στην Πόλη. Σε κάθε ενορία υπήρχαν υγειονομικοί υπάλληλοι πού ή δουλειά τους ήταν να φροντίζουν με κάθε λεπτομέρεια για τη δημοσία υγεία.
            Σε αντίθεση με τούς δρόμους πού ήταν στενοί, υπήρχαν μεγάλα δημόσια πάρκα πού τα συντηρούσε με έξοδά του ό δήμος. Το Μέγα Παλάτιον και ό περίβολός του έπιαναν ολόκληρη την νοτιοανατολική γωνία τής Πόλης και τα διάφορα κτίριά του ήταν απλωμένα σε μιά έκταση σχεδόν ενάμιση χιλιομέτρου. Δίπλα ήταν το παλάτι τού πατριάρχη με τα παραρτήματά του και σε όλη την Πόλη υπήρχαν και πολλά άλλα αυτοκρατορικά παλάτια. Σε κάθε σχεδόν γωνία έβλεπε κανείς εκκλησίες. Υπήρχαν οι μεγάλες εκκλησίες τής Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων και ή Νέα του Βασιλείου Α’ και πλήθος άλλες μικρότερες. Σε πολλές άπ’ αυτές ήταν προσαρτημένα μοναστήρια, μέσα σε πελώριους σκυθρωπούς περιβόλους, καθώς και νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και πανδοχεία. Υπήρχαν τα κτίρια τού πανεπιστημίου, βιβλιοθήκες, υδραγωγεία, δεξαμενές, δημόσια λουτρά, και πάνω από όλα ό μεγάλος ιππόδρομος. Ένα άγαλμα τής Αφροδίτης έδειχνε το μοναδικό οίκο ανοχής τής Πόλης, στη συνοικία πού λεγόταν Ζεύγμα, στον Κεράτιο κόλπο. Οι κυριότεροι δρόμοι, και προπαντός οι φ ό ρ ο ι, ήταν αληθινά μουσεία, όπου ήταν τοποθετημένα τα ωραιότερα έργα της αρχαίας γλυπτικής. Στους πρώτους αιώνες υπήρχε ένα πραγματικό μουσείο, το σπίτι του Lausus, κάηκε όμως μαζί με όλους τούς θησαυρούς του το 476. Τα αγάλματα ωστόσο των δρόμων επιζήσανε ώσπου τα κατάστρεψαν ή τα έκλεψαν οι Λατίνοι σταυροφόροι.
              Γύρω από την Πόλη ήταν τα προάστια, πού άλλα, όπως ή Χαλκηδών και αργότερα ό ιταλικός Γαλατάς, ήταν πολυάσχολες εμπορικές πόλεις, και άλλα, όπως το Ιερόν, όπου ή Θεοδώρα είχε το αγαπημένο της παλάτι, και τα χωριά τού Βοσπόρου, ήταν κυρίως έξοχές όπου πήγαιναν το καλοκαίρι οι πλούσιοι. Στις Πηγές, έξω ακριβώς από τα τείχη, υπήρχε μιά ονομαστή εκκλησία τής Παναγίας. Στο Έβδομον, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από το μίλιον, τον χιλιομετρικό δείχτη τής πύλης τού Μεγάλου Παλατίου, υπήρχε ένας περίφημος χώρος παρελάσεων, όπου διαδραματίστηκαν πολλά σημαντικά επεισόδια τής βυζαντινής ιστορίας.
             Για την εξωτερική όψη της Πόλης, την εποχή τής ακμής της, μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε. Οι φανταστικοί θόλοι και τα αετώματα και οι χρωματιστές αψίδες, πού αποτελούν το φόντο στις μικρογραφίες των ιστορημένων χειρογράφων, μας δίνουν μιά εικόνα πιο λαμπρή άπ’ την πραγματική, γιατί οι βυζαντινοί αρχιτέκτονες τις ωραιότερες δημιουργίες τους τις φύλαγαν για τα εσωτερικά. Ακόμα όμως και επί Παλαιολόγων, όταν τεράστιες εκτάσεις τής Πόλης κείτονταν σε ερείπια και το ίδιο το Μέγα Παλάτιον δεν ήταν πια κατοικήσιμο, εξακολουθούσε και τότε να κάνει εντύπωση στους ταξιδιώτες ή μεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης.

KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ

 
 
 
 
 
 
 
KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ, αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, μεγάλος λόγιος, επιστήμονας και ένα από τα φαεινότερα πνεύματα της εποχής του.
 
            Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 905 μ.Χ., χωρίς γάμο αρχικά των γονέων του, του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄ του Σοφού (886 – 912) και της βυζαντινής αριστοκράτισσας Ζωής Καρβουνοψίνας (μαυρομάτας).H  γέννησή του έγινε στην αίθουσα της πορφύρας, σε μια προσπάθεια του Λέοντα να αποκτήσει το νεογέννητο παιδί δικαιώματα επί του θρόνου.
            Έξι μήνες μετά τη γέννησή του, οι γονείς του παντρεύονται (σημειωτέον ότι για τον Λέοντα αυτός ήταν ο τέταρτος γάμος του, γεγονός που ήταν  σκάνδαλο για την  Εκκλησία και προκαλούσε τα δυσμενή σχόλια του λαού). Παρότι σύμφωνα με την παράδοση το παιδί έπρεπε να πάρει το όνομα του παππού του, Βασίλειος, ο Λέοντας αποφάσισε να το ονομάσει Κωνσταντίνο, προς τιμή όλων των προηγούμενων συνονόματων ηγεμόνων, με πρώτο τον ιδρυτή της Πόλης, Μέγα Κωνσταντίνο. Το επίθετο Πορφυρογέννητος, θα τον ακολουθούσε για όλη του τη ζωή, για να δηλώνει  τα αναντίρρητα δικαιώματά του στη διαδοχή. Ωστόσο η ανάρρησή του στο θρόνο έγινε μετά από μια σειρά γεγονότων.
           Ο πατέρας του, Λέοντας, πεθαίνει το 912, ο αδερφός του Αλέξανδρος κυβερνά για δεκατρείς μήνες και αμέσως μετά, μια που ο Κων/νος είναι μόλις οκτώ χρονών, το 913, ορίζεται συμβούλιο αντιβασιλείας στο οποίο συμμετέχουν η μητέρα του Ζωή και ο πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός που είχε σοβαρές αντιρρήσεις, επειδή το παιδί είχε γεννηθεί εκτός γάμου.
          Κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Κωνσταντίνου (913-920), η Αυτοκρατορία αντιμετώπισε τις ηγετικές φιλοδοξίες του ηγεμόνα των Βουλγάρων Συμεών, που ήθελε να αναγορευθεί σε βασιλιά. Πρότεινε, μάλιστα, τον γάμο της κόρης του με τον ανήλικο Κωνσταντίνο. Η πρόταση απορρίφθηκε από τους επιτρόπους, γεγονός που εξόργισε τον βούλγαρο ηγεμόνα, ο οποίος απείλησε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη (913), ενώ έφθασε μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου, μετά τη νίκη του επί των Βυζαντινών στη Μάχη της Αγχιάλου (σημερινό Μπουργκάς).
           Από την αναταραχή αυτή επωφελήθηκε ο αρχηγός του στόλου Ρωμανός Λεκαπηνός, ο οποίος κατόρθωσε να αυξήσει την επιρροή του στο παλάτι, με τον γάμο της κόρης του Ελένης με τον δεκατετράχρονο πλέον αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο το 919.Σταδιακά, ο Κωνσταντίνος παραμερίστηκε από την εξουσία, την οποία ασκούσε ο Ρωμανός, ως αντιβασιλέας, με τους τρεις γιους του. Παράλληλα, προώθησε στον Πατριαρχικό θρόνο τον τέταρτο γιο του, Θεοφύλακτο, ενώ έκλεισε σε μοναστήρι τη βασιλομήτορα Ζωή.  Παρόλο που ο Κωνσταντίνος ήταν επίσημα αυτοκράτορας από το 913, δεν κατάφερε να παραμερίσει τους γιους του Λεκαπηνού παρά μόνο το 945. Στο διάστημα αυτό, όλα του τα ενδιαφέροντα ήταν η μελέτη και η συγγραφή.
            Το 945 μ.Χ. ο Πορφυρογέννητος Κωνσταντίνος αναλαμβάνει ουσιαστικά τη διακυβέρνηση του Βυζαντίου – με το θάνατο του Λεκαπηνού – έχοντας και την την υποστήριξη της ισχυρής οικογένειας των Φωκάδων, που πολλά μέλη της υπηρέτησαν από διάφορες θέσεις την αυτοκρατορία (Λέων Φωκάς, Βάρδας Φωκάς, Νικηφόρος Φωκάς κ.ά.).
       Ο Κωνσταντίνος ήταν πλέον ώριμος για την  εξουσία. Ήταν εξαιρετικά μορφωμένος και διανοούμενος, όπως και ο πατέρας του Λέοντας ο Σοφός. Δεν υπήρξε μεγάλος στρατηγός ούτε πολιτικός αλλά χάρη στους ικανούς και άξιους συνεργάτες που επέλεγε να έχει δίπλα του, μπόρεσε να διασφαλίσει τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας και να συνεχίσει την περίοδο ακμής, που ξεκίνησε από τον παππού του Βασίλειο, ιδρυτή της δυναστείας των Μακεδόνων. Με τους ικανούς στρατηγούς του Βάρδα Φωκά, Νικηφόρο Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή, κατόρθωσε να  εξουδετερώσει τους Άραβες, ενώ με τους Βούλγαρους σύναψε ειρήνη.
         Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος διεύρυνε τις οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τους Ρώσους. με τη βάπτιση της Ρωσίδας πριγκίπισσας Όλγας. Η βάπτισή της έγινε το 955 με μεγάλη επισημότητα στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε το χριστιανικό όνομα Ελένη από τη νονά της, Ελένη Λεκαπηνή, σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ'. Η βάπτιση της Όλγας στον Χριστιανισμό διεύρυνε την επιρροή των Βυζαντινών στη δυναμική αυτή περιοχή.
          Ο Πορφυρογέννητος έγινε περισσότερο γνωστός  για την τεράστια μόρφωσή του και για το πολύτιμο συγγραφικό του έργο. Στην εποχή του ανθεί η βυζαντινή λογιοσύνη και η στροφή προς την αρχαιογνωσία που συνέβαλλε στην καταγραφή και μελέτη των αρχαίων συυγγραφέων. Θα μπορουσε να πει κανείς ότι ο Κωνσταντίνος είναι  ο εμπνευστής του εγκυκλοπαιδισμού, μίας συγκεκριμένης συγγραφικής αντίληψης, που σκοπό έχει την κωδικοποίηση των πάσης φύσεως φιλολογικών, φιλοσοφικών και επιστημονικών γνώσεων. Με εντολή του, αλλά και με προσωπική εργασία εκπονήθηκαν εγκυκλοπαιδικές συνθέσεις διαφόρου περιεχομένου.
        Το πλήθος των συγγραμμάτων που αποδίδονται στον Κωνσταντίνο Ζ΄ μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μικρότερα σύνολα: Όσα προέρχονται από τη γραφίδα του ίδιου του αυτοκράτορα ή ακόμη και από τη συνεργασία του με άλλους λογίους και σε όσα γράφτηκαν με εντολή του. Πάντως τα όρια μεταξύ των δυο συνόλων είναι δύσκολο να εξακριβωθούν απόλυτα.
• Ο Βίος Βασιλείου είναι έργο του ιδίου. Πρόκειται για υποδειγματική βιογραφία του παππού του, αυτοκράτορα και αρχηγέτη της Μακεδονικής δυναστείας.
• Λόγο κατά τη μετακομιδή των λειψάνων του Ιωάννου Χρυσοστόμου.

Τα έργα που γράφτηκαν με εντολή του Πορφυρογέννητου είναι εκείνα που διακρίνονται κυρίως για τον εγκυκλοπαιδικό τους χαρακτήρα:
• Περί βασιλείου τάξεως, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή των ιστορικών σχετικά με το πολύπλοκο πρωτόκολλο που ακολουθούσαν οι Βυζαντινοί αξιωματούχοι και κυρίως η Αυτοκρατορική οικογένεια.
• Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, με συμβουλές προς τον γιο του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ρωμανό Β'
• Περί θεμάτων, σχετικό με τη διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας.
 
Την πρώτη όμως θέση ανάμεσα ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές συνθέσεις του Πορφυρογέννητου κατέχει η περίφημη ιστορική εγκυκλοπαίδεια απανθισμάτων από τους αρχαίους ιστορικούς, γνωστή κυρίως από την ονομασία της:
• Εκλογαί, γνωστό στη βιβλιογραφία ως Excerpta. Το έργο χωρίζονταν σε 53 «υποθέσεις» από τις οποίες έχουν παραδοθεί μόνο 4 και όχι όλες πλήρεις «Περί γνωμών και επιβουλών», «Περί αρετής και κακίας».
• Γεωπονικά σε 20 βιβλία.
         Ο λογιος αυτοκράτορας φρόντισε ιδιάιτερα την ανώτατη παιδεία. Ενίσχυσε  με γενναία ποσά το πρόσφατα αναδιοργανωμένο (το 855 μ.Χ.) από τον Καίσαρα Βάρδα, πανεπιστήμιο στη Μαγναύρα (ανάκτορο του 5ου αι.) και έδινε μάλιστα επίδομα στους φτωχούς φοιτητές. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα είχε τέσσερις έδρες: φιλοσοφίας, γεωμετρίας, αστρονομίας και ρητορικής, στις οποίες διδάσκονταν επίσης και άλγεβρα, μουσική, γραμματική, νομικά και ιατρική.
        Με το όνομά  του συνδέεται  και με δική του πιθανότατα πρωτοβουλία γράφτηκε το σπουδαιότερο πνευματικό έργο του 10ου αιώνα, η πρώτη ολοκληρωμένη, αλφαβητικά διαρθρωμένη εγκυκλοπαίδεια – λεξικό στον κόσμο, με εκατοντάδες χιλιάδες λήμματα, που καλύπτουν το σύνολο σχεδόν των φιλολογικών, φιλοσοφικών και επιστημονικών γνώσεων της εποχής. Πρόκειται για το περίφημο λεξικό του «Σουϊδα» ή της «Σούδας», που γράφτηκε το β΄ μισό του 10ου αι. Το έργο, που σώζεται ακέραιο,λόγω των συνεχών μέχρι σήμερα εκδόσεών του,έχει ανυπολόγιστη επιστημονική αξία. Περιέχει 30,000 λήμματα, πολλά από τα οποία περιέχουν στοιχεία από πηγές που διαφορετικά θα είχαν χαθεί στον καιρό μας. Το λεξικό αυτό είναι ένα από τα πολυτιμότερα έγγραφα για την ελληνική φιλολογία, την γραμματική, και την ιστορία.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Η επανάσταση του Θωμά του Σλάβου --μέρος Β΄--

 
Η προσαγωγή του Θωμά του Σλάβου μπροστά στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄ Τραυλό και ο μαρτυρικός θάνατός του από το <<Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη>>
 
 
       Ο Μικρασιάτης Θωμάς που  κατόρθωσε να πάρει με το μέρος του όλη την Μικρά Ασία, εκτός από το στρατό δύο Θεμάτων, είχε τη συμπαράσταση  και των Αράβων, Ήρθε σε συνεννόηση με τον χαλίφη Αλ Μαμούν και κέρδισε υποστήριξη, χρήματα και στρατεύματα από τους Άραβες, δίνοντας στο χαλίφη την υπόσχεση να του δοθούν  ορισμένες συνοριακές περιοχές που ανήκαν στο Βυζάντιο. Είχε συγκεντρώσει  ένα μεγάλο αριθμό από ετερογενείς οπαδούς. Κάτω απ’ τη σημαία του τάχθηκαν Άραβες, Πέρσες, Αρμένιοι, Σλάβοι και άλλες φυλές του Καυκάσου, όπως μας παραδίδει ο Ιωσήφ Γεννέσιος. Έχοντας ως στόχο το βυζαντινό θρόνο, ο Θωμάς αναγορεύτηκε αυτοκράτορας στην Αντιόχεια από τον πατριάρχη Ιωβ, έχοντας πάντα την υποστήριξη του Άραβα χαλίφη.
          Ο Μιχαήλ Β', ο οποίος παρακολουθούσε τα όσα διαδραματίζονταν στη Μικρά Ασία από την Κωνσταντινούπολη, διέταξε το πιστό σε αυτόν στράτευμα να κινηθεί εναντίον του Θωμά. Στη συμπλοκή που ακολούθησε οι δυνάμεις του Μιχαήλ Β' τράπηκαν σε φυγή. Έχοντας στην κατοχή του το μεγαλύτερο μέρος των μικρασιατικών παραλίων, ο Θωμάς προχώρησε στη ναυπήγηση πολεμικών και μεταγωγικών πλοίων, για να ενισχύσει με αυτά  στόλο του, ο οποίος περίμενε τις διαταγές του στη Λέσβο. Ο ίδιος κινήθηκε μαζί με τις χερσαίες δυνάμεις προς την Άβυδο, με σκοπό να ενωθεί με τον στόλο και να διαπεραιωθεί στη Θράκη, προκειμένου να επιτεθεί εναντίον της Κωνσταντινούπολης, καθώς μόνο με την κατάληψή της θα μπορούσε να νομιμοποιήσει την άνοδό του στο θρόνο. Περνώντας στις ευρωπαικές ακτές, οι Σλάβοι της Θράκης και της Μακεδονίας ενώθηκαν μαζί του  και η πολιορκία και οι συγκρούσεις ανάμεσα στον αυτοκρατορικό στρατό και στόλο και στον αντίστοιχο των επαναστατών, θα πάρουν μορφή εμφύλιας σύγκρουσης..
            Η πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης  από το Θωμά πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβρη του 821. Ο Θωμάς διέθετε αρκετές πολιορκητικές μηχανές (κριούς, χελώνες και ελεπόλεις), με τις οποίες επιτέθηκε στον τομέα των Βλαχερνών. Ο Μιχαήλ και ο γιος του Θεόφιλος, προσπάθησαν με τη συνδρομή του κλήρου να εμψυχώσουν τους υπερασπιστές των τειχών για να αποκρουστεί η επίθεση. Η προσδοκία του Θωμά ότι οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας θα δείλιαζαν μπροστά στο μέγεθος των δυνάμεών του και θα του παρέδιδαν αμέσως την πόλη, διαψεύστηκε. Οι επιθέσεις αποκρούστηκαν από τους αμυνόμενους, ενώ το ίδιο συνέβη και με το ναυτικό, που υπέστη πολλές απώλειες από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, όταν επιχείρησε να πλησιάσει τα παράκτια τείχη.
            Κι  ενώ οι καιρικές συνθήκες εμπόδιζαν την πρόοδο των πολεμικών επιχειρήσεων  και η πολιορκία φαινόταν να έχει βαλτώσει, ο Θωμάς αποφασίζει να τις αναστείλει προσωρινά. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύθηκε ο Μιχαήλ Β', ο οποίος ενίσχυσε την άμυνα της Κωνσταντινούπολης με δυνάμεις από τα θέματα Αρμενιάκων και Οψικίου.
          Την άνοιξη του 822 ο Θωμάς επανέλαβε την επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης με μεγαλύτερη ένταση, και από το παράκτιο τείχος και από την ξηρά στην περιοχή των Βλαχερνών, χωρίς να σημειώσει ωστόσο τις επιθυμητές επιτυχίες. Έτσι, πολλοί στρατιώτες του άρχισαν να αυτομολούν στον Μιχαήλ Β', ο οποίος μάλιστα τους είχε υποσχεθεί αμνηστία. Τότε αποπειράθηκε να αυτομολήσει προς το αντίπαλο στρατόπεδο και ο άμεσος συνεργάτης του Θωμά, Γρηγόριος Πτερωτός, με τη συνοδεία μικρού στρατιωτικού σώματος. Το γεγονός ωστόσο έγινε έγκαιρα αντιληπτό από τον Θωμά, ο οποίος τον συνέλαβε και τον θανάτωσε. Με αφορμή την επιτυχία του αυτή, ο Θωμάς διακήρυξε ότι είχε νικήσει τις δυνάμεις του Μιχαήλ Β' σε ξηρά και θάλασσα και ζητούσε από το θέμα Ελλάδος, την Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου να του παράσχουν ναυτική βοήθεια προκειμένου να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Πράγματι, το θέρος του 822 απεστάλησαν νέα πλοία, τα οποία αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Βυρίδων,βόρεια της Προποντίδος. Εκεί, πριν ακόμη προλάβουν να ενωθούν με τον υπόλοιπο στόλο των στασιαστών, δέχθηκαν επίθεση από τα αυτοκρατορικά πλοία, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να καταστραφούν από το υγρόν πυρ, άλλα να πέσουν στα χέρια των αντιπάλων και μόνον ένα μικρό μέρος τους να φτάσει τελικά στον προορισμό του.
        Η εμφύλια σύρραξη στο Βυζάντιο δεν άφησε αδιάφορους τους Βούλγαρους. Ο χαγάνος των Βούλγαρων Ομουρτάγ έστειλε πρεσβεία στον Μιχαήλ, προσφέροντάς του τη συμμαχία του.
         Τον Νοέμβριο του 822 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στα βυζαντινά εδάφη, αναγκάζοντας τον Θωμά να κινηθεί μαζί με όλο το στράτευμά του εναντίον τους. Στη μάχη που δόθηκε στην πεδιάδα του Κηδούκτου, ανάμεσα στην Ηράκλεια και τη Σηλυμβρία, αμφότερα τα στρατεύματα υπέστησαν απώλειες. Οι Βούλγαροι επέστρεψαν στα εδάφη τους, ο Θωμάς ωστόσο δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει την πολιορκία της,  λόγω του επερχόμενου χειμώνα αλλά και επειδή δεν διέθετε πλέον στόλο, τα τελευταία πλοία του είχαν παραδοθεί στον Μιχαήλ Β', όταν πολεμούσε με τους Βουλγάρους. Έτσι, στρατοπέδευσε στην πεδιάδα της Διάβασης, περίπου 40 χιλιόμετρα δυτικά της Βασιλεύουσας.
            Η αντίστροφη μέτρηση για την καταστολή της εξέγερσης είχε αρχίσει. Ο Μιχαήλ και ο αυτοκρατορικός στρατός θα επιτεθεί εναντίον των επαναστατών που θα υποχωρήσουν προς την Αρκαδιούπολη. Πολλοί επαναστάτες θα αυτομολήσουν δηλώνοντας την πίστη τους στον αυτοκράτορα Μιχαήλ. Θα ακολουθήσει καταδίωξη των επαναστατών και πολιορκία της Αρκαδιούπολης επί πέντε μήνες. Τελικά, στα μέσα Οκτωβρίου του 823, οι εξαντλημένοι πλέον από την πείνα κάτοικοι της Αρκαδιούπολης, αλλά και μερικοί από τους επαναστάτες συνωμότησαν εναντίον του Θωμά και τον παρέδωσαν στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον υπέβαλε σε ακρωτηριασμό και στη συνέχεια τον θανάτωσε.
            Σε μερικές περιοχές της αυτοκρατορίας είχαν μείνει τα τελευταία υπολείμματα της επανάστασης του Θωμά του Σλάβου. Στη Θρακική πόλη Πάνιον ένας ισχυρός σεισμός κατέστρεψε τα τείχη και ο αυτοκρατορικός στρατός εισήλθε εύκολα στην πόλη. Στην Ηράκλεια έγινε καταληψη της πόλης από τη θάλασσα και η καταστολή της εξέγερσης ολοκληρώθηκε με την παράδοση δύο οχυρών και την τιμωρία των διοικητών τους. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, απόλυτος κυρίαρχος, επέστρεψε με πολλούς αιχμαλώτους στην Κωνσταντινούπολη και γιόρτασε τα επινίκια με ιππικούς αγώνες στον ιππόδρομο. 
 
Αποτίμηση – συνέπειες
 
         Το κίνημα του Θωμά δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως  αμιγής λαϊκή εξέγερση και κοινωνική επανάσταση, αν και απέκτησε τέτοια στοιχεία και έπαιξαν  ρόλο σε αυτό οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Επρόκειτο περισσότερο για εμφύλιο πόλεμο, μια σύγκρουση μεταξύ νομιμότητας και σφετερισμού της εξουσίας, που επηρεάστηκε κυρίως από τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα κίνητρα του στασιαστή, από τον ανταγωνισμό των βυζαντινών επαρχιών με την κεντρική εξουσία και την πολιτική της και από τη διαμάχη για τις εικόνες. Στον εμφύλιο πόλεμο  ενεπλάκησαν και εξωτερικοί εχθροί της αυτοκρατορίας.
            Οι συνέπειές της εξέγερσης ήταν αρνητικές σε πολλά επίπεδα. Εξελίχτηκε σε ένα σκληρό εμφύλιο πόλεμο που κράτησε περίπου τρία χρόνια, αποδυναμώνοντας το στρατό και το στόλο. Όλα αυτά είχαν άμεσες επιπτώσεις στην αμυντική πολιτική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία λίγο αργότερα δεν μπόρεσε να εμποδίσει την κατάληψη της Κρήτης από τους Άραβες της Ισπανίας, όπως επίσης και την εισβολή των Αράβων της Αφρικής στα βυζαντινά εδάφη της Σικελίας το 827. Ο ζωτκός χώρος της Μικράς Ασίας που ήταν εκτεθειμένος στον αραβικό κίνδυνο θα έπρεπε να προαστατευτεί πάση θυσία. Αντίθετα  στα Βαλκάνια δόθηκε η δυνατότητα να υπάρξει μια προσέγγιση με τους Βούλγαρους Σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, οι εκτεταμένες καταστροφές που σημειώθηκαν στις διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας και κυρίως τη Θράκη, λόγω της μακρόχρονης παραμονής μεγάλων μονάδων στρατού, των ενόπλων συγκρούσεων και των επιδρομών, αποδιοργάνωσαν την οικονομική ζωή και κοινωνική ζωή.

Η επανάσταση του Θωμά του Σλάβου --821-- α΄ μέρος

 
 
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β΄καταδιώκει τον επαναστάτη Θωμά Σλάβο και απλώνει το χέρι για να του αφαιρέσει το στέμμα.Μικρογραφία απο το <<Χρονικό του Κωνσταντίνου Μανασσή>> του 13ου αιώνα (βιβλιοθήκη Βατικανού)
 
                                            Κοινωνικά και επαναστατικά κινήματα στο Βυζάντιο.

          Η εξέγερση του Θωμά του Σλάβου ξέσπασε γύρω στο 820 στα τέλη της βασιλείας του Λέοντα Ε΄ και ολοκληρώθηκε με την καταστολή της από το διάδοχό του Μιχαήλ Β΄,το 823.  Το επαναστατικό κίνημα πήρε πολιτικές, θρησκευτικές και φυλετικές διαστάσεις, πρωτίστως όμως ήταν μια διαμάχη για τη διεκδίκηση του αυτοκρατορικού θρόνου.Στην βαλκανική χερσόνησο επικρατούσε ειρήνη με τους Βούλγαρους, ενώ στην Ανατολή, οι επιθέσεις των Αράβων ήταν συχνό φαινόμενο και απειλούσαν τις ανατολικές επαρχίες τους Βυζαντίου. Τα χρόνια αυτά, την κοινωνία ολόκληρης της αυτοκρατορίας απασχολούσε το θέμα της εικονομαχίας, που είχε ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις.
         Ο Θωμάς ο Σλάβος ή Σκλαβηνός υπήρξε Βυζαντινός  αξιωματικός του στρατού.Γεννήθηκε στη ΒΑ Μικρά Ασία, στην περιοχή της Χαλδίας (ανατολικό άκρο του Πόντου), πιθανότατα μεταξύ του 760 και του 770 μ.Χ.,από φτωχή αγροτική οικογένεια, σλαβικής καταγωγής. Σλαβικοί πληθυσμοί είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα σε μικρασιατικά εδάφη και ιδίως στο θέμα του Οψικίου.
           Εντάχθηκε στο στρατό και γρήγορα ξεχώρισε κερδίζοντας αξιώματα. Συνδέθηκε με φιλία με τον Λέοντα Αρμένιο, μετέπειτα αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄, ο οποίος είχε στενές φιλικές σχέσεις με τον επίσης αξιωματικό Μιχαήλ Τραυλό, μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Β'. Το 803 τον συναντάμε υψηλόβαθμο αξιωματικό, πιθανώς τουρμάρχη, δηλαδή διοικητή μεραρχίας ή ταξιαρχίας, και υποστηρικτή του στασιαστή στρατηγού Βαρδανίου Τούρ.
            Όταν ο φίλος του Λέων έγινε αυτοκράτορας το 813, τον αποκατέστησε ορίζοντάς τον τουρμάρχη των Φοιδεράτων στο Θέμα Αρμενιακών. Τα Χριστούγεννα του 820, αμέσως μετά την δολοφονία του Λέοντος από συνωμότες κατευθυνόμενους από τον Μιχαήλ, ο Θωμάς, προκειμένου να εκδικηθεί για τη δολοφονία του αυτοκράτορα και φίλου του, να τιμωρήσει τον δολοφόνο, με τον οποίον ανέκαθεν είχε προσωπικές διαφορές, και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει τις δικές του πολιτικές φιλοδοξίες, αρνείται να αναγνωρίσει τον νέο αυτοκράτορα και στασιάζει αμέσως εναντίον του, κατηγορώντας τον ως σφετεριστή και προβάλλοντας τον εαυτό του ως προστάτη της αυτοκρατορικής νομιμότητας.
           Οι πολεμικές και πνευματικές ικανότητες του Θωμά τον είχαν καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή στους στρατιώτες της Μικράς Ασίας. Η δημοτικότητα του Θωμά αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτούμε ότι την ίδια περίοδο ο Μιχαήλ Β', άνδρας σε μεγάλο βαθμό άγνωστος μέχρι τότε και αντιπαθής λόγω των αναφερόμενων ελαττωμάτων του και της αμφισβητούμενης γενναιότητός του, δεν είχε προλάβει να εδραιωθεί στη συνείδηση των υπηκόων του ως αυτοκράτoρας και ιδρυτής μιας νέας δυναστείας. Η στάση του Θωμά δεν απειλούσε ουσιαστικά μια εδραιωμένη αυτοκρατορική νομιμότητα, όπως συνέβαινε στην περίπτωση ανάλογων στάσεων στην ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά ήταν περισσότερο μια ισότιμη διεκδίκηση του θρόνου ανάμεσα σε δύο στρατιωτικούς αξιωματούχους. Υπέρ του Θωμά λειτούργησαν τόσο η ισχυρή και γνώριμη στους κατοίκους της Μικράς Ασίας προσωπικότητά του, όσο και το γεγονός ότι δεν είχε αναμειχθεί στη δολοφονία του Λέοντος Ε', ο οποίος είχε πολλούς υποστηρικτές στην ίδια περιοχή.
            Ο ανομοιογενής φυλετικά χώρος της Μ. Ασίας ήταν κατάλληλος για την εξάπλωση ενός τέτοιου κινήματος. Την  αυτονομιστική τάση των ανατολικών θεμάτων βοηθούσε και η μακρινή απόσταση από την Πόλη, αλλά και το  θέμα της εικονομαχίας. Ο επαναστάτης  Θωμάς χρησιμοποίησε τη δυσαρέσκεια ενός  τμήματος του λαού που προκλήθηκε από τη συνεχιζόμενη εικονομαχία και εμφανίστηκε ως υπέρμαχος των Εικονοφίλων και μάλιστα ισχυριζόταν ότι ήταν ο παράνομα εκθρονισμένος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο ΣΤ΄. Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε ότι οι επαρχίες της Μικράς Ασίας είχαν αποδεχτεί περισσότερο την εικονομαχική πολιτική από ότι τα ευρωπαϊκά θέματα. Ο Θωμάς εμφανιζόμενος ως εικονολάτρης, βρήκε την ευκαιρία να διαφοροποιηθεί από την επίσημη κρατική πολιτική των Ισαύρων.
            Η επαναστατική αυτή κίνηση, με τις κατάλληλες κινήσεις από το Θωμά πήρε το χαρακτήρα κοινωνικής εξέγερσης. Ο Θωμάς εμφανίστηκε ως προστάτης των φτωχών αγροτών στους οποίους υποσχέθηκε απαλλαγή από τα φορολογικά τους βάρη. Συνέλαβε όλους τους φοροεισπράκτορες και με τις τοπικές εισπράξεις στρατολόγησε αρκετούς άνδρες από πολλές φυλές αλλά και δουλοπάροικους, ακόμα και με τη βία. Με τον τρόπο αυτό κινητοποίησε τις μάζες που δεινοπαθούσαν κάτω απ΄ την οικονομική δυσπραγία, την υπέρμετρη φορολογική καταπίεση και την αυθαιρεσία των κυβερνητικών οργάνων.
          Όλη η επαναστατική κίνηση παρουσιάστηκε σαν μια εξέγερση των δούλων εναντίον των κυρίων. Αν και οι προηγούμενοι αυτοκράτορες, ο Λέοντας ο Ε΄ και οι υπόλοιποι Ίσαυροι είχαν ακολουθήσει αντιαριστοκρατική πολιτική, πιθανότατα η ακριβώς αντίθετη πολιτική του Μιχαήλ αλλά και η προφανής, λανθασμένα όπως αποδείχτηκε, αδυναμία του, έδωσε ώθηση στο κίνημα του Θωμά.  Για την καταστολή της εξέγερσης  ο Μιχαήλ θα στηριχτεί σε πολλούς αριστοκράτες αλλά θα αναζητήσει συμμάχους και σε παλιούς υποστηρικτές του Λέοντα Ε΄.
           Το επαναστατικό του κίνημα  στηρίχθηκε σε κοινωνικές, θρησκευτικές και εθνικές  αντιθέσεις, διαδόθηκε ταχύτατα στο μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας. Οι πρώτοι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία στη περιοχή της Βιθυνίας γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα, ενώ αργότερα είχαμε και άλλες εγκαταστάσεις. Πολλοί από αυτούς, και γιατί ο Θωμάς ήταν ένα οικείο σε αυτούς πρόσωπο αλλά και λόγω της καταγωγής του, πύκνωσαν τις γραμμές του. Το να υποθέσουμε όμως ότι η επανάσταση είχε αμιγώς εθνικά χαρακτηριστικά είναι υπερβολικό και αδικαιολόγητο. Το θέμα του Οψικίου με την περιοχή της Βιθυνίας που περιλάμβανε το μεγαλύτερο αριθμό Σλάβων, παρέμεινε πιστό στον αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄. Οι Σλάβοι της Μικράς Ασίας δεν είχαν δικές τους μορφές κοινωνικής συγκρότησης που θα τους επέτρεπαν, με βάση την εθνική τους συνείδηση, να αμφισβητήσουν την κεντρική εξουσία, είχαν ενταχτεί στο κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας και είχε αρχίσει η διαδικασία του εξελληνισμού τους. Το πιο ασφαλές συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι η συμμετοχή τους στο επαναστατικό κίνημα καθορίστηκε περισσότερο από την κοινωνική και επαγγελματική τους θέση (αγρότες) και την κακή οικονομική τους κατάσταση, όπως συνέβη και με τους υπόλοιπους πληθυσμούς που συμμετείχαν στο κίνημα.
           Ο Θωμάς, αν και οι πηγές σ’ αυτό το σημείο παρουσιάζουν αντιθέσεις, φαίνεται να ήταν Σλαβικής καταγωγής, αλλά είχε καταλάβει σημαντικές θέσεις στο Βυζάντιο και είχε γίνει Ρωμαίος ή τουλάχιστον παρουσίαζε τον εαυτό του σαν Ρωμαίο, όπως φαίνεται απ’ το γεγονός ότι παρουσιαζόταν σαν ο Κων/νος ο ΣΤ΄, αποβλέποντας στον αυτοκρατορικό θρόνο.
              Στην προσπάθειά του να καταλάβει το θρόνο, υποστηρίχθηκε από πολλά στοιχεία τα οποία ήταν δυσαρεστημένα απ’ τη διακυβέρνηση του Μιχαήλ Β΄.
 

 

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Γεράκι Λακωνίας -- Ο άγνωστος “μικρός Μυστράς”

 
 
 
 
 
 
Γεράκι Λακωνίας --Ο άγνωστος “μικρός Μυστράς” μας περιμένει να τον ανακαλύψουμε...

              Το Γεράκι, κωμόπολη της Λακωνίας, βρίσκεται 36 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Σπάρτης σε υψόμετρο 300 μέτρων από την θάλασσα και είναι ίσως από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδος, που παρουσιάζουν ιστορικό βίο σχεδόν 5000 χρόνων, χωρίς διακοπή. Σημαντικότατα  είναι τα ευρήματα που ανήκουν στη Νεολιθική εποχή της 4ης π.Χ. χιλιετίας και στην εποχή του Χαλκού. Στα 300μ. ψηλά,  βρίσκεται η Ακρόπολη της αρχαίας Μυκηναϊκής πόλης των Γερονθρών. Η πόλη άνθησε και τους μετέπειτα δωρικούς και κλασσικούς χρόνους όπου υπήρχαν ναοί αφιερωμένοι στον Απόλλωνα και τον Άρη. Χαμηλά στο λόφο είναι ευδιάκριτα τα ερείπια του ρωμαϊκού υδραγωγείου. Η περιοχή έφτασε στο απόγειο της ακμής της κατά τη Βυζαντινή περίοδο που διήρκεσε 100 χρόνια. Συνέβαλε επίσης σημαντικά στον Αγώνα της Επανάστασης του 1821.
         Υπάρχουν τρεις εκδοχές για την προέλευση του ονόματος του Γερακίου: Η 1η σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση ταυτίζεται με το γνωστό πουλί γεράκι που πετά και διαφεντεύει τους ουρανούς. Έτσι και το Γεράκι με το κάστρο του βιγλίζει από ψηλά. Η 2η, ως παράφραση από την αρχαία του επωνυμία, Γερόνθραι > Γεράκι. Η 3η και νεότερη βασίζεται σε μελέτες που συσχετίζουν την πόλη της Ιεριχούς με την περιοχή και την έντονη χριστιανικότητα της. Έτσι ως παράφραση, Ιεριχώς > Ιεράκιον > Γεράκι. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην εκκλησία των Ταξιαρχών υπάρχει σπάνια τοιχογραφία της άλωσης της Ιεριχούς από τον Ιησού του Ναυή.
           Η  αρχαία πόλη των Γερονθρών εξακολούθησε να ακμάζει και στους επόμενους αιώνες και γι’ αυτό αναφερόταν στον κατάλογο των επαρχιών και πόλεων, ο οποίος συντάχθηκε από τον Ιεροκλή κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Κατά τον πέμπτο αιώνα κτίσθηκε χριστιανική εκκλησία, βασιλική, της οποίας τα λείψανα σώζονται στη θέση "Μητρόπολη". Κατά τους χρόνους αυτούς οχυρώθηκε περαιτέρω η ακρόπολη με νέα τείχη, των οποίων ορισμένα μέρη σώζονται ακόμη και σήμερα.
         Σήμερα  το Γεράκι αποτελεί ένα υπαίθριο Βυζαντινό μουσείο με πλήθος από  διάσπαρτες πέτρινες εκκλησίες που χρονολογούνται από τον 12ο αιώνα. Είναι πιθανόν ότι στα τελευταία χρόνια πριν από τη φραγκική κατάκτηση, κτίστηκαν μερικοί από τους ναούς που σώζονται ακόμη και σήμερα, όπως ο τρίκλιτος ναός του Αγίου Γεωργίου στο Κάστρο σε ρυθμό θολωτής βασιλικής με νάρθηκα και τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, καθώς και ένα θαυμάσιο διάγλυπτο εικονοστάσιο από πωρόλιθο, ο σταυρεπίστεγος ναός των Θεοφανίων στη μέση του βουνού του Κάστρου με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα, ο σταυροειδής μονόκλιτος ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου με τοιχογραφίες του 12ου αιώνα στη συνοικία Επάνω Βρύση, ο ναός του Αγίου Νικολάου στον Πύργο με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου στην "Κάτω Βρύση", ρυθμού θολωτής βασιλικής με τοιχογραφίες σε δύο στρώματα, το ένα από το 1300 και το άλλο με εγχαραγμένη χρονολογία 1450.
        Το Κάστρο είναι κτισμένο σε λόφο μόλις 2 χλμ ανατολικά του χωριού. Η ανάβαση του εντυπωσιακή. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, κατακτήθηκε και η Πελοπόννησος όπου διαιρέθηκε σε 12 μεγάλες τοπαρχίες. Εδώ, ανέλαβε επικεφαλής ο Γάλλος βαρώνος Γκι ντε Νιβελέ. Το 1209 έκτισε το Κάστρο, ώστε να ελέγχει το φέουδο του. Το 1262 παραδόθηκε στους Βυζαντινούς μαζί με τα κάστρα της Μονεμβασιάς, του Μιστρά και της Μάνης για την απελευθέρωση του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου και των άλλων ιπποτών που αιχμαλωτίσθηκαν από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259.
        Μετά την ανάκτησή του από τους Βυζαντινούς, το Γεράκι  σημείωσε νέα περίοδο κοινωνικής και θρησκευτικής ακμής. Γι’ αυτό συναντάει κανείς εγκατεστημένες στην περιοχή οικογένειες, οι οποίες έχουν επισήμους εκκλησιαστικούς και κοινωνικούς τίτλους και ονόματα επιφανών Λακεδαιμονίων οίκων. Από αυτή την εποχή σώζονται, άλλοι περισσότερο και άλλοι ολιγότερο ακέραιοι, περίπου 30 ναοί από τους οποίους οι 10 μέσα στον μεσαιωνικό οικισμό του Κάστρου. Οι πλέον αξιόλογοι από αυτούς είναι από τον 12ο αιώνα οι σταυροειδείς με τρούλο στηριζόμενοι σε πεσσούς ναοί του Αγίου Σώζοντος και του Αγίου Αθανασίου, και οι δύο διακοσμημένοι με τοιχογραφίες από τον 12ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα, ο σταυρεπίστεγος ναός των Αγίων Θεοδώρων, ο ναός του Προφήτη Ηλία με τοιχογραφίες από τον 17ο αιώνα αγιορείτικου τύπου με τρούλο στη θέση Δάφνη, όπου παλαιότερα υπήρχε μοναστήρι, ο σταυρεπίστεγος ναός της Αγίας Παρασκευής με τοιχογραφίες του 13ου αιώνα σε τρία στρώματα, ο μονόκλιτος ναός της Παναγίας της Ελεούσης (Ζωοδόχου Πηγής) σε τύπο θολωτής βασιλικής στην περιοχή κάτω από το Κάστρο με τοιχογραφίες του 1431, ο ναός του Προφήτη Ηλιού στη μέση του βουνού του Κάστρου, και αυτός σε τύπο θολωτής βασιλικής, καθώς και ο σταυρεπίστεγος ναός των Ταξιαρχών στη δεύτερη κορυφή νοτίως της κορυφής του Κάστρου, όπου μεταξύ άλλων υπάρχει μία τοιχογραφία της αλώσεως της Ιεριχούς από τον ήχο των σαλπίγγων των Ισραηλιτών υπό την ηγεσία του Ιησού του Ναυή.


Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Η πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους --1669--

 
 
 
 
 
 
              Μετά την οθωμανική κατάληψη της Κύπρου, το 1571, η Κρήτη και τα νησιά του Ιονίου ήταν τα μοναδικά χριστιανικά εδάφη στην ανατολική Μεσόγειο.  Παρά τις προσπάθειες των Βενετών να ενισχύσουν την άμυνα του νησιού ώστε ν` αντέξει σε πιθανή τουρκική επίθεση, το μέλλον είναι πλέον προδιαγεγραμμένο. Οι Τούρκοι καταβάλλουν έντονες προσπάθειες να κυριαρχήσουν στην πολύτιμη για τον έλεγχο της Μεσογείου, Κρήτη.
              Η αφορμή για να εισβάλει η  οθωμανική Τουρκία στην Κρήτη, ήταν ένα περιστατικό που θεωρήθηκε ως πρόφαση για την τουρκική πλευρά, που αναζητούσε κάποιο τρόπο να πατήσει το πόδι της στο Βασίλειο της Κάνδιας, όπως  ονομαζόταν από τους Ενετούς η Κρήτη. Το 1644 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας συνάντησαν και κατέλαβαν κοντά στην Κρήτη ένα τουρκικό πλοίο το οποίο μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα. Στην υπόθεση αυτής της πειρατείας ενέπλεξαν άμεσα την Κρήτη, βρίσκοντας τον τρόπο να επιτεθούν.
             Το 1645 αρχίζει η εκστρατεία κατάληψης της Κρήτης από τους Τούρκους. Ο ισχυρός τουρκικός στόλος αποτελούνταν από 100 πολεμικά, 300 μεταγωγικά και 50.ΟΟΟ στρατιώτες, από τους οποίους 7.000 ήταν γενίτσαροι. Πρώτα επιτίθενται στα Χανιά και μετά από μια δίμηνη σκληρή πολιορκία, η πόλη παραδίνεται  στις 22 Αυγούστου 1645. Ως το 1648, καταλαμβάνεται ολόκληρη η Κρήτη εκτός από τα φρούρια της Σούδας της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας και το ισχυρό και καλά οχυρωμένο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο). Η πόλη αποκλείεται τελείως από την ξηρά, εφοδιάζεται όμως συνεχώς από τα πλοία που στέλνουν οι Βενετοί.  
           Μέχρι το 1666 οι Τούρκοι αδυνατούσαν να καταλάβουν τον Χάνδακα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν και τα σύγχρονα, για την εποχή, μέσα τους. Τα Τείχη της πόλης άντεχαν και σταδιακά στον πόλεμο έμπαιναν και δυνάμεις από τα άλλα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, στο πλευρό των πολιορκούμενων.   Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιορκίας ήταν ο «υπόγειος πόλεμος», ο πόλεμος των υπονόμων. Τόσο οι υπερασπιστές του Χάνδακα όσο και οι Τούρκοι έσκαβαν κάτω από το έδαφος λαγούμια, τα οποία έφθαναν μέχρι την πλευρά που βρισκόταν ο αντίπαλος, και τα πυροδοτούσαν, προκαλώντας θύματα και ζημιές. Συχνά οι αντίπαλοι συναντιόντουσαν, καθώς έσκαβαν, και οι μάχες πλέον γίνονταν κάτω από το έδαφος.
              Απογοητευμένος ο σουλτάνος αντικαθιστά τον αρχιστράτηγό του με τον βεζίρη Αχμέτ Φαζίλ Κιοπτουλή, ενώ στο Χάνδακα τη διοίκηση της πόλης αναλαμβάνει ο Φραγκίσκος Μοροζίνι. Η πολυετής πολιορκία είχε εξαντλησει τους πολιορκημένους. Ωστόσο θα συμβούν δυο καθοριστικά γεγονότα που θα καθορίσουν την τύχη της πολιορκίας: η προδοτική συμπεριφορά του  Ενετού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση, ο οποίος στα τέλη του 1667 έφυγε κρυφά από τον Χάνδακα και παρουσιάστηκε στον Κιοπρουλή, παραδίδοντάς του τα σχέδια των Τειχών και του φρουρίου της πόλης και υποδεικνύοντας τα ευάλωτα σημεία του τείχους. Δεύτερο αρνητικό γεγονός ήταν η εγκατάλειψη του Χάνδακα από τους Γάλλους, κυρίως, στην κρίσιμη περίοδο του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1669.
              Έχοντας μείνει με ελάχιστους μόνο υπερασπιστές, χωρίς εφόδια σε μια πόλη ερειπίων, ο Μοροζίνι αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Κιοπρουλή τη συνθηκολόγηση. Στις 16 Σεπτεμβρίου συμφωνήθηκε ότι στον πληθυσμό της πόλης θα δινόταν περιθώριο 12 ημερών για να διαφύγει με όλη την κινητή του περιουσία. Η πλειοψηφία των κατοίκων που διέφυγε ήταν Βενετοί, κυρίως στα νησιά του Ιονίου και στη Βενετία.  Στην κυριαρχία των Ενετών θα παρέμεναν τα φρούρια της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας, που θα καταλειφθούν  από τους Τούρκους πολλά χρόνια αργότερα.
           Ο πόλεμος, που διήρκεσε σχεδόν 25 χρόνια, και η 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα είχαν πάρει ένα δραματικό τέλος. Οι Τούρκοι ιστορικοί έχουν αναφέρει ότι κατά την πολιορκία της πόλης σκοτώθηκαν περισσότεροι από 137.000 στρατιώτες και αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης.
              Μια νέα μαρτυρική ιστορική περίοδος αρχίζει για το νησί: η τουρκοκρατία με καταστροφές και λεηλασίες, καταπίεση και βαριά φορολογία. Το εμποριο και η οικονομική δραστηριότητα παρήκμασε, οι ντόπιοι έχασαν τη γη τους και έγιναν δουλοπάροικοι, ενώ η πλειοψηφία των χριστιανών  κατέφυγαν στα ορεινά, που οι συνθήκες ζωής μπορεί να ήταν δύσκολες, αλλά δεν υπήρχε η τουρκική καταπίεση και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Η παιδεία και ο πολιτισμός στην ενετοκρατούμενη Κρήτη

 
 
 
 
 
                      
Η παιδεία και ο πολιτισμός στην ενετοκρατούμενη Κρήτη
 
            Κατά τους δύο πρώτους αιώνες της ενετοκρατίας, οπότε το κλίμα που διέκρινε τις σχέσεις Βενετών και Κρητικών – μέσα στα συνεχή επαναστατικά κινήματα των δεύτερων – ήταν κλίμα μισαλλοδοξίας και αμοιβαίας δυσπιστίας, η πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσα στους δύο λαούς ήταν αδύνατη. Τα πρώτα  διακόσια χρόνια η πολιτιστική ζωή τροφοδοτούνταν από την παράδοση ενώ σημαντικό ρόλο είχαν οι βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι είχαν συρρεύσει στο νησί μετά την πτώση της Βασιλεύουσας. Η εκπαίδευση ακολουθούσε  τα βυζαντινά πρότυπα,  ήταν μια υπόθεση των αστών και πλουσίων και παρέχονταν κυρίως από τους ιερωμένους.
           Τα πρώτα γράμματα, δηλαδή ανάγνωση και γραφή, οι νέοι τα μάθαιναν από ιδιωτικούς διδασκάλους, που παρέδιδαν μαθήματα επ’ αμοιβή κατ’ οίκον, σε διδακτήρια με μικρό αριθμό μαθητών και – συνηθέστερα – σε σχολεία, που λειτουργούσαν σε μοναστήρια ή ήταν εξαρτημένα από την Εκκλησία.
          Υπάρχουν σαφείς μαρτυρίες ότι στον Χάνδακα – σημερινό Ηράκλειο – λειτουργούσαν σχολεία ελληνικής και λατινοϊταλικής παιδείας. τα παιδιά μάθαιναν «φράγκικα», δηλ. λατινικά και ιταλικά, και «ρωμαίικα», δηλ. αρχαία και νέα ελληνικά.
           Η παιδεία στη βενετοκρατούμενη Κρήτη παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθηση μετά τα μέσα του 15ου αιώνα, οπότε παγιώνεται η βενετική κυριαρχία, καταλαγιάζουν τα επαναστατικά κινήματα και αμβλύνονται οι αντιθέσεις Βενετών και Κρητικών. Την στιγμή που οι υπόλοιπες ελληνικές περιοχές ζούσαν με την απειλή της οθωμανικής εισβολής, στην Κρήτη έφτανε ο απόηχος της Αναγέννησης που ανθούσε στην Ιταλία. Η παιδεία  ήταν δίγλωσση και οι μορφωμένοι έπρεπε να γνωρίζουν και την ελληνική και την ιταλική και σε υψηλότερο επίπεδο την αρχαία ελληνική και τη λατινική.
         Αυτό που εντυπωσιάζει τους μελετητές της επίμαχης περιόδου είναι ο απροσδόκητα μεγάλος αριθμός εγγραμμάτων σε όλες τις κοινωνικές τάξεις της Κρήτης, φαινόμενο που εμφανίζεται ταυτόχρονα με την ύπαρξη πλήθους ιδιωτικών δασκάλων της λατινικής και της ελληνικής, αλλά και ειδικότερων αντικειμένων: μουσικής, ζωγραφικής, πρακτικής ιατρικής, φαρμακοποιίας κ.ά.
         Σύμφωνα με ποικίλες μαρτυρίες, το γενικότερο μορφωτικό επίπεδο στις πόλεις ιδιαίτερα της Κρήτης πρέπει να ήταν υψηλό. Όπως επισημαίνει ο Κ. Θ. Δημαράς, «αν δεν υπήρχαν ανώτερες σπουδές, υπήρχε πάντως ανώτερη παιδεία». Σε κάθε περίπτωση, βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι η στοιχειώδης γνώση της ανάγνωσης και της γραφής, που προϋπέθετε κάποια μαθητεία, ήταν αρκετά διαδεδομένη στις κοινωνίες του Χάνδακα και των λοιπών κρητικών πόλεων του 16ου και 17ου αιώνα, πράγμα που, πέραν των άλλων, αντικατοπτρίζεται και στο μορφωτικό επίπεδο του κλήρου, επίπεδο που εμφανίζεται προοδευτικά υψηλότερο
            Την παιδεία και την πολιτιστική ανάπτυξη του νησιού ευνοούν η γενικότερη οικονομική ανάπτυξη, η χαλάρωση της πολιτικής εξάρτησης από τη Βενετία αλλά και η παρουσία λόγιων προσφύγων από την Πόλη που αναζητούσαν καταφύγιο στην Κρήτη μετά την άλωση από τους Τούρκους. Πολλοί Κρητικοί συνέχιζαν τις σπουδές τους στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και ιδιαίτερα της Πάδοβας και στο ελληνικό κολέγιο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη.
         Την εξάπλωση της παιδείας βοήθησε και η ανακάλυψη της τυπογραφίας. Στη Βενετία ιδρύθηκαν τυπογραφεία που τύπωναν βιβλία και στα ελληνικά, για να καλύψουν τη μεγάλη ζήτηση της ελληνικής παιδείας. Σημαντικές προσωπικότητες ήταν ο  πρώτος εκδότης των «Απάντων» του Πλάτωνα και άλλων αρχαίων κειμένων Μάρκος Μουσούρος, ο Φραγκίσκος Πόρτος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ο σημαντικότερος Έλληνας οπαδός της Μεταρρύθμισης, φίλος του Καλβίνου και διακεκριμένος μελετητής αρχαίων ελληνικών κειμένων, ο κρητικός Ζαχαρίας Καλλέργης που ίδρυσε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο στη Βενετία και πλήθος άλλων που ταξίδεψαν και έφτασαν από την Ισπανία και την Αγγλία ως τη Ρωσία. Ξεχωριστή θέση κατέχει ο κορυφαίος ζωγράφος Δομήνικος Θεοτοκόπουλος που ξεκίνησε από το Χάνδακα και έφτασε ως την Ισπανία μένοντας γνωστός στην παγκόσμια τέχνη ως <<ο Έλληνας>>, <<el Greco>>.
          Σημαντική ήταν η λογοτεχνική παραγωγή στο νησί. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Κρήτες  λογοτέχνες είναι η δημώδης ελληνική με την χρήση και ιταλικών στοιχείων. Σατιρικός ποιητής ήταν ο Σαχλίκης, ιδαίτερα καυστικός και αισχρολογος ο οποίος έγραψε ένα μέρος του έργου του στη φυλακή. Ο Ρεθύμνιώτης Μπεργαδής προσπάθησε να μιμηθεί το Δάντη, περιγράφοντας στο ποίημα <<Απόκοπος>> μια φανταστική κάθοδό του στον Άδη. Κορυφαία έργα της κρητικής λογοτεχνίας θεωρούνται η <<Ερωφίλη>> του Γεώργιου Χορτάτση και ο <<Ερωτόκριτος>> του Βιτσέντζου Κορνάρου, ο οποίος έγραψε και το σημαντικό θεατρικό έργο η <<Θυσία του Αβραάμ>>. Θεατρικό έργο (κωμωδία) είναι και ο <<Κατζούρμπος>> του Χορτάτση.
           Στην ζωγραγική, που συδυάζει τη βυζαντινή τεχνοτρoπία με τις επιρροές της Δύσης, εκτός από το Θεοτοκόπουλο διακρίθηκαν ο αγιογράφος των Μετεώρων και του Αγίου Όρους Θεοφάνης Στρελίτζας ή Μπαθάς και ο Μιχαήλ Δαμασκηνός. Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, πέρα από τα βενετσιάνικα κάστρα που διατηρούνται μέχρι και σήμερα, χτίστηκαν σημαντικά κτίρια με επιβλητικότερο από όλα τη Λότζια, την οποία κατασκεύασε ο Μοροζίνι το 1628 στο Χάνδακα και που σήμερα στεγάζει το Δημαρχείο του Ηρακλείου.


                  

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

H περίοδος της Ενετοκρατίας στην Κρήτη - οι κρητικές επαναστάσεις

 
 
 
           Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, το νησί παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο Μομφερατικό, ηγετικό παράγοντα της Δ΄ σταυροφορίας. Ενώ του είχαν εγγυηθεί ότι θα είναι ο νέος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κων/πολης, τελικά πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας εκλέγεται  ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας. Ο Βονιφάτιος εξοργίζεται και για να τον εξευμενίσουν του δίνουν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, όπως και περιοχές της Κρήτης. Το 1206 ο γενουάτης Ερρίκος Πεσκατόρε καταλαμβάνει την Κρήτη. Ο Βονιφάτιος φρόντισε να πουλήσει τα δικαιώματα του στο νησί στους Βενετούς που έγκαιρα είχαν αναγνωρίσει τη στρατηγική σημασία του νησιού,για 1000 ασημένια μάρκα.  Ακολούθησε σκληρότατος πόλεμος μεταξύ Ενετών-Γενουατών που κράτησε πέντε χρόνια και τελείωσε το 1211 με την οριστική επικράτηση των Ενετών. Έτσι ξεκινά μια περίοδος 450 ετών Ενετοκρατίας και 700 ετών ξενοκρατίας.
            Οι Ενετοί για να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στο νησί, στέλνουν εποίκους τρεις φορές το 1212, 1223 και το 1252. Το 1252 οι Βενετοί καταφέρνουν να επιβληθούν οριστικά και στην περιοχή των Χανίων. Συνολικά τον πρώτο αιώνα της ενετοκρατίας εγκαταστάθηκαν στο νησί 10.000 έποικοι, περίπου το 1/6 του συνολικού πληθυσμού. Το ονομάζουν  Regno di Candia, και το χωρίζουν  σε τέσσερα διαμερίσματα: Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανιών και Σητείας. Την ανώτερη διοίκηση είχε ο Δούκας της Κρήτης, που εκλεγόταν για δυο χρόνια από την σύνοδο των Βενετών ευγενών. Οργάνωσαν τη διοίκηση με τοπικούς διοικητές κάθε επαρχίας, δικαστές και αστυνόμους. Αρχικά τα δημόσια αξιώματα καταλαμβάνονταν μόνο από Βενετούς, Πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο ήταν ο Χάνδακας όπου έδρευε και ο Καθολικός αρχιεπίσκοπος. Οι ντόπιοι χριστιανοί Ορθόδοξοι δεν μπορούσαν να έχουν αρχιερείς παρά μόνο απλούς παπάδες.
          Η κοινωνική  διαστρωμάτωση της βενετοκρατούμενης Κρήτης χαρακτηριζόταν από απόλυτη ταξικότητα. Στην ανώτατη κορυφή ήταν  οι Βενετοί ευγενείς και φεουδάρχες (nobili veneti, feudati). Στα έγγραφα αναφέρονται «ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι αφέντες». Οι ευγενείς ήταν καθολικοί, άποικοι ή απόγονοι αποίκων και είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Οι τίτλοι ευγένειας ήταν κληρονομικοί. Στους πρώτους αιώνες της ενετοκρατίας οι ευγενείς κατείχαν τα μεγαλύτερα φέουδα. Απ’ το 16ο αι. το φεουδαρχικό σύστημα είχα αρχίσει να παρακμάζει. Τα φέουδα είχαν καταμεριστεί, είχαν μεταβιβαστεί σε τρίτους και σημαντικές εκτάσεις είχαν αποχερσωθεί. Έτσι πολλοί από τους παλιούς ευγενείς με τα μεγάλα φέουδα έχασαν και τους τίτλους ευγενείας που είχαν πάψει να έχουν την αρχική τους σημασία και δεν αποτελούσαν πια παρά αντικείμενο συναλλαγών. Μοναδική περίπτωση ντόπιου ευγενή με ισότιμα με τους Βενετούς δικαιώματα ήταν ο Αλέξιος Καλλέργης και οι απόγονοί του.
          Κατώτεροι  ήταν οι Κρητικοί ευγενείς (nobili cretensi), αλλά και κάποιο Βενετοί που είχαν απωλέσει τα αξιώματά τους. Η κρητική ευγένεια δινόταν  με διάταγμα του δόγη σε αντάλλαγμα στρατιωτικών, πολιτικών ή και χρηματικών υπηρεσιών. Η ευγένεια αυτή (nobilitas cretensis), που ήταν υποδεέστερη της ενετικής και είχε τοπική αξία, παραχωρήθηκε και σε πολλούς απόγονους της παλαιάς ελληνικής αριστοκρατίας, τους αρχοντορωμαίους, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση που έχει άλλωστε ιστορική βάση,  είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη  και κατάγονταν από τα «δώδεκα αρχοντόπουλα» του Βυζαντίου. Όσοι Βενετοί ανήκαν σε αυτήν την τάξη, σταδιακά εξελληνίστηκαν, όπως τα μέλη της οικογένειας Μπραγκαντίν, που άλλαξαν το επώνυμό τους σε Μπεργαδής.
          Οι κάτοικοι των πόλεων, όσοι δεν ήταν ευγενείς, ονομάζονταν πολίτες ή αστοί (cittadini , burgenses). Η τάξη αυτή απαρτίζονταν από δημόσιους υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες.            
          Στην κατώτερη κοινωνική βαθμίδα ανήκε ο λαός των πόλεων και της υπαίθρου (plebe , populari ή populani , villani ή contadini). Οι χωρικοί διακρίνονταν σε άγραφους (agrafi), απελεύθερους(franchi) και σε παροίκους (villani parici), που δούλευαν στα κτήματα του δημοσίου ή των ιδιωτών. Οι χωρικοί κατέβαλλαν φόρους (ακρόσιχο, καπνικό) και ήταν υποχρεωμένοι σε αγγαρείες και κανίσκια. Αντίθετα οι «τσιταδίνοι» ήταν απαλλαγμένοι από αγγαρείες. Είχαν την υποχρέωση στρατιωτικής θητείας, την καταβολή μικρού φόρου και της παροχής στέγης στους ξένους μισθοφόρους που υπηρετούσαν στην Κρήτη. Η πιο βαριά αγγαρεία ήταν στις γαλέρες. Πολλές φορές σε όσους έπεφτε αυτή η αγγαρεία αναγκάζονταν για να την αποφύγουν να τρέπονται σε φυγή στα βουνά ή να πουλούν τα υπάρχοντά τους για να πληρώσουν αντικαταστάτες, τους λεγόμενους «αντισκάρους». Οι περισσότεροι Κρητικοί ανήκαν στην τάξη των πάροικων.
          Ξεχωριστή ομάδα πληθυσμού ήταν  η μειονότητα των Εβραίων. Τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας ήταν κυρίως έμποροι και τοκογλύφοι και απέδιδαν υψηλούς φόρους στο δημόσιο και αναγκαστικά δάνεια, κυρίως σε περιόδους στρατιωτικών αναγκών.
 
Οι κρητικές επαναστάσεις

             Στους δυο πρώτους αιώνες  της ενετοκρατίας αναφέρονται 27 επαναστάσεις και πολλά μικρότερα κινήματα, γεγονός που δείχνει την δυναμική αντίδραση των Κρητών στη βενετική παρουσία.
          Το 1283 άρχισε στην Κρήτη η μεγαλύτερη επανάσταση της κρητικής αριστοκρατίας εναντίον των Ενετών, με αρχηγό τον ισχυρό άρχοντα του Μυλοποτάμου Αλέξιο Καλλέργη. Ο Καλλέργης, ίσως είχε κάνει επαφές και με την Πόλη και συγκεκριμένα το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, ο οποίος ήθελε να δημιουργήσει προβλήματα και να αποτρέψει τους Βενετούς από το να συμπράξουν με τον Κάρολο Α΄ της Σικελίας.  Ο ισχυρός Κρητικός άνδρας  απαίτησε από τους Ενετούς να του παραχωρήσουν ευρύτατα προνόμια και να του αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία του. Ήξερε πολύ καλά ότι και η ανεξαρτησία της Κρήτης ήταν αδύνατη αλλά και η ένωσή της με το Βυζάντιο επίσης δύσκολη. Εξασφάλισε την υποστήριξη πολλών αρχοντικών οικογενειών, των παροίκων και του κλήρου και ξεκίνησε το σύστημα μικροπολέμου (guerilla), με το οποίο καταπονούσε και εξαντλούσε τις ενετικές δυνάμεις. Πολύ γρήγορα έγινε κύριος της Δυτικής Κρήτης. Επί δέκα χρόνια ακολούθησε την ίδια τακτική.
             Η κατάσταση περιπλέχτηκε όταν επενέβησαν και οι Γενοβέζοι που πυρπόλησαν τα Χανιά και επιδίωξαν να καταλάβουν τη δυτική Κρήτη, Ζήτησαν τη βοήθεια του Καλλέργη και οι Γενουάτες και ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’. Ο Καλλέργης αποφάσισε ότι ήταν η στιγμή να αποσπάσει ό,τι επιθυμούσε από τους Ενετούς. Έτσι στράφηκε στην κατεύθυνση των συνθηκολογήσεων που κατέληξαν στη συμφωνία του Απριλίου του 1298. Με αυτήν η Βενετία αναγνώριζε την ηγεμονική θέση του Καλλέργη στον οποίο δόθηκαν σημαντικό οικονομικά, πολιτικά αλλά και θρησκευτικά προνόμια  σε αντάλλαγμα του όρκου πίστης και υπακοής στη Βενετική Πολιτεία.
           Μικρότερες επαναστάσεις εξακολουθούσαν να γίνονται και στα επόμενα χρόνια.
           Μια άλλη σημαντική επανάσταση που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί συμμετείχαν και οι ίδιοι οι Βενετοί της Κρήτης ήταν η λεγόμενη αποστασία του Αγίου Τίτου (1383). Οι Bενετοί αυτοί, που οι περισσότεροι  δεν είχαν επισκεφτεί ποτέ την Βενετία, ήταν δυσαρεστημένοι και ασφυκτιούσαν από το βαρύ φορολογικό καθεστώς που τους επέβαλε η βενετική διοίκηση. Δύο βενετικές οικογένειες (Gradonico και Venier) δυσαρεστημένοι από την αβάστακτη φορολογία ενώθηκαν με τους Καλλέργηδες, κατέλυσαν τη βενετική κυριαρχία και ίδρυσαν αυτόνομη και ανεξάρτητη δημοκρατία υπό την αιγίδα του Αγίου Τίτου, πολιούχου του νησιού. Για να κερδίσουν την υποστήριξη των ντόπιων χριστιανών, υποσχέθηκαν την ισοτιμία της Ορθόδοξης με την Καθολική εκκλησία.
           Η επανάσταση πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις σε όλο το νησί. Δούκας εξελέγης ο Μάρκος Γραδόνικος. Η στάση των δύο βενετικών οικογενειών χαρακτηρίστηκε προδοσία από τη Βενετία.  Οργανώθηκε η αποστολή στην Κρήτη ενός μεγάλου βενετικού στόλου. Το 1364 οι Ενετοί κατέλαβαν τον Χάνδακα. Οι βενετοί επαναστάτες αντιμετωπίστηκαν σκληρά  και αποκεφαλίστηκαν. Οι Καλλέργηδες προσπάθησαν να συνεχίσουν την επανάσταση. Το  1367, εξαλείφτηκαν και οι τελευταίες εστίες αντίστασης, μετά από προδοσία, στα Σφακιά.
          Το 16ο αι. τα κινήματα στην Κρήτη έχουν έντονο «αγροτικό» χαρακτήρα. Το φεουδαρχικό σύστημα έχει παρακμάσει και ωθούμενοι από τις βιοτικές τους ανάγκες προχωρούν σε διάφορες κινητοποιήσεις απαιτώντας ικανοποίηση διαφόρων πρακτικών αιτημάτων(διεκδίκηση γης και ελευθεριών, μείωση ή κατάργηση αγγαρειών κ.λπ.). Οι άρχοντες είχαν διατηρήσει τα μεγάλα γονικά κτήματά τους και οι εξεγέρσεις τους αποσκοπούσαν στην κατοχύρωση κτημάτων που τους είχε δωρίσει το κράτος. Οι Κρητικοί γενικά ταυτίζονταν με τους πληθυσμούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εθνική συνείδηση, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, δεν υπάρχει ακόμα επί Ενετοκρατίας, απλά ο Κρητικός ταυτίζει την αυτοκρατορία με την ορθοδοξία. Το χριστιανικό θρησκευτικό αίσθημα του Κρητικού βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο με το ξένο, ετερόδοξο καθολικό και αυτή η διαφορά αρχίζει να θέτει της βάσεις της εθνικής συνείδησης.
          Το επαναστατικό πνεύμα που αναπτύχθηκε στην Κρήτη ερμηνεύεται από τις αυτονομιστικές τάσεις των βυζαντινών γαιοκτημόνων (οι οποίοι εκπροσωπούν στη Κρήτη τα «δώδεκα βυζαντινά αρχοντόπουλα» του «κυρ Φωκά» οι οποίοι θεωρούσαν, ακόμα και μετά την άλωση της Πόλης ότι είχαν συγγενικούς δεσμούς με τους αυτοκράτορες) και την αντίστοιχη υπακοή των εργατών γης στους άρχοντές τους, από την υπακοή των Κρητικών στον κλήρο (αφού αυτός ταυτίζεται με το Πατριαρχείο και την Πόλη), από τον αντιστασιακό πνεύμα όλων των στρωμάτων του Κρητικού πληθυσμού και από τη μορφολογία του Κρητικού εδάφους, που διευκολύνει αντίσταση και πολεμικές ενέργειες. Έτσι στην Κρήτη η αντίδραση και η αντίσταση στη Βενετική κατοχή είναι ισχυρή.
         Η ίδια η Κρητική εκκλησία, μέχρι και την πτώση του Βυζαντίου, εξακολουθούσε να θεωρεί ως μόνους νόμιμους ηγεμόνες τους βυζαντινούς αυτοκράτορες («επί της βασιλείας των ορθοδόξων και φιλοχρίστων ημών βασιλέων»). 
        Το θρησκευτικό συναίσθημα δημιουργεί τις βάσεις της νέας εθνικής συνείδησης των Κρητικών. Γι΄ αυτό η Κρήτη αισθάνεται ότι είναι υποχρεωμένη να λάβει μέρος στην τελευταία υπεράσπιση της Πόλης. Συγκεκριμένα στρατιωτικό σώμα Κρητών τοξοτών θα σταλεί για βοηθήσει κατά την πολιορκία της Πόλης από τους Τούρκους (1453). Σήμερα η εκκλησία της Κρήτης είναι σε καθεστώς ημιαυτονομίας, διατηρώντας κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

πληθυσμός  -  ασχολίες
 
            Ο πληθυσμός της Κρήτης επί Ενετοκρατίας ήταν περίπου 200.000 κάτοικοι. Συγκεκριμένα το 1510 είχε 300.000, το 1534 είχε 175.268, το 1571 παρουσιάζεται με 160.000. το 1575 έχει 1070 χωριά και 219.000 κατοίκους και το 1577 έχει 183.798. Το 1627, 1639, και 1644 το νησί καταγράφεται με 192.725, 254.00 και 287.165 κατοίκους αντίστοιχα. Στα χωριά κατοικούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες ενώ στις πόλεις Ενετοί φεουδάρχες, Ιταλοί έμποροι και Εβραίοι.
           Η πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο αυξανόμενος ολοένα τουρκικός κίνδυνος, η μακροχρόνια συμβίωση και οι επαφές με τη Βενετία, δημιουργούν τις προυποθέσεις για τη προσέγγιση των δύο λαών. Οι Βενετοί από το πρώτο μισό του 16ου αιώνα κυρίως και μετά κάνουν συνεχείς ενέργειες για να έχουν καλές σχέσεις με τους ντόπιους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον τη Βενετία ως σύμμαχο στην τουρκική απειλή.
            Η καλλιέργεγεια της ελιάς είναι αρχικά μικρή, όμως στα χρόνια της Ενετοκρατίας επεκτείνεται. Υπάρχει σημαντική παραγωγή τυριού, μεταξιού, μελιού και κυρίως κρασιού. Δυστυχώς μεγάλο μερος των δασών καταστρέφεται για την εξασφάλιση ναυπηγικής ξυλείας. Οι Βενετοί επισκευάζουν και οχυρώνουν τις πόλεις και άλλες σημαντικές θέσεις της Κρήτης. Ο κρητικός λαός δοκιμάζεται κι από ισχυρούς σεισμούς με πολλά θύματα, φοβερές επιδημίες-αρρώστιες, αλλά και αρκετές πειρατικές επιδρομές. Ήδη από το 1570-1571 μετά την κατάληψη της Κυπρου ήταν φανερό πως οι Τούρκοι θα έχουν σαν επόμενο στόχο την Κρήτη.




Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Η ανακατάληψη της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά -961 μ.Χ.-

 
 
 
Η ανακατάληψη της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά 961 μ.Χ.

        Η απώλεια της Κρήτης αλλά και της Σικελίας ήταν οδυνηρή για το  Βυζάντιο. Η Μεσόγειος είχε πάψει να θεωρείται βυζαντινή λίμνη, η κυριαρχία στη θάλασσα ήταν δείγμα ισχύος κι αυτή η διασάλευση  της θαλασσοκρατίας  απειλούσε τη παγκοσμιότητα της αυτοκρατορίας.
         Οι Άραβες εδραίωσαν τη παρουσία τους στο νησί και με τον εποικισμό και με την οργάνωση του νέου εμιράτου. Οχύρωσαν και επέκτειναν την περιοχή κοντά στη αρχαία Κνωσό, τον ονομαζόμενο Χάνδακα, που είχε σπουδαία γεωγραφική θέση προσφέροντας διέξοδο προς το Αιγαίο πέλαγος και τις υπόλοιπες περιοχές που αποτελούσαν στόχο των Αράβων. Μαζί με τις πειρατικές τους επιδρομές που τους απέφεραν πολλά πλούτη, αναπτύχτηκαν οικονομικά, εμπορικά  αλλά αποτέλεσαν και ένα σημαντικό πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του ευρύτερου αραβικού κόσμου.
        Οι Βυζαντινοί διεξήγαγαν απανωτές επιχειρήσεις για να ανακαταλάβουν το νησί, χωρίς όμως θετικά αποτελέσματα. Το 949 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ έστειλε μα ικανή ναυτική δύναμη στο νησί, αλλά η επιχείρηση απέτυχε και το στράτευμα συνετρίβη  από τους Άραβες. Πέρα από τις πολεμικές λύσεις, προσπάθησαν και μέσω της διπλωματική; οδού, όπως συνήθιζε η βυζαντινή εξουσία, να συνδιαλαγούν με του Άραβες και φαίνεται ότι μεταξύ των δύο μερών υπήρχε επικοινωνία και επαφή.
         Το 960 επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Β΄, ετοιμάστηκε και στάλθηκε στο Αιγαίο ένας ισχυρός στόλος με επικεφαλής  ένα ικανό και έμπειρο στρατηγό, το Δομέστικο των Σχολών της Ανατολής Νικηφόρο Φωκά, απόγονο μιας φημισμένης οικογένειας, μέλη της οποίας είχαν καταλάβει υψηλά αξιώματα και είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.
      Ο βυζαντινός στόλος, κατά προσέγγιση πάντα, όπως αναφέρεται από χρονικογράφους της εποχής, ήταν 50.000 περίπου στρατιώτες και 3.500 πλοία. Στον αριθμό  αυτόν περιλαμβάνονταν 2000 χελάνδια (πολεμικά πλοία με σίφωνες υγρού πυρός), 1000 δρόμωνες  και 500 μεταγωγικά που μετέφεραν πολεμικό εξοπλισμό και πολιορκητικές μηχανές. Συμμετείχαν  στρατιώτες από όλα τα βυζαντινά Θέματα, λαοί όπως Αρμένιοι, Σλάβοι και Ρώσοι με τα ευέλικτα πλοιάριά τους. Γεγονός επίσης είναι, ότι ο Φωκάς διέθετε ιππικό και υγρό πυρ. Όπως γίνεται αντιληπτό, επρόκειτο για μια εντυπωσιακή ναυτική δύναμη που αποτύπωνε την ισχυρή απόφαση των βυζαντινών να επιβάλλουν την κυριαρχία τους ξανά στη θάλασσα.
        Ο βυζαντινός στόλος αναχώρησε για την Κρήτη τον Ιούνιο του 960 και στις 13 του Ιούλη αντίκρισε τη βόρεια ακτή της μεγαλονήσου. Η προσέγγιση έγινε απρόσκοπτα και χωρίς καμιά αντίσταση από τον αντίστοιχο αραβικό στόλο, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Άραβες προτίμησαν να αποσύρουν τα πλοία τους, εξαιτίας του μεγάλου μεγέθους του βυζαντινού στόλου. Με τη αποβίβαση άρχισαν σκληρές μάχες στις περιοχές που ήταν γύρω από την πόλη. Η αντίσταση των Αράβων κάμφθηκε, κατασκευάστηκε ένα πρόχειρο στρατόπεδο και όλος ο στρατός ετοιμάστηκε για τη μεγάλη πολιορκία.
       Η καλά οχυρωμένη πόλη φάνταζε σαν ένας δύσκολος στόχος. Η πόλη δεν διέθετε φυσικό λιμάνι και γι αυτό οι Βυζαντινοί δε μπορούσαν να επιβάλλουν φυσικό αποκλεισμό που είναι απαραίτητος σε μια πολιορκία. Τρόφιμα και εφόδια μπορούσαν να μπουν στην πόλη για την ενίσχυση των πολιορκημένων. Σταλθήκαν αγγελιοφόροι στην Αίγυπτο και στη Σικελία, για να ζητηθεί αραβική βοήθεια, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
      Στα στρατεύματα του Φωκά είναι βέβαιο ότι εντάχθηκαν ντόπιοι Χριστιανοί, προφανώς Λευκορείτες.  «Καθημερινώς αυτομολούσαν στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Φωκά και του έδιναν βοήθεια και πολυτιμες πληροφορίες» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ, σ. 162): «Έκτοτε δε πολλοί καθ’ εκάστη ηυτομόλουν προς τον μάγιστρον» Συνέχεια Θεοφάνους, Bonn, σ. 476, 10-11. «Κρητικοί πήραν μέρος και συμπολεμήσανε μαζί με τους άνδρες του Νικηφόρου Φωκά κατά την πολιορκία του Χάνδακα» (Βασ. Ι. Καλαϊτζάκη, Η Κρήτη και οι Σαρακηνοί, εκδ. ΡΩΝΤΑ) (Συνέχεια Θεοφάνους, Bonn). Μάλιστα, Κρητικοί ειδοποίησαν και οδήγησαν τον Νικηφόρο Φωκά κατά την πολιορκία του Χάνδακα, κατά των Σαρακηνών της ενδοχώρας οι οποίοι κατείχαν έναν σημαντικό γήλοφο και είχαν συνεννοηθεί με τους πολιορκούμενους Σαρακηνούς να ενεργήσουν αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Νικηφόρου Φωκά απ’ έξω και από μέσα από την πόλη, για να τον εξαναγκάσουν να λύσει την πολιορκία (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 1, 7, όπου γράφει «Ιθαγενείς Άνδρας»).
         Καθώς περνούσε ο καιρός και έμπαινε ο χειμώνας, οι συνθήκες και για τα δυο μέρη έγιναν ιδιαίτερα σκληρές. Οι Βυζαντινοί ήταν εκτεθειμένοι στους ανέμους και στις αιφνίδιες αλλαγές του καιρού, τα τρόφιμα και οι προμήθειες ήταν λιγοστά, η σωματική και ψυχολογική κόπωση μεγάλη, και τα κρούσματα απειθαρχίας στο πολυφυλετικό στρατό του Φωκά αρκετά.
         Ο ίδιος ο στρατηγός χρειάστηκε να επέμβει για να επιβάλλει την πειθαρχία, ενώ προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλε και η αποστολή πρόσθετης βοήθειας από την Πόλη, το Φλεβάρη του 961.
         Με ανανεωμένες δυνάμεις οι βυζαντινοί σφυροκόπησαν τα τείχη του Χάνδακα. Το βυζαντινό μηχανικό κατάφερε σε ένα σημείο να ανοίξει ένα ρήγμα στα τείχη, από όπου εισήλθε ο στρατός στις 7 Μαρτίου του 961. Ακολούθησε λεηλασία και σφαγή του αραβικού πληθυσμού για αρκετές ημέρες. Οι Άραβες χρονικογράφοι αναφέρουν ότι ο στρατός του Νικηφόρου Φωκά έσφαξε ή πούλησε δούλους 200.000 ομοεθνείς τους άνδρες και γυναικόπαιδα. Ο ίδιος ο στρατηγός  Νικηφόρος Φωκάς, βλέποντας τη σφαγή «μπήκε ανάμεσά τους και προσπαθούσε να κατευνάσει την ορμή των στρατιωτών, επιχειρώντας να τους μεταπείσει να μην σκοτώνουν όσους παρέδιδαν τα όπλα (...) Με τέτοια λόγια ο στρατηγός μόλις που κατόρθωσε να ανακόψει την ανελέητη ορμή των στρατιωτών» (Λέοντα Διάκονου, Ιστορία, 2, 7).
             Στη θέση της ισοπεδωμένης πόλης ιδρύθηκε νέα, με το όνομα Τέμενος. Ο Νικηφόρος Φωκάς έδωσε εντολές να επισκευαστούν τα τείχη, να επιδιορθωθούν οι ζημιές, τοποθέτησε μόνιμη φρουρά με αυτοκρατορικό διοικητή. Στα 963, ο στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς βρέθηκε αυτοκράτορας. Έχοντας προσωπική εμπειρία από την κατάσταση στην Κρήτη, έστειλε πάμπολλους ιερείς, διέταξε και μετέτρεψαν τα τζαμιά σε εκκλησίες και ξεκίνησε τεράστιο πρόγραμμα εποίκισης του νησιού. Λείπουν οι γραπτές μαρτυρίες για την προέλευση των νέων κατοίκων. Ο καθηγητής Ν. Β. Τωμαδάκης όμως πιστεύει ότι τα τοπωνύμια μιλούν γι’ αυτήν: Αρμένοι στις επαρχίες Αποκορώνου, Ρεθύμνης και Σητείας. Αρμενοχώρι στην επαρχία Κισάμου. Αρμενιανά στην επαρχία Αμορίου. Σκλάβοι και Σκλαβεδιάκου στην επαρχία Σητείας. Σκλαβοχώρι στην επαρχία Πεδιάδας. Σκλαβοπούλα και Τσακώνω(ν) στην επαρχία Σελίνου. Βαρβάροι, Βαρβάρω και Ρωσοχώρια στην επαρχία Πεδιάδας.
          Η Κρήτη αποτέλεσε ξεχωριστό θέμα με διοικητή στρατηγό που έδρευε στον Χάνδακα. Αργότερα, στο νησί, με κίνητρα που τους δόθηκαν, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα και αρκετοί βυζαντινοί από την Πόλη.
         Όπως είναι φυσικό η είδηση της πτώσης της Κρήτης και της συντριβής των Αράβων σκόρπισε μεγάλο ενθουσιασμό στην Πόλη. Ήταν μια μεγάλη επιτυχία που οδήγησε στα ύψη το κύρος και το γόητρο του μεγάλου στρατηγού ο οποίος για την επιτυχία του αυτή έμεινε στην ιστορία ως <<ο Λευκός Θάνατος των Σαρακηνών>>. Δικαιολογημένα οι πανηγυρισμοί στην Πόλη ήταν μεγάλοι και όλοι περίμεναν την άφιξη του νικητή Νικηφόρου, για να τον επευφημήσουν και να τον αποθεώσουν.            
         Η νίκη δεν άρεσε στους συμβούλους του αυτοκράτορα Ρωμανού που του επισήμαναν τον κίνδυνο ο ισχυρός και λαοπρόβλητος πια στρατηγός να προβάλει αξιώσεις επί του θρόνου. Έτσι δεν επετράπη να γίνει αυτοκρατορικός θρίαμβος, αλλά έγινε μια απλή υποδοχή με τελικό προορισμό τον Ιππόδρομο, δεν τον άφησαν να ανέβει σε τέθριππο άρμα και ούτε συμμετείχε στην  στρατιωτική παρέλαση και επίδειξη των λαφύρων και αιχμαλώτων. Αμέσως μετά, ο Νικηφόρος Φωκάς, με απόφαση του ευνούχου Βρίγγα,  εστάλη επειγόντως στην Συρία.
        Δυο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος στρατηγός θα επανέλθει ως αυτοκράτορας...

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Η Kρήτη στα πρώτα βυζαντινά χρόνια - Η αραβική κατάκτηση

 
 
από χειρόγραφο του Ιωάννη Σκυλίτζη, 11ος αι. μεταφορά στρατιωτών με πλοία
 
Η Kρήτη στα  πρώτα βυζαντινά χρόνια

             Το 58 μ.Χ. η Κρήτη έρχεται σε επαφή με τον Χριστιανισμό χάρη στο μαθητή του Αποστόλου Παύλου, Τίτο.  Έτσι, ο Χριστιανισμός στην Κρήτη, επισήμως ξεκινάει με την παρουσία του Αποστόλου Τίτου, ο οποίος ως συνοδός του Αποστόλου Παύλου και του Βαρνάβα μετείχε στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων στα 49 μ.Χ. Πιστός μαθητής του Παύλου, τον ακολουθεί στις περιοδείες του στην Ευρώπη και την Ασία, ενώ ανάμεσα στα 62 και 63 μ.Χ.,οι δυο τους βρίσκονται στο νησί, βάζοντας τα θεμέλια της Χριστιανικής λατρείας. Ο Παύλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την οργάνωση της εκκλησίας στην Κρήτη.
           Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος (το 330 μ.Χ.) μετέφερε την πρωτεύουσα του κράτους του στην Κωνσταντινούπολη, απέσπασε την Κρήτη από την Κυρήνη και την ενέταξε στην επαρχία της Ιλλυρίας (βαλκανική χερσόνησος). Με τη διάσπαση της αυτοκρατορίας, στα 395 μ.Χ., επί Θεοδοσίου του Α΄, περιελήφθη στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος. Ο Ιεροκλής (ιστορικός και γεωγράφος του ΣΤ’ αιώνα), στο έργο του «Συνέκδημον», καταγράφει 21 κρητικές πόλεις (οι πιο πολλές αρχαίες που όμως συνέχιζαν να υπάρχουν) και το νησί Κλαύδος (σημερινή Γαύδος). Πρωτεύουσα ήταν   η Γόρτυνα. Στα χρόνια αυτά γίνονται μεγάλοι σεισμοί που προκαλούν καταστροφές και χτίζονται οι πρώτες μεγάλες εκκλησίες, με κυριότερη τη βασιλική του Αγίου Τίτου, που σώζεται μέχρι σήμερα στη Γόρτυνα.
            Όταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε θέματα, η Κρήτη αποτέλεσε ξεχωριστό θέμα με στρατηγό διοικητή. Εκκλησιαστικά, πέρασε στην εποπτεία της Ρώμης, αν και πολλοί Κρητικοί ιεράρχες μετείχαν στις τέσσερις πρώτες από τις οικουμενικές συνόδους. Στο νησί υπήρχαν εννιά επισκοπές.
         Στο κέντρο περίπου της Μεσογείου, σε σημείο που ελέγχει τη θαλάσσια συγκοινωνία και το εμπόριο, η Κρήτη θα γίνει στόχoς πολλών επιθέσεων. Στα 623 το νησί δέχεται την επιδρομή Σλάβων που έφτασαν ως εκεί με πλοιάρια, αλλά αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία. Στα 651, η Κρήτη δέχτηκε για πρώτη φορά την επίθεση των νεοεμφανιζόμενων Αράβων του χαλίφη Μωαβία, που είχαν ήδη καταλάβει την Αίγυπτο, και επιτέθηκαν και στην Κύπρο, ενώ τον μεθεπόμενο χρόνο (653) λεηλατήθηκε από τους Άραβες του Αβού Αλούρ.
          Οι Άραβες στηριζόμενοι στον αξιόλογο στόλο που είχαν φτιάξει, θα αρχίσουν να σχεδιάζουν επιθέσεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, που όμως θα αποδειχτούν αναποτελεσματικές, αφού η Πόλη επικοινωνούσε και εφοδιαζόταν χωρίς προβλήματα με τις επαρχίες από την ξηρά.  Το 674, μοίρα του αραβικού στόλου που έπλεε εναντίον της Κωνσταντινούπολης, κατέλαβε τον Χάρακα (στον κόλπο της Σούδας) και εκεί ξεχειμώνιασε.
          Στα χρόνια του ξέσπασε η εικονομαχία, επί Λέοντα Γ’ Ίσαυρου (717 – 741) στην Κρήτη, όπως και σε άλλα νησιά, η πλειοψηφία των κατοίκων τάχτηκαν με την πλευρά των εικονολατρών. O  αυτοκράτορας θεώρησε ότι αυτή η αντίδραση ξεκινούσε από την παπική Ρώμη και ενέταξε την Κρήτη στην εποπτεία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.


 Η αραβική κατάκτηση της Κρήτης
           Οι Αραβικές επιθέσεις κατά τον 9ο και 10ο αιώνα θα πάρουν οξύτατο χαρακτήρα στη θάλασσα με συγκεκριμένους στόχους την Κύπρο, τη Ρόδο και βέβαια την Κρήτη. Κι ενώ   οι Άραβες είχαν αποκρουστεί στην Ανατολή, προέκυψαν απειλητικοί από τη Δύση. Μετα από μια εξέγερση στο ανδαλουσιανό εμιράτο της Ισπανίας (Κόρδοβα), Άραβες επαναστάτες αναγκάστηκαν να φύγουν στη Βόρεια Αφρική μαζί με τις οικογένειές τους. Αρχηγός των φυγάδων ήταν ο Αμπού Χάφεζ Ομάρ, ο για τους Βυζαντινούς, Απόχαψις. Στα 816, έφτασαν στην Αίγυπτο αλλά δεν ένιωθαν ασφαλείς. Στα 823, αποφάσισαν το μεγάλο τόλμημα, μετά και από προτροπή των Αιγυπτίων που πάντα εποφθαλμιούσαν την Κρήτη.
          Ο στόλος του Αμπού Χάφεζ Ομάρ φάνηκε στα νότια της Κρήτης κι έκανε απόβαση στον όρμο Ψαρή Φοράδα, στα νοτιοανατολικά του σημερινού νομού Ηρακλείου. Βγήκαν οι πολεμιστές, βγήκαν και τα γυναικόπαιδα κι ο Ομάρ διέταξε κι έκαψαν τα πλοία τους, σε μια προσπάθεια να δώσει στην επίθεση χαρακτήρα μάχης μέχρις εσχάτων. Γίνεται φανερό ότι οι Ανδαλουσιανοί έβλεπαν την Κρήτη σαν μια τελευταία ευκαιρία να αποκτήσουν μια πλούσια γη, καθώς σε περίπτωση ήττας δε θα είχαν τρόπο διαφυγής,
        Οι επιτιθέμενοι δε συνάντησαν αξιόλογη αντίσταση γιατί η βυζαντινή εξουσία είχε αποσύρει σημαντικές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις από τα νησιά για να αντιμετωπιστεί η επανάσταση του Θωμά του Σλάβου. Φαίνεται όµως ότι δεν κατακτήθηκε ολόκληρο το νησί (τα Σφακιά σίγουρα δεν γνώρισαν κατακτητή). Οι παλαιές πόλεις και  η πρωτεύουσα Γόρτυνα μετατράπηκαν σε σωρούς ερειπίων.
        Ο κρητικός πληθυσμούς εκτοπίστηκε στην ύπαιθρο, όπου η διαβίωση με την διατήρηση των ηθών και εθίμων αλλά και της θρησκείας ήταν  ευκολότερη. Οι ντόπιοι ασχολούνταν με τις κτηνοτροφικές και γεωργικές τους ασχολίες,  ενώ οι μουσουλμάνοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στις πόλεις. Ασχολούνταν περισσότερο με την πειρατεία και τις ληστρικές επιδρομές, το εμπόριο αλλά και με την πολεμική ετοιμότητα για να αποκρούσουν οποιαδήποτε βυζαντινή επίθεση στο μέλλον. Εξισλαμισμοί υπήρξαν κυρίως στις πόλεις, από έλληνες αστούς. Οι επιγαμίες ανάμεσα σε Άραβες και Κρήτες ήταν ελάχιστες ενώ και τα αραβικά στοιχεία στη γλώσσα της Κρήτης είναι ελάχιστα και διατηρούνται μόνο µερικά αραβικά τοπωνύµια (Κατσαµπάς, Σούδα, Χονδράς, Χουµέρι, Ατζιπάς κ.ά.), Σηµαντική υπήρξε η οικοδόμηση του κάστρου του Χάνδακα στη θέση του αρχαίου και του σηµερινού Ηρακλείου, γύρω από το οποίο κατασκευάσθηκε βαθύ χαντάκι, από όπου η πόλη αλλά και το νησί πήραν το µεσαιωνικό τους όνοµα (Candia).   
      Το νησί εποικίζεται και έτσι οι αρχικοί Ανδαλουσιανοί Άραβες ενισχύονται με νέους μουσουλμάνους, κυρίως τυχοδιώκτες από διάφορες μουσουλμανικές χώρες, προκειμένου να ενισχυθούν πληθυσμιακά.
          Η Κρήτη   μεταβλήθηκε σε αραβικό εμιράτο που είχε ζωή περίπου ενάμισι αιώνα. Σε αυτά τα 130 και πλέον χρόνια της αραβικής κατοχής, η Κρήτη απoτέλεσε κέντρο εκτεταµένων πειρατικών επιδροµών που απλώνονταν σε όλο το χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα του νησιού, έγινε το μεγαλυτερο κέντρο δουλεμπορίου της Ανατολής, όπου έρχονταν πλούσιοι αγοραστές από τις χώρες της Μ. Ασίας, της Αραβίας και της Β. Αφρικής Από τα 827, οι Σαρακηνοί είχαν βάλει πόδι και στη Σικελία Τα δυο νησιά (Κρήτη και Σικελία) μετατράπηκαν σε βάσεις εξόρμησης οργανωμένων πειρατικών επιδρομών.Τα έσοδα από το εµπόριο των σκλάβων και η λεία από τις πειρατικές επιδροµές έφερναν αµύθητα πλούτη στους Άραβες κυριάρχους της Κρήτης.
        Παράλληλα το εμιράτο της Κρήτης ανέπτυξε διεθνές εμπόριο εισαγωγών και εξαγωγών και κατασκεύασε δικά του νομίσματα, όπου τυπικά αναφέρονται και τα ονόματα των Αββασιδών χαλιφών. Οι αραβικές πηγές περγράφουν και την πολιτιστική ανάπτυξη του νησιού, αναφέροντας ονόματα διαπρεπών νομικών και άλλων διανοουμένων, οι οποίοι έζησαν στην αραβοκρατούμενη Κρήτη
        Η πτώση της Κρήτης και η κατάληψή της από τους Άραβες ήταν γεγονός πολύ σημαντικό, γιατί άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή καθώς η ασφάλεια και η κυριαρχία, αλλά και η ίδια η βυζαντινή παρουσία στην περιοχή ήταν υπό σοβαρή αμφισβήτηση. Με ορμητήριο την Κρήτη οι Άραβες έκαναν επιδρομές προς το Αιγαίο και τα παράλια, ελέγχοντας όλη σχεδόν την νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου προκαλώντας μεγάλα προβλήματα στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και στο εμπόριο του Βυζαντίου. Η σοβαρότητα αυτής της κατάστασης λόγω και της γεωγραφικής θέσης της Κρήτης, εξηγούν τις τέσσερις απόπειρες ανακατάληψης του νησιού μέσα στον 9ο αιώνα, όλες όμως αποτυχημένες, μέχρι και το 961 που θα το καταφέρουν με το στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.

.

 

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Η περιπέτεια ενός συμβόλου - ημισέληνος

                                              
 
 
 
                                                         Η περιπέτεια ενός συμβόλου

          Η ημισέληνος, επίσημο σήμερα σύμβολο αρκετών μουσουλμανικών κρατών, ήταν σύμβολο πολλών λαών προτού το υιοθετήσουν οι μουσουλμάνοι. Η αναζήτηση της προέλευσης  της ημισελήνου και του αστεριού ως συμβόλων, μας οδηγεί στην εποχή των αρχαίων Σουμερίων αλλά και στην αρχαία Αίγυπτο.Οι λαοί της Μεσοποταμίας αλλά και οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν την ημισέληνο ως σύμβολο με ιερές ιδιότητες.
          Το αρχαιότερο ελληνικό νόμισμα πάνω στο οποίο υπάρχει η «ημισέληνος» είναι νόμισμα από την Κάτω Ιταλία που χρονολογείται στον 6ο αιώνα π.Χ. Στη συνέχεια το βρίσκουμε σε πολλές ελληνικές περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία και την Μικρά Ασία.
           Την ημισέληνο βρίσκουμε και στην αρχαία ελληνική αποικία του Βυζαντίου που ίδρυσε ο Βύζας ο Μεγαρεύς. Το νόμισμα αυτό κόπηκε το 341 π.Χ. απο τους  ντόπιους κατοίκους, όταν κατάφεραν να  αποκρούσουν την αιφνιδιαστική επίθεση που είχε εξαπολύσει στην αποικία τους  ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο δεύτερος.
          Στα κατοπινά  χρόνια οι  Ρωμαίοι χρησιμοποίησαν στα νομίσματά τους την ημισέληνο.
          Στη βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ., συναντούμε νόμισμα που στη μια μεριά έχει την προτομή του αυτοκράτορα  Αναστασίου (491-518 μ.Χ.)  και στην άλλη την ημισέληνο.
         Στη συνέχεια φαίνεται ότι το συγκεκριμένο σύμβολο, η «αμφίκυρτος σελήνη», χρησιμοποιούνταν και το συναντάμε σε  νομίσματα αλλά και σε απεικονίσεις και τοιχογραφίες.
           Οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν την ημισέληνο στη σημαία τους,  αν και αναφέρεται ότι η ημισέληνος και το αστέρι υπήρξαν ιερά σύμβολα των τουρκικών φυλών και πριν από την έλευση του Ισλάμ.

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Σοφία Παλαιολογίνα: η Βυζαντινή πριγκίπισσα της Μόσχας -β΄μέρος-

 
 
 
Ο γάμος της Σοφίας με τον Ιβάν Γ΄
 
             Η Ζωή Παλαιολογίνα έχοντας πάρει μάλιστα ως προίκα  4.000 δουκάτα και αυστηρές εντολές να εργαστεί για την προσχώρηση των Ρώσων στον καθολικισμό, αναχώρησε στα τέλη του Ιούνη του 1472 μαζί με μια ολόκληρη αποστολή για το μεγάλο ταξίδι προς τη Μόσχα, που διαρκούσε την εποχή εκείνη περί τους έξι μήνες.
            Η αποστολή, που την  αποτελούσαν Ιταλοί, Έλληνες πρόσφυγες, και Ρώσοι εμιγκρέδες θα ακολουθουσε μια μεγάλη πορεία με διαδοχικές στάσεις σε επιλεγμένα μέρη. Οι πρώτοι σταθμοί ήταν διάφορες πόλεις της Ιταλιας, ακολούθησε το δύσκολο πέρασμα των Άλπεων, η πορεία μέσα από τη Γερμανία, ο διάπλους με πλοίο της Βαλτικής και η είσοδος σε ρωσικό έδαφος με πρώτο ουσιαστικά σταθμό τη ρωσική πόλη Πσκοφ, όπου η απόγονη των Παλαιολόγων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και συγκίνηση από τους Ρώσους Ορθόδοξους. Ακολούθησε το Νοβγκόροντ με τελική κατάληξη τη Μόσχα.
            Στις 12 Νοεμβρίου του 1472 η βυζαντινή πριγκίπισσα Ζωή έγινε η δεύτερη σύζυγος του ηγεμόνα της Μόσχας  Ιωάννη,στα ρωσικά Ιβάν Γ΄.
           Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της στη Μόσχα η Ζωή, αγαπήθηκε από το λαό, ιδιαίτερα και μετά την απόφασή της να ασπαστεί επίσημα την Ορθοδοξία, να αλλάξει το όνομά της και ουσιαστικά να ξαναβαπτιστεί παίρνοντας το βυζαντινό όνομα Σοφία. Όλες οι προσπάθειες και τα σχέδια του Πάπα θα παρέμεναν κενό γράμμα...
           Η Μόσχα, την εποχή που εγκαταστάθηκε σε αυτή η Ζωή-Σοφία, ήταν μια τυπική ρωσική πόλη που είχε γίνει το κέντρο του σλαβικού χριστιανισμού, μετά την παρακμή του Κιέβου. Οι ηγεμόνες της, με πρώτο τον Ιβάν, επέκτειναν συνεχώς την κυριαρχία τους στα γειτονικά εδάφη. Η πόλη ήταν φτωχική και αραιοκατοικημένη, με την πλειοψηφία των σπιτιών να είναι ξύλινα. Κέντρο της Μόσχας ήταν το Κρεμλίνο, όπου υπήρχαν ελάχιστα πέτρινα κτίρια, ενώ υπήρχαν και αρκετές εκκλησίες.
          Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η προσαρμογή της Σοφίας που ερχόταν από έναν άλλο κόσμο, στην φτωχική και παγωμένη Μόσχα ήταν δύσκολη. Στηριζόμενη στους Έλληνες που είχε δίπλα της, εισήγαγε στη ρωσική αυλή το βυζαντινό τυπικό στην παιδεία, στη διοίκηση, στην νομοθεσία. Εισήγαγε μάλιστα για πρώτη φορά μια μορφή ασφάλειας και μυστικής υπηρεσίας στα πρότυπα της αντίστοιχης της Κωνσταντινούπολης, κάτι που αναγνωρίζεται μέχρι και σήμερα στη Ρωσία. Για να τα προωθήσει όλα αυτά, χρειαζόταν τη συναίνεση του συζύγου της ο οποίος την περιέβαλλε με σεβασμό αλλά και με ιδιαίτερη αδυναμία.
           Η Σοφία, πέρα από το ότι εισήγαγε το βυζαντινό τυπικό στο ρωσικό θρόνο, φρόντισε να καλέσει Ιταλούς αρχιτέκτονες να κτίσουν κι άλλους ναούς και τα τείχη του Κρεμλίνου, όπως υπάρχουν και σήμερα, και κυρίως να ανοικοδομήσουν το  ανάκτορο το οποίο και σήμερα υποδέχεται τους ξένους ηγέτες, που επισκέπτονται τη Μόσχα.
          Ως μία εκ των διαδόχων και των κληρονόμων του βυζαντινού στεματος - από τα δύο αδέλφια της, ο Ανδρέας περνούσε έκλυτο βίο πουλώντας δεξιά και αριστερά τα δικαιώματά του πάνω στο βυζαντινό θρόνο, ενώ ο Μανουήλ κατέφυγε και βρήκε πλουσιοπάροχη και άνετη φιλοξενία στο Μωάμεθ τον Πολιορκητή - έπεισε τον Ιβάν Γ΄ να χρισθεί καίσαρας, όπως συνηθιζόταν στο Βυζάντιο για τα τέκνα των αυτοκρατόρων, κι έτσι από την παραφθορά του λατινικού caesar, προήλθε και το μετέπειτα τσάρος. Ο Ιβάν υιοθέτησε επίσημα τα αυτοκρατορικά σύμβολα (δικέφαλο αετό) των Παλαιολόγων,  και της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
          Η Σοφία έπεισε τον διστακτικό σύζυγό της να αντιταχθεί και να αποτινάξει τον ταταρικό ζυγό από τη χώρα του, αφού οι Ρώσοι ήταν υποτελείς στον εκάστοτα Χάνο των Τατάρων, να απελευθερώσει την πατρίδα του και να συνενώσει τα διάφορα ανεξάρτητα δουκάτα και πριγκιπάτα, κάτω από την εξουσία του. Έτσι ο Ιβάν από Ρώσος ηγεμόνας  έγινε ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης όλης της ρωσικής επικράτειας, "πασών των Ρωσιών".
            Στις 7 Απριλίου του 1503 η Σοφία Παλαιολογίνα, η τελευταία βυζαντινή πριγκίπισσα άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 48 ετών. Ο θάνατός της προκάλεσε ρίγη συγκίνησης σε όλη τη Ρωσία, ακόμα και στους εχθρούς της. Όλοι αναγνώριζαν την αγάπη και την προσφορά της στη δεύτερη πατρίδα της, ολοι μιλούσαν για τη γυναίκα που συνέδεσε τη Πόλη με τη Μόσχα. Για πρώτη φορά στα χρονικά της ρωσικής κοινωνίας αποδόθηκαν μεγάλες τιμές σε μια γυναίκα, έστω και σύζυγο τσάρου.
              Ενταφιάστηκε στο ναό της Αναλήψεως του Κρεμλίνου, που αργότερα κατεδαφίστηκε από το σταλινικό καθεστώς. Η σαρκοφάγος, με χαραγμένο πάνω το όνομά της Софья, μεταφέρθηκε και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο  καθεδρικό ναό του Αρχαγγέλου μαζί με τις σαρκοφάγους των τσάρων της Ρωσίας.